Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

«Tι ανάγκη έχει αυτός;»

Μαριαλένα Σπυροπούλου

Το χρονικό μιας καταδικασμένης σχέσης στην ταινία «Blue Valentine». Γιατί είναι τόσο δύσκολο για μερικούς ανθρώπους να ρωτήσουν τον άλλο πόλο της σχέσης «εσύ τι ανάγκη έχεις;» ή «τι θα μπορούσα εγώ να κάνω για σένα;».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Η ​​μικρή Μαρίνα κλέβει από τη δασκάλα της μολύβια. Η μαμά είναι θορυβημένη. Ζητάει βοήθεια από ειδικούς, φοβάται μη γίνει η κόρη της κλεπτομανής. Δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Η μικρή επιθυμεί κάτι που δεν είναι δικό της. Και για να το αποκτήσει προβαίνει σε πράξεις που δημιουργούν στενοχώρια και ανησυχία στους άλλους. Αλλά εκείνη δεν το αντιλαμβάνεται. Στην ψυχή της δεν υπάρχει η στενοχώρια της μαμάς, ούτε η ανάγκη της δασκάλας. Δεν της περνάει ποτέ από το μυαλό της ότι μπορεί η δασκάλα να τα χρειάζεται τα μολύβια. Φυσικά οι συμβολισμοί είναι και άλλοι, αλλά εδώ μας αφορά αυτό.

Η Χριστίνα είναι φοιτήτρια, σε ψυχοθεραπεία. Ζορίζεται ψυχικά στη θεραπεία της. Επίσης τη ζορίζει το οικονομικό. Πρέπει να δουλεύει περιστασιακά ή να κρατάει μέρος από το χαρτζιλίκι της για να πληρώνει τις συνεδρίες της. Αυτό της δημιουργεί θυμό. Οσο προχωράει η θεραπεία, αισθάνεται άνετα, εμπιστεύεται και αρχίζει να μην πληρώνει με διάφορες αφορμές τη θεραπεύτριά της. Επειτα από κάποιο καιρό ομολόγησε ότι δεν φαντάστηκε ότι η ψυχοθεραπεύτριά της θα είχε ανάγκη τα χρήματα, ότι ήταν κάτι τόσο σημαντικό για εκείνη.

Στην ουρά του σούπερ μάρκετ μια κυρία σπρώχνει όσους βρίσκονται μπροστά της στο ταμείο γιατί βιάζεται. Λέει σε όλους όσους παρακάμπτει, να τη συγχωρέσουν γιατί έχει επείγουσα δουλειά. Σπρώχνει μια νεαρή γυναίκα, η οποία περιμένει υπομονετικά στη σειρά της να πληρώσει, λέγοντάς της το ίδιο. Η νεαρή γυναίκα τής δίνει τη θέση της. Μπαίνει μπροστά της με βιασύνη, όταν με την άκρη του ματιού της συνειδητοποιεί ότι η γυναίκα που μόλις της παραχώρησε τη θέση της είναι ετοιμόγεννη. Πέφτει σιωπή και αμηχανία μπροστά στο ταμείο. Πληρώνει γρήγορα και φεύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω της.

Σε όλες τις σχέσεις, από τις πιο στενές μέχρι τις φευγαλέες κοινωνικές, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους. Σε αυτό το συναπάντημα του εαυτού με τους άλλους, στο καθρέφτισμα, ένα είναι βέβαιο: ότι τους άλλους ανθρώπους τούς έχουμε ανάγκη. Είτε γιατί έχουν κάτι που μας γοητεύει, είτε γιατί μας προσφέρουν κάτι, είτε γιατί θέλουμε μιαν εξυπηρέτηση από αυτούς. Οι άλλοι άνθρωποι πολύ συχνά επίσης γίνονται βάρος. Τότε θέλουμε να εξαφανιστούν από τη ζωή μας.

Από την πρώτη στιγμή που γεννιόμαστε μαθαίνουμε ότι η μητέρα μας είναι εκεί για να μας φροντίζει. Θέλουμε τον πρώτο καιρό να πάρουμε όλα όσα έχουμε ανάγκη, και έτσι πρέπει να γίνει. Να πάρουμε αγάπη, φροντίδα, βαθύτερη ικανοποίηση, θέλουμε η μητέρα μας να είναι δεδομένη. Για εμάς. Αν αντέξει η μητέρα μας να προσφέρει με ανιδιοτέλεια όλα αυτά, πρέπει σιγά σιγά να μας βοηθήσει να γίνουμε άνθρωποι με ικανότητες να δίνουμε. Να μας εκπαιδεύσει στη ματαίωση, να μας εμφανιστεί με το πραγματικό της πρόσωπο, όχι μόνο της μητέρας αλλά και του ανθρώπου που έχει και αυτός ανάγκες. Και ακόμη και αν δεν χρειαστεί ποτέ να τη φροντίσουμε, θα πρέπει να αντέχουμε να φροντίζουμε ή να σκεφτόμαστε για τους άλλους. Να σκεφτόμαστε για τον άλλον ως έναν διαφορετικό άνθρωπο από εμάς, με άλλες ανάγκες και διαφορετικές απαιτήσεις, που ακόμη και εάν δεν μας είναι φανερό, πρέπει να πιστεύουμε ότι και ο πιο ανίκανος πάντα κάτι έχει να προσφέρει.

Είναι πολύ συχνή η φράση που ακούγεται «τι ανάγκη έχει αυτός;». Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σε αυτούς που έχουν μονίμως ανάγκη και σε αυτούς που –πιστεύουμε εμείς ότι– δεν έχουν. Οι πρώτοι έχουν τοποθετήσει συναισθηματικά τον εαυτό τους, άσχετα με την πραγματική τους κατάσταση, την οικονομική κ.λπ., σε μια θέση που ασυνείδητα ζητούν. Θέλουν να ασχοληθεί ο άλλος μαζί τους, θέλουν βοήθεια, έχουν ανάγκη να βοηθηθούν, να τους προσέξουν οι άλλοι άνθρωποι με κάποιον τρόπο, για το πρόβλημά τους είτε για το ότι είναι ξεχωριστοί, διαφορετικοί, ενδεχομένως και χαρισματικοί. Σε μερικές περιπτώσεις αυτή η κατηγορία των ανθρώπων ασυνείδητα έχει βουλιάξει τόσο πολύ στη δική τους ανάγκη, πνίγονται από αυτήν, που σπάνια θα αναρωτηθούν εάν ο άλλος έχει ανάγκη. Δεν έχει ανάγκη η έγκυος, η ψυχοθεραπεύτρια, η δασκάλα. Και μπορεί στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας να πρέπει να γίνεται αυτό, να αφήνεται κάποιος να εκδηλώσει τη βαθύτερη επιθυμία του ίσως και δυσκολία του να «δει» ισότιμα τον άλλον, τι γίνεται όμως με τα άλλα πλαίσια της ζωής μας;

Τι γίνεται με τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις επαγγελματικές συνεργασίες, τις φιλίες, την κοινωνική μας ζωή; Γιατί είναι τόσο δύσκολο για μερικούς ανθρώπους να σκεφτούν να ρωτήσουν τον άλλο πόλο της σχέσης «εσύ τι ανάγκη έχεις;» ή ακόμα πιο απλά «τι θα μπορούσα εγώ να κάνω για σένα;».

Από νωρίς εμποτιζόμαστε με το αίσθημα ενός λειψού κράτους που αδυνατεί να μας φροντίσει. Σαν να είμαστε καλεσμένοι σε ένα τραπέζι όπου τα φαγητά είναι λίγα σε σχέση με τους καλεσμένους κι εμείς, πεινασμένοι, παλεύουμε να βουτήξουμε λίγο ψωμί ή λίγο κρέας γιατί θα μας τα φάνε οι άλλοι.

Ποιοι όμως αντέχουν να μην κορεστεί η πείνα τους και να εισέλθουν στα εσωτερικά δωμάτια της κουζίνας για να αναρωτηθούν ποιος το προσφέρει αυτό το φαγητό; Μήπως θέλει βοήθεια ο μάγειρας; Αντ’ αυτού οι περισσότεροι είμαστε θυμωμένοι, αγανακτισμένοι διότι δεν φτάνει το φαγητό. Γιατί δεν μας σκέφτηκαν, γιατί μας αξίζει κάτι περισσότερο.

Και πάντα θα είναι λίγο. Πάντα θα μας αξίζει κάτι περισσότερο. Γιατί οι μονίμως αιτούντες δεν γεμίζουν. Γιατί δυσκολεύονται να δουν τον άλλον άνθρωπο. Να δώσουν. Και τελικά όσα και να είναι τα φαγητά, οι λέξεις, τα χρήματα, τα επιδόματα, οι ανέσεις, πάντα κάτι θα λείπει. 

 

πηγή κειμένου: http://www.kathimerini.gr/961113/article/politismos/vivlio/ti-anagkh-exei-aytos

Category: /