Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Η σημερινή παλιανθρωπιά, που περνά για… πρόοδος!

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει. Περνώντας το πρωί με το αυτοκίνητο στο δρόμο για το γραφείο μου, βλέπω κάποτε γυναίκες -θα είναι αυτό που λέμε «οικονομικοί μετανάστες»- μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά ή να το κρατούν από το χέρι να περιμένουν το λεωφορείο μέσα στο κρύο και, φέτος πιο συχνά, μες στη βροχή. Θέλω να σταματήσω να τους βάλω στο αυτοκίνητο και να τους πάρω όπου θέλουν να παν. Δεν το κάνω. Γιατί; Φοβούμαι μήπως παρεξηγηθώ. Και συνεχίζω τον δρόμο της ρουτίνας μου, φορτωμένος ακόμα μια ενοχή.

          Συχνά σκέφτομαι πως είναι ευτύχημα τα λίγα χρόνια που ζούμε μέσα σ’ αυτές τις κοινωνίες όπως τις έχουμε φτιάξει. Δεν θ’ αντέχαμε περισσότερα χρόνια με τόσες ενοχές στην πλάτη.

          Πριν χρόνια, όταν παρίστανα τον «επιχειρηματία» (επιτυχώς κιόλας) βρέθηκα στην Αθήνα με δυο Άγγλους, Σκώτους κατ ακρίβεια, συνεργάτες μου. Ο ένας είχε μαζί του και τον δέκα-ένδεκα χρονών γιο του, δεν θυμούμαι καν το όνομα του παιδιού. Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν την πρώτη φορά που πήγα στην Αθήνα ανακάλυψα το κατάστημα, εκεί σε μια πάροδο της Πανεπιστημίου, όπου είχαν αραδιασμένα όλα τα παλιά τεύχη των «Κλασσικών εικονογραφημένων», τη μια, ίσως την πιο σημαντική διάσταση από τις πολλές των ευτυχισμένων παιδικών μου χρόνων. Περνώντας τώρα ξανά από εκεί δεν μπορούσα να μη μπω μέσα. Διάλεξα ένα τεύχος, το πιο αγαπημένο μου απ’ όλα, ίσως, τη «Μυστηριώδη Νήσο» του Ιουλίου Βερν, και την πήρα δώρο στον μικρό γιο του Σκωτσέζου συνεργάτη μου, που μου θύμιζε πολύ τον τότε, σε εκείνη την ηλικία εαυτό μου. Ο μικρός ήξερε μια χαρά ελληνικά αφού όλοι, η οικογένειά του, έμεναν στην Κύπρο και πήγαινε μαζί με τ’ άλλα του αδέλφια σε ελληνικό σχολείο.

          Έπαθα μεγάλο σοκ να δω το ύφος του πατέρα του τη στιγμή που έδινα στον μικρό το περιοδικό. Το μυαλό του είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι πρέπει να είχα «κακό σκοπό»! Ότι ήταν μια κίνηση με στόχο να κερδίσω την εύνοια, να «σχετισθώ» με τον μικρό! Κυριολεκτικά πάγωσα. Πού να φαντασθώ, να υποψιαστώ, να προβλέψω ότι η αυθόρμητη κίνησή μου μπορούσε να εκληφθεί ως… ύποπτη! Κάθισα, λοιπόν, στ’ αυγά μου και κράτησα τη νενομισμένη απόσταση.

          Αυτή η ιστορία, που έγινε περισσότερα από 30 χρόνια πριν, ήρθε στο νου μου σήμερα το πρωί όταν απέτυχα να ευκολύνω κάπως τη ζωή μιας άγνωστής μου στη στάση του λεωφορείου, που σήκωνε με κόπο στην αγκαλιά της, τη στιγμή που την είδα, ένα παιδί, που πρέπει να ήταν τουλάχιστο 8 χρόνων. Αν σταματούσα και προσφερόμουν να τους διευκολύνω, το πιο πιθανό θα ήταν να «παρεξηγηθώ».

          Την ίδια στιγμή η φωνή ενός παρουσιαστή πρωινού προγράμματος από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μου σχολίαζε το μέγα γεγονός ότι η εφημερίδα «Πολίτης» είχε κυκλοφορήσει  σήμερα στα περίπτερα με τον τίτλο «Πολίτισσα», επειδή ήταν «η μέρα της γυναίκας»! Αυτή κι αν ήταν, είπε ο εκφωνητής, μια εντυπωσιακά επιτυχημένη κίνηση! Αυτή κι αν ήταν μια «όλα τα λεφτά» κίνηση!

          Τι κοροϊδία, σκέφτηκα. Τι έλλειψη ευαισθησίας, αφέλεια, απλοϊκότητα, μειωμένη αντίληψη, αλλά και υποκρισία, αυτοκοροϊδία, να νομίζουμε ότι μπορούμε ν’ αναπληρώνουμε το ολοκληρωτικό, κυρίαρχο κενό της ανθρωπιάς μας στήνοντας μέρες-αφιερώματα σε συμπεριφορές που αδυνατούμε να έχουμε καθημερινά κανονικό ως τρόπο ζωής. Φαίνεται τόσο γελοίο και ταυτόχρονα τραγικό, γιατί όλες αυτές οι μέρες-αφιερώματα στη μια και στην άλλη αξία, δείχνουν ακριβώς τη μεγάλη απουσία τους. Είναι σχεδόν φρικιαστικό ότι ο εκφωνητής δεν έχει ιδέα του τι λέει, του πώς σκέφτεται, του ποιος είναι, όταν βρίσκει πως τέτοιες κινήσεις είναι, τελικά, «όλα τα λεφτά»!

          Όπως είναι το συνήθειό μου, ανάβω την τηλεόραση κάθε πρωί στο Euronews μέχρι να ντυθώ, να πιω μισό ποτήρι νερό και να ξεκινήσω για το γραφείο μου. Βλέπω δηλαδή τις «ειδήσεις» για 4-5 λεπτά. Λοιπόν,  αυτή η σημερινή «μέρα της γυναίκας» στάθηκε ιδιαίτερα σημαδιακή. Ο εκφωνητής του Euronews ασχολιόταν με κάποια παράσταση θεατρική ή κινηματογραφική, δεν πρόσεξα, ούτε έχει σημασία, της Δίκης του Κάφκα. Έλεγε διάφορα στο γνωστό «καλλιτεχνικό» στυλ ότι «η ελπίδα για τον άνθρωπο λιγοστεύει», ότι «δεν πάμε καλά» και τέτοια, και ότι, βέβαια… «ελπίζουμε ότι θα υπάρξει ελπίδα στο μέλλον»!! Ήταν ο σκηνοθέτης, πρόσεξα, που μιλούσε. Στάθηκα ακόμα λίγα δευτερόλεπτα και σβήνοντας την τηλεόραση θυμήθηκα τον Έλιοτ:

          «Ο Κόσμος δοκιμάζει, στην εποχή  μας, να δει κατά πόσο μπορεί να παραμείνει πολιτισμένος χωρίς τον Χριστιανισμό. Το πείραμα αυτό θα αποτύχει· εμείς, όμως, πρέπει να παραμείνουμε υπομονετικοί ως τηνκατάρρευσή του και ν’ αξιοποιούμε τον χρόνο: πρέπει να διατηρούμε την Πίστη ζωντανή μέσα στους σκοτεινούς αιώνες που έρχονται, να προσβλέπουμε στην ανανέωση και την ανοικοδόμηση του πολιτισμού, και στη σωτηρία του από την αυτοκτονία».

          Κάντε το λογαριασμό σας.

 

Άντης Ροδίτης

Category: /