Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Αν διερωτηθούμε, πως άρχισαν οι άνθρωποι να μιλάνε για το Θεό, πως μπήκε στη ζωή τους αυτό το πρόβλημα, θα διαπιστώσουμε μάλλον τρεις βασικές αφετηρίες, τις σπουδαιότερες:

 

α. Η θρησκευτική αφετηρία

 

Πρώτη αφετηρία, η Θρησκευτική ανάγκη. Υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, στην ίδια τη «φύση» του όπως λέμε, μια αυθόρμητη ανάγκη να αναφερθεί σε κάτι που τον ξεπερ­νάει, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη από τη δική του. Ίσως αυτή η ανάγκη να ξεκινάει από το φόβο του ανθρώπου μπροστά σε φυσικές δυνάμεις που είναι απειλή και κίνδυνος για τη ζωή του. Θέλει να εξευμενίσει αυτές τις δυνάμεις, να συμφιλιωθεί μαζί τους κι έτσι να ανα­χαιτίσει το φόβο που του προξενούν. Ο τρόπος του για να το κάνει είναι να τους αποδώσει λογικό, να τις θεω­ρήσει λογικές υπάρξεις που μπορούν να τον ακούσουν, να τον καταλάβουν, να δεχθούν τα δώρα του που με θυσίες τους προσφέρει. Έτσι βλέπει ο άνθρωπος μια λογική ύπαρξη, ανώτερη, υπέρμετρα μεγάλη, που ρίχνει τους κεραυνούς και αναταράζει τις θάλασσες και σείει τη γη και γονιμοποιεί τα σπέρματα και διαιωνίζει τη ζωή. Αυτή τη δύναμη τη λέει Θεό και συχνά την πολυμερίζει, βλέπει μέσα στον κόσμο τόσους θεούς όσες και οι δυνά­μεις που τον εντυπωσιάζουν.

Αν αυτή είναι η πιθανότερη αφορμή για τη γένεση της θρησκείας, δεν το ξέρουμε. Σίγουρα όμως ένα τέτοιο επίπεδο θρησκευτικότητας το συναντάμε συχνά μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμα και σήμερα. Είναι μια ανθρωποκεντρική θρησκευτικότητα: θέλει να εξασφαλίσει και να κατοχυρώσει τον άνθρωπο στην αδυναμία του, να κατασιγάσει τους φόβους του.Γι' αυτό και δεν περιορίζεται σε μια θεωρητική μόνο πίστη σε ανώτερες δυνά­μεις αλλά προσφέρει στον άνθρωπο και συγκεκριμένους, πρακτικούς τρόπους γι' αυτή την εγωκεντρική εξασφάλιση και την ψυχολογική του άμυνα. Του προσφέρει μια λατρεία με αυστηρά καθορισμένους τύπους, που εξασφαλίζουν κάποια επικοινωνία και τον εξευμενισμό του θείου, όπως του προσφέρει και μια ηθική, δηλαδή έναν κώδικα εντολών και υποχρεώσεων —τι είναι αρεστό στο Θεό και τι δεν είναι.

Αν ο άνθρωπος ακολουθεί με συνέπεια τους τελε­τουργικούς τύπους και εφαρμόζει με ακρίβεια την ηθική που επιβάλλει η θρησκεία του, τότε πια «έχει τον Θεό στην τσέπη του», είναι δηλαδή εφησυχασμένος ότι καλά τα καταφέρνει στη σχέση του με το θείο. Δεν φοβάται τιμωρία, αντίθετα, περιμένει μόνο αμοιβές και εξυπηρε­τήσεις από τον Θεό. Συνήθως αυτός ο τύπος του θρη­σκευτικού ανθρώπου έχει μεγάλη έπαρση για την ευσέβεια και την αρετή του και γίνεται σκληρός για όσους συνανθρώπους του δεν έχουν να επιδείξουν ανάλογα θρη­σκευτικά και ηθικά κατορθώματα.

 

 

β. Η αναζήτηση της αλήθειας

 

Δεύτερη αφετηρία της ανθρώπινης αναφοράς στο Θεό, είναι η αναζήτηση της αλήθειας και η δίψα της γνώσης.

Σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς που γνώρισε η Ιστορία, οι αναζητήσεις της ανθρώπινης σκέψης για τη διασάφηση των θεμελιωδών φιλοσοφικών ερωτημάτων καταλήγουν σε μια θεολογία, δηλαδή σε ένα «λόγο περί του Θεού». Το χαρακτηριστικότερο, αλλά και πληρέστε­ρο παράδειγμα είναι η περίπτωση των αρχαίων Ελ­λήνων.

Στην αρχαία Ελλάδα η αναφορά στο Θεό είναι λογική συνέπεια της παρατήρησης του κόσμου. Παρατη­ρώντας τον κόσμο διαπιστώνουμε, πως όλα όσα υπάρ­χουν ακολουθούν μια λογική σειρά και τάξη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο ή αυθαίρετο. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι και η ίδια η καταγωγή του κόσμου πρέπει να ακολουθεί μια λογική συνέπεια, δηλαδή ο κόσμος να είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης αίτιας. Αυτή την Πρώτη Αιτία ή Αρχή του κόσμου την ονομά­ζουμε Θεό.

Τί είναι ακριβώς αυτή η Πρώτη Αιτία ή Αρχή του κόσμου, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Μπορούμε όμως με τη λογική μας να συναγάγουμε μερικά συμπεράσματα για τις ιδιότητες (ιδιώματα) που πρέπει να έχει: Για να είναι Πρώτη Αιτία, σημαίνει ότι η ίδια δεν οφείλει την ύπαρξη της σε κάτι προγενέστερο από αυτήν, επομένως πρέπει να την υποθέσουμε. Αυτοαιτία, αιτία και του εαυτού της και όλων των υπαρκτών.

Και αφού ως Αυτοαιτία δεν εξαρτάται από τίποτε άλλο, πρέπει να τη θεωρήσουμε μέγεθος απόλυτο (απολελυμένο-ελεύθερο από κάθε περιορισμό). Ως απόλυτο μέγεθος ο Θεός οφείλει να είναι άχρονος, παντοδύναμος, απεριόριστος. Πρέπει ο ίδιος να είναι η αρχή της κίνησης που συνιστά το «γίγνεσθαι» του κόσμου και μετριέται ως χρόνος. Άρα ο ίδιος ως αρχή της κίνησης, είναι οπωσ­δήποτε ακίνητος, αφού τίποτα δεν προϋπάρχει του Θεού για να τον θέσει σε κίνηση. Και ως ακίνητος είναι και αμετάβλητος. Επομένως και απαθής και τέλεια μακά­ριος.

Όλα αυτά τα συμπεράσματα (και άλλα πολλά) που μπορούμε με τη σκέψη να συναγάγουμε, δεν μας κάνουν γνωστό τον Θεό, πείθουν μόνο τη λογική μας και της επιβάλλουν να δεχθεί ως πραγματικότητα τη νοητική υπόθεση της ύπαρξης του. Όπως αν περπατάμε στην έρημο και συναντήσουμε ξαφνικά μπροστά μας ένα σπίτι, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι κάποιος το έχτισε —σπίτια δεν φυτρώνουν, ούτε στήνονται από μόνα τους μέσα στην έρημο. Αγνοούμε όμως ποιος είναι ο κατα­σκευαστής. Από τα χαρακτηριστικά του κτίσματος μπο­ρούμε να υποθέσουμε μερικές ιδιότητες ή γνωρίσματα του κατασκευαστή, αν έχει καλαισθησία λ.χ., ή αρκετή ευφυΐα στην εφαρμογή της στατικής, ή ακόμα ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε με τους χώρους που κατασκεύασε. Αλλά το πρόσωπό του μας μένει άγνωστο, δεν τον συναντήσαμε ποτέ, δεν τον ξέρουμε. Σίγουρα υπαρκτός, είναι απρόσιτος στην άμεση γνώση.

 

 

γ. Η προσωπική σχέση

 

Την τρίτη αφετηρία της ανθρώπινης αναφοράς στο Θεό τη διασώζει μια και μόνη ιστορική παράδοση, η παράδο­ση του λαού των Εβραίων.

Οι Εβραίοι αρχίζουν να μιλάνε για τον Θεό με αφορμή ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός: Χίλια ενιακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Χριστό, στη χώρα των Χαλδαίων (σε μια περιοχή της κάτω Μεσοποταμίας, κοντά στον περσικό κόλπο) ο Θεός αποκαλύπτεται σε ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ συναντάει τον Θεό, όπως συναντάμε ένα ανθρώπινο πρό­σωπο, μια ύπαρξη με την οποία μπορούμε να διαλεχθούμε, να σταθούμε απέναντί της πρόσωπο με πρόσωπο. Και καλεί ο Θεός τον Αβραάμ να εγκαταλείψει τη χώρα του, να εγκατασταθεί στη γη Χαναάν, γιατί αυτή η γη είναι προορισμένη για το λαό που θα προέλθει από τους απογόνους του —τα παιδιά που θα γεννήσει η ανίκανη πια για τεκνογονία Σάρρα.

Η γνώση του Θεού που προκύπτει από την προσω­πική συνάντηση του Αβραάμ μαζί του, δεν έχει τίποτε να κάνει με θεωρητικές υποθέσεις, αναγωγικούς συλλογι­σμούς και λογικές αποδείξεις. Είναι μόνο μια εμπειρία σχέσης, και όπως κάθε αληθινή σχέση βασίζεται μόνο στην πίστη -εμπιστοσύνη που γεννιέται ανάμεσα στους σχετιζόμενους. Ο Θεός αποδεικνύει τη θεότητα του στον Αβραάμ με μόνη την πιστότητα του στις επαγ­γελίες του. Και ο Αβραάμ εμπιστεύεται τον Θεό, ως το σημείο να είναι έτοιμος να θυσιάσει το παιδί που του χάρισε στα γεράματα της η Σάρρα —αυτό το παιδί που είναι προϋπόθεση για την εκπλήρωση των επαγγελιών του Θεού.

Την ίδια γνώση του Θεού από μιαν άμεση εμπειρία προσωπικής σχέσης μαζί του έχουν και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, το παιδί και το εγγόνι του Αβραάμ. Έτσι, για τους απογόνους αυτής της οικογένειας, από την όποια προκύπτει ο λαός του Ισραήλ, ο Θεός δεν είναι ούτε μια αφηρημένη έννοια, ούτε μια απρόσωπη δύναμη. Όταν οι Εβραίοι μιλάνε για τον Θεό, λένε: «ο Θεός των πατέ­ρων ημών». Είναι «ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ», ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που το γνώρισαν και το συναναστράφηκαν οι πρόγονοί τους. Και η γνώση του Θεού βασίζεται στην πίστη-εμπιστοσύνη στους προγόνους —στην αξιοπιστία της μαρτυρίας τους.

 

δ. Επιλογή στόχου και δρόμου

 

Αυτές οι τρεις αφετηρίες της ανθρώπινης αναφοράς στο Θεό δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Υπάρχουν σαν πραγματικές δυνατότητες σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι που δέχονται την ύπαρξη του Θεού, χωρίς να πολυενδιαφέρονται για την αλήθεια του και τα θεωρητικά προβλήματα που γεννάει. Τη δέχονται μόνο από ψυχολογική ανάγκη αναφοράς σε κάτι το «υπερβατικό», ανάγκη ατομικής τους κατοχύ­ρωσης απέναντι στο άγνωστο —όπως και από ανάγκη για την επιβολή και διατήρηση μιας ηθικής τάξης μέσα στον κόσμο.

Παράλληλα, υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που δέχον­ται την ύπαρξη του, Θεού, μόνο επειδή η λογική τους τούς υποχρεώνει να τη δεχθούν. Πιστεύουν, όπως λένε, «σε μια ανώτερη δύναμη», «ένα ανώτατο Ον» που πρέ­πει να έφτιαξε τα όσα υπάρχουν και να τα συντηρεί. Δεν μπορούν να ξέρουν, ούτε και τους ενδιαφέρει ίσως, τι ακριβώς είναι αυτή η «ανώτερη δύναμη» ή το «ανώτατο Ον». Έστω κι αν συνδυάζουν την απλή νοητική τους βεβαιότητα και με μερικές «θρησκευτικές» συνήθειες —με την προσαρμογή τους στους τελετουργικούς τύπους και στις ηθικές επιταγές της καθιερωμένης στο κοινωνικό περιβάλλον που ζουν θρησκείας— μέσα τους υπάρχει ένας βαθύς αγνωστικισμός, που δεν συμβιβάζεται παρά μόνο με τη γενική και αφηρημένη ιδέα του «ανώτατου Όντος».

Υπάρχει επίσης και η τρίτη μορφή αναφοράς στο Θεό, η πίστη-εμπιστοσύνη στην ιστορική εμπειρία της αποκάλυψης του. Τα «τέκνα του Αβραάμ», ο λαός του Ισραήλ, συνεχίζουν μέσα στους αιώνες τη στάση αποδο­χής της αλήθειας του Θεού, όχι με κριτήρια συναισθημα­τικά ή λογικά, άλλα με μόνη τη βεβαιότητα για την αξιοπιστία των πατέρων τους. Ο Θεός αποδείχνει την ύπαρξη του με τις παρεμβολές του μέσα στην Ιστορία, επαληθεύει την παρουσία του μέσα στα όρια της προσωπικής πάντοτε σχέσης. Αποκαλύπτεται στο Μωυσή και μιλάει μαζί του «νώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσαι πρός τόν ἑαυτοῦ φίλον» (Έξοδ. 33, 11). Καλεί τους προ­φήτες και τους επιστρατεύει στο έργο της υπόμνησης των επαγγελιών, στις όποιες ο Θεός μένει πάντα πιστός.

Όσοι εμπιστεύονται την ιστορική εμπειρία των απο­καλύψεων του Θεού, δεν είναι δύσκολο να δεχθούν και μια ακόμα παρεμβολή του στη ζωή των ανθρώπων, αυτή τη φορά «ἐν σαρκί», στο πρόσωπο του Ιησού Χρίστου. Βέβαια, για την ορθολογιστική σκέψη οι έννοιες θεότητα και ενσάρκωση είναι αντιφατικές, η μια αποκλείει την άλλη: Δεν είναι νοητό ο Θεός που από τη φύση του οφείλει να είναι άπειρος, απεριόριστος, παντοδύναμος κλπ. να υπάρξει ως περατή, αποσπασματική ανθρώπινη μονάδα υποταγμένη στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Γι' αυτό και για τους Έλληνες της εποχής του Χρίστου το κήρυγμα της ενανθρώπισης του Θεού ήταν πραγματικά «μωρία» (1 Κορ. 1, 23).

Όμως, για να δεχθεί κανείς ή για να απορρίψει αυτή τη «μωρία», πρέπει να έχει απαντήσει σε μερικά θεμε­λιώδη ερωτήματα, που κρίνουν πολύ γενικότερα το νόη­μα και περιεχόμενο που δίνει στη ζωή του: Κάθε τι που υπάρχει είναι προκαθορισμένο και οφείλει να υπάρχει με τον τρόπο που επιβάλλει η ανθρώπινη λογική; Ή η ύπαρξη είναι ένα γεγονός που ξεπερνάει τους προκαθο­ρισμούς και τα σχήματα της διάνοιας και μόνο με την άμεση εμπειρία μπορούμε να το δεχτούμε και να το σπουδάσουμε; Τί είναι αληθινά υπαρκτό: ό,τι αντιλαμβα­νόμαστε με τις αισθήσεις μας, ό,τι βεβαιώνει η λογική μας, ή υπάρχουν και πραγματικότητες που τις γνωρί­ζουμε μέσα στα όρια μιας αμεσότερης και καθολικότερης σχέσης; Της σχέσης που μας επιτρέπει λ.χ. να διακρί­νουμε ποιοτικές διαφορές, να συλλαμβάνουμε το «νόημα» της ποίησης πέρα από τις λέξεις, να συνειδητοποιούμε τη λειτουργία των συμβόλων, να βεβαιωνόμαστε για την υποκειμενική μας «ταυτότητα», να ανακαλύπτουμε την άρρητη μοναδικότητα ενός προσώπου, να αντιλαμβανό­μαστε τους αφορισμούς της σύγχρονης φυσικής για το «τετραδιάστατο συνεχές» ή για το δισήμαντο της φύσης του φωτός;

Αυτά τα ερωτήματα αξίζουν πολλή μελέτη και λε­πτομερή ανάλυση, θα μας απομάκρυναν όμως από το βασικό θέμα που εδώ μας απασχολεί. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε καταρχήν τους τρόπους και δρόμους που θα ακολουθήσουμε για τη γνώση του Θεού. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε την αφηρημένη έννοια του Θεού που επιβάλλει η λογική αναγκαιότητα, πρέπει να ακολουθή­σουμε με συνέπεια τους κανόνες ακριβώς της λογικής. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Θεό της θρησκευτικής ψυχολογίας και του συναισθήματος, πρέπει να καλλιερ­γήσουμε μέσα μας τα ψυχολογικά και θρησκευτικά κίνη­τρα γι' αυτή τη γνώση. Κι αν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Θεό της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, πρέπει να ακο­λουθήσουμε την οδό της προσωπικής σχέσης και εμπει­ρίας, την οδό της πίστης. Να ακολουθήσουμε και τον ένα και τον άλλο δρόμο, να συνδυάσουμε τους τρόπους της γνώσης, είναι η πιο σίγουρη πορεία προς τη σύγχυση και το αδιέξοδο.

Category: /