Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΤΡΙΠΟΔΩΝ 28 - ΠΛΑΚΑ

ΑΘΗΝΑ, 15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

 

Ημερίδα : «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ»

Θέμα:  «ΒΑΙΘΗΛ»  

            Ο ναός ad majorem gloriam Dei 

            ή ο Ναός ως αφορμή ... βλασφημίας;

 

 Εισηγητής: π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

 

 Ευχαριστώ κατ αρχάς και εν πρώτοις τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας, που κάλεσαν και εμένα, ένα επαρχιακό εφημέριο, να καταθέσω τις σκέψεις μου σ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση για την Σύγχρονη Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική, και φυσικά ευχαριστώ και Σας, για την υπομονή σας να θέλετε να ακούσετε τις σκέψεις μου, που θα προσπαθήσουν να είναι η θεολογική θεώρηση…του κελύφους!

Υπάρχει πολύ υλικό από πλευράς αρχιτεκτονικής, για μια υπόθεση η οποία, αφότου εγκλωβίστηκε στα γραφειοκρατικά γρανάζια της Εκκλησιαστικής Διοίκησης, την εποχή της δικτατορίας, προκειμένου να είναι και αυτή ρυθμισμένη(!), συνεχίζει να πορεύεται στην αυταπάτη των ‘’προκάτ’’ αρχιτεκτονικών λύσεων, που προσδιορίζουν τους ναούς ως κτίρια…ειδικών αναγκών! Δεν το λέω απαξιωτικά, όσον  αφορά την κάθε φύσεως και ανάγκης λειτουργικότητα αλλά για την μορφολογία τους. 

Όπως και σε άλλα πολλά θέματα, ιδιαζόντως και σ’  αυτό, η σύγχρονη Εκκλησία τυραννιέται από την στρεβλή ερμηνεία της παράδοσης! Έχει επικρατήσει και επιβληθεί η αντίληψη ότι παράδοση είναι η επανάληψη. Φαντάζει η «φωτοτυπία» ως δημιουργία! Μια «δημιουργία» χωρίς διακινδύνευση, αλλά με ψυχολογική ασφάλεια, την οποίαν αντλεί από την ενότητά της με το παρελθόν και την εξ αυτής (της ενότητος ως νομίζεται) γνησιότητα και αυθεντικότητα! Η Θεολογική απαίτηση της συνέχειας και συνέπειας στην διδασκαλία για την Θεότητα (Τριαδολογία) και για το πρόσωπο του Χριστού (Χριστολογία) πράγμα αυτονόητο και φυσικά απαραίτητο ως προϋπόθεση της μίας αλήθειας πάνω στα καίρια και ουσιώδη της ζωής της Εκκλησίας, διεχύθη και σε θέματα τεχνικά, δευτερεύοντα και μορφολογικά, βοηθούσης της παλαιότερης αγραμματοσύνης και απαιδευσίας. 

Η απαίτηση λοιπόν και ανάγκη της διαχρονικής συνέχειας στην διδασκαλία της πίστεως ως απαραίτητου όρου ορθοδοξίας πέρασε σε όλα τα θέματα: τυπικού, ενδυμασίας, τρόπου, μορφών, εκφράσεων (σε κάθε τομέα), και γενικώς της εικόνος προς τα έξω. Θέματα ως προς τα οποία θεωρείται ότι η ‘’φωτοτυπική’’ επανάληψη εξασφαλίζει την Ορθοδοξία ή την εκφράζει αντιγράφοντας το παρελθόν, ερμηνεύοντας την παράδοση ως επανάληψη και απαιτώντας αποδοχή και αναγνώριση βασισμένη στην πιστότητα της … αντιγραφής! Όσο για το πώς αντιγράφεται η παράδοση ας μη το συζητήσουμε. Φτάνει να δούμε αυτά τα μπετονένια κελύφη που μασκαρεύονται την πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομή … με ‘’πέτρες’’ πλακάκια πάχους πέντε εκατοστών! Για τους πολλούς εκκλησιαστικούς υπευθύνους δεν υπάρχει ούτε καθ’  υπόνοιαν η σκέψη μήπως κάτι τέτοιο είναι έκφραση του ψεύτικου τρόπου ζωής μας και τελικώς της αγωνίας μας όχι για την ποιότητα αλλά για το …μεγαλοπρεπές φαίνεσθαι! Και ας μη πει κανείς ότι η πέτρα αντανακλά και διαχέει το φως! Απολύτως σύμφωνοι, όμως αυτό συμβαίνει στην αληθή-ειλικρινή και πραγματική της χρήση! Ας μη μακρυγορήσουμε όμως σ’ αυτό. 

Σε συνδυασμό μ’ αυτά, έχουμε μια φετιχιστική αξιολόγηση των υλικών με ένα σχεδόν μανιχαϊστικό σκεπτικό, παντελώς παράλογο και αιρετικό. Οι πέτρες και τα «αυτοφυή» υλικά έχουν αποκτήσει μια «ποιότητα» γνησιότητας. Είναι … παραδοσιακά! Ένας πνευματιστικός παγανισμός τυραννάει ανεπίγνωστα αυτούς που θέλουν να είναι … traditional, και ‘’δαιμονοποιεί’’ το betton και ό,τι σύγχρονο.

Φυσικά λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε ότι η μορφή είναι κάτι άκρως σημαντικό (και όχι μόνο στην αρχιτεκτονική) αφού μέσω της μορφής συντελείται η μετάδοση αισθημάτων, αισθήσεων, γνώσεων. Όμως εν προκειμένῳ το σκοπούμενον δεν είναι η υποταγή της μορφής στην λειτουργία, αλλά, αφενός η ελεύθερη χρήση των δεδομένων υλικών της εποχής στην θεολογική προοπτική της προσφοράς των απαρχών στον Θεό, και αφετέρου η πραγματικότητα του αφόρητου οικονομικού βάρους μιάς θεολογικά απαράδεκτης πανάκριβης «παραδοσιακής» και με πέτρα οικοδομής κτιρίου-ναού σε σχέση με την απαιτούμενη δαπάνη με υλικά κυκλοφορούντα στην αγορά. Σε επιστέγασμα επιβεβαιωτικό του λάθους μιας τέτοιας ενέργειας κρέμεται «δαμόκλειος σπάθη» ο λόγος του Χριστού:«... ἔλεος(ν) θέλω καί οὐ θυσίαν ...»(Ματθ. 9,13). 

Οι κλειστές ανθρώπινες κοινωνίες του παρελθόντος μπορούσαν να ‘’εξασφαλίζουν’’ την συνέχεια της ομοιομορφίας και έτσι να δίνουν την αυταπάτη της … Ορθοδοξίας! Για πολλούς αιώνες οι δυνατότητες παρέμεναν εν πολλοίς οι ίδιες και η ελευθερία σπάνιζε, αν και τα πράγματα δείχνουν μια κατά τόπους άνεση, που ατυχώς πλέον έχει και αυτή χαθεί. Είτε «βασιλικῇ δυναστείᾳ» είτε κάτω από συνθήκες και δεδομένα τοπικά πάντοτε η έκπληξη ήταν παρούσα.  Κανείς όμως σήμερα δεν θέλει να αντιπαραβάλλει το προβλέψιμο παρόν προς το παρελθόν της ελευθερίας και της άνεσης κινήσεων και μορφών της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μπορούσε να αλλάζει άρδην τον τρόπο ευχαριστιακής μετοχής, αντικαθιστώντας την «ιδιόχειρη» μετάληψη με ένα κουταλάκι που το βάφτισε «λαβίδα» (από το όραμα του Ησαΐα) γιατί αυτός, λένε οι παραδοσιακίζοντες, ήταν άγιος. Ισχυριζόμενοι κάτι τέτοιο καθόλου δεν αντιλαμβάνονται ότι τον προσβάλλουν και δεν τον εγκωμιάζουν! Αν το είχε κάνει με τέτοιο κριτήριο (είμαι άγιος και άρα μπορώ...), τότε θα ήταν απλώς ένα μεγάλο ψώνιο! (να με συγχωρήσει ο Άγιος, που είμαι και εφημέριος ναού του, για τον κακόηχο και ψευδή γι αυτόν χαρακτηρισμό). Απλώς ήταν και αυτός και η Εκκλησία ζωντανοί και μπορούσαν να επιλέγουν τα αναγκαία και χρήσιμα.  

Η Εκκλησία του Χριστού, ελεύθερη τότε και ρυθμίζουσα τη ζωή και τις αντιλήψεις των μελών της με βάση τον Χριστό που είναι η Αλήθεια, έχει την άνεση της θεραπείας των ουσιαστικών θεμάτων με τον δυναμισμό του υγιούς οργανισμού. Αποδέχεται τους Μελιτιανούς, δια τρόπου … μυστικοτέρου. Ρυθμίζει τους εξ αιρέσεων επιστρέφοντας χωρίς την απαίτηση ακριβολογίας. Κατανοεί τι σημαίνει να ψάχνει επί τα όρη το πλανώμενον πρόβατον και να το ξαναφέρνει … επί των ώμων! Δηλαδή να αναλαμβάνει τον κόπο της επιστροφής του πλανωμένου, ώστε ο δρόμος της μετανοίας να γίνεται άνετος και αβαρής στον επιστρέφοντα. 

Εν προκειμένῳ, για το «τώρα» μας.

Σήμερα άραγε ο δρόμος επιστροφής είναι άνετος και αβαρής; Για τον σημερινό άνθρωπο τα σχετικά με την εκκλησία και την έκφρασή της στον κοινωνικό χώρο έχουν την αυτονόητη λειτουργική άνεση των μελών του ιδίου σώματος; Αν οι κληρικοί και οι λαϊκοί συναποτελούν θεολογικά (α΄ Κορ. 12, 12-31) το ένα σώμα του οποίου κεφαλή είναι ο Χριστός (Εφ. 5, 23) τι συμβαίνει σήμερα; «Συνεννοούνται» και συμπορεύονται, ή καθένας τραβάει τον δρόμο του;

Άραγε χρειάζεται πολλή σοφία για να κατανοήσουμε εμείς οι κληρικοί ότι πλέον το ευαγγελικό ποσοστό έχει αναστραφεί και «επί τα όρη» πλανώμενα είναι τα 99 πρόβατα και όχι το ένα;

Γι αυτά λοιπόν τα 99 πλανώμενα πρόβατα, τι ρόλο μπορεί να έχει στην ζωή τους ο Ναός; Τί γνώμη μπορεί να έχουν για την «παρουσία» των ναών μέσα στο οικιστικό τους περιβάλλον;

Πόσο ‘’ευχάριστα’’ βλέπουν το ‘’κλείσιμο’’ μιας πλατείας με την ανέγερση ενός ναού ή ακούν τον ήχο ενός θηριώδους κωδωνοστασίου που, εκτός των άλλων, ‘’διακηρύσσει’’ πως ακόμα δεν κατάλαβαν οι κληρικοί ότι τώρα πια κανείς δεν πάει στην ακολουθία, επειδή άκουσε την … καμπάνα!!

Από τη μία, μια μικρή «φονταμενταλιστική» μερίδα ανθρώπων (δεν το λέω απορριπτικά αλλά ουσιαστικά, αν επιτρέπεται τέτοια διασταλτική ερμηνεία) εμφορούμενη από τις αντιλήψεις περί παραδόσεως που προαναφέραμε και από την άλλη, τα πλανώμενα πρόβατα, που «κουβαλούν» μια αόριστη και ασαφή εικόνα της … μάντρας από την οποία το «έσκασαν»! Ανάμεσά τους μια ποιμαίνουσα εκκλησία γεμάτη φόβους για τους φονταμενταλιστές και αγωνίες (όταν έχει…) για τους πλανώμενους!  

 Η σημερινή εκκλησία, ανάμεσα στα δύο σπήλαια, το αρχικό σπήλαιο της γεννήσεως στην Βηθλεέμ και το τελικό σπήλαιο του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ, και με ενδιάμεση δόξα τις κατακόμβες, άραγε, τι παρουσία επιθυμεί να έχει στον «κοινωνικό» χώρο των πλανωμένων προβάτων της; 

Είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί η αποξένωση του σημερινού ανθρώπου από τα πομπώδη μεγέθη και τις επιβλητικές εικόνες; Είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό το γεγονός ότι κάθε οπτικά κραυγαλέο ενοχλεί, και το χειρότερο «θυμώνει» τους ανθρώπους – χριστιανούς; Ότι ο «βασιλιάς» δεν είναι πλέον το κοινωνικό πρόταγμα ούτε η αποδεκτή ρύθμιση για τα κοινά της ζωής και συνεπώς αν ταυτίσουμε τον Χριστό με ναούς ... «ανάκτορα» και με «επιβεβλημένες δυναστείες», θα ζημιώσουμε τους ανθρώπους, οι οποίοι, δικαιολογημένα, δεν θα θελήσουν να έχουν σχέση με μια πίστη που εκφράζεται με αυτό τον τρόπο; Σε ένα κόσμο απόλυτα παραδομένο πλέον στον εντυπωσιασμό και στην πλαστότητα του θεάματος, ο σύγχρονος άνθρωπος, δεν αναζητά πλέον «σημείον» δύναμης αλλά «σημείον» γνησιότητας! Αυτή του λείπει!

Στο ιστορικό της παρελθόν, η Κωνσταντίνεια ελευθερία (φέτος έχουμε και τα 1700 χρόνια από το διάταγμα ελεύθερης άσκησης της πίστεως το λεγόμενο των Μεδιολάνων) έδωσε την (τελικώς πειρασμική) δυνατότητα στους ποιμένες να φαντάζονται τον κόσμο τον πεπτωκότα ως κόσμο της Εκκλησίας και μέσα σ’ αυτόν να προτείνουν … μεγαλεία (Ναός Αγ. Σοφίας-Μεσαιωνικοί Ναοί) ως πρόταση τρόπου επιστροφής των πλανωμένων!! Ίσως τότε να λειτούργησε αυτή η ποιμαντική πρόταση. Ίσως ο τότε άνθρωπος, έχοντας απλή γνώμη για τον εαυτό του, να θεωρούσε ως προσωπική αναβάθμιση τη συμπροσευχή με τον Βασιλιά και τους άρχοντες σε ένα μεγαλοπρεπές και λαμπρό κτίριο, που φανέρωνε και την δόξα…του Επουρανίου Βασιλέως! Βέβαια και τότε και από πολύ πιο πριν, ο Επουράνιος Βασιλεύς «δόξαν ἰδίαν» έλεγε τον Σταυρόν. 

Ο Χριστός δεν είχε καμία δυσκολία να εγκαταλείψει πολύ γρήγορα (μόνον μετά από 33 χρόνια) τον Ναό του Σολομώντος σε λεηλασία και ερήμωση. Να αδιαφορήσει για τον Ναό του Ζοροβάβελ και να προφητεύσει την εκ θεμελίων καταστροφή του μεγαλοπρεπούς και πελώριου ναού του Ηρώδη. Να αφήσει επίσης έρημες τις τεράστιες βασιλικές της Μαυριτανίας και της Περσίας, καθώς και τα ναΐδρια της Καππαδοκίας μαζί με την Αγιά Σοφιά. 

Αλίμονο σε μια Εκκλησία, που δεν μπορεί να «γνωρίσει» τα σημεία των καιρών! (Ματθ. 16,3). Που φαντάζεται τα κτίρια ad majorem gloriam Dei! Που δεν αντιλαμβάνεται ότι ζει και υπάρχει ανάμεσα σε ανθρώπους αυτάρεσκους, βουλιαγμένους στον υποκειμενισμό, σοφιστές, για τους οποίους η ίδια πρέπει να είναι καταλύτης και «έλεγχος αληθείας» και να τους διδάσκει να προτιμούν την αλήθεια ακόμα και όταν τους … «συμφέρει» το ψέμα! 

Στην Παλαιά Διαθήκη, Βαιθήλ δηλαδή οίκος Θεού, ήταν ένας τόπος όπου ένας άνθρωπος συνάντησε τον Θεό. Σε τελική ανάλυση βέβαια και τότε δεν ήταν η συνάντηση αυτή αποτέλεσμα κάποιου άγιου τόπου! Ήταν αποτέλεσμα ποιοτικών δεδομένων του ανθρώπου! Η ποιότητα της καρδιάς του Πατριάρχου Ιακώβ του έδινε τη δυνατότητα να «δει» την κλίμακα που ανεβάζει στον ουρανό! Ότι αυτό είναι απολύτως σίγουρο, φαίνεται από το γεγονός, ότι εκ των υστέρων, η Βαιθήλ (ως τοπωνύμιο) μετονομάστηκε σε Λούζ, δηλαδή απόρριψη! Αυτό σημαίνει Λούζ! Διαβάζοντας αυτά, θυμάται κανείς τον Χριστό να λέει στη Σαμαρείτιδα ότι ούτε στο όρος Γαριζίν ούτε στα Ιεροσόλυμα γίνεται αληθής λατρεία του Θεού … αλλά μόνον ‘’ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ’’ (Ιωαν. 4,19-25).

Για να επανέλθουμε στην Παλαιά Διαθήκη, μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, ακολούθησε η κατασκευή της Σκηνής του Μαρτυρίου, που περιείχε τις πλάκες της Διαθήκης (Νόμος του Θεού), την ράβδο του Ααρών (Ιερωσύνη) και το Μάνα (Ευχαριστία). Η Σκηνή του Μαρτυρίου βρισκόταν ανάμεσα στο λαό του Θεού, για να τους θυμίζει (και να μας θυμίζει) ότι: Σκηνή σημαίνει «χώρος κατοικίας» του Θεού. Και ‘’Μαρτυρίου’’ σημαίνει «φανέρωση του Θεού». Νόμος-Ιερωσύνη-Ευχαριστία είναι το περιεχόμενο του τρόπου με τον οποίον υλοποιείται και φανερώνεται η κατοικία του Θεού ανάμεσά μας και μέσα μας! Βεβαίως όταν οι Εβραίοι αποδεικνύονταν ανάξιοι της συγκατοίκησης με το Θεό, τότε ο Θεός «δεν δίσταζε» να παραδίδει στους αλλοφύλους την Σκηνή του Μαρτυρίου (Α΄ Βασιλ. 4,22)!!

Ο Δαβίδ όταν έχτισε για τον εαυτό του ένα ανάκτορο ονειρεύτηκε να οικοδομήσει έναν ναό για τον Θεό. Ο Θεός  σ’ αυτό διαφώνησε επισημαίνοντάς του ότι δεν θα είναι αυτός που θα κτίσει έναν οίκο στον Θεό, αλλά ο Θεός θα κτίσει οίκο στον Δαβίδ! Μ’ αυτό ο Θεός εννοεί, για τον Δαβίδ μεν, την δυναστεία που του έδωσε, για μας δε, τον οίκο της καρδιάς μας στον οποίον ή θέλει να κατοικεί [ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου (Ματθ. 22,37)] ή … «απαναίνεται» δηλ. αρνείται [ἡ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ (Ματθ. 15,8)].

Η συνέχεια της ιστορίας είναι το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Απ. Παύλου στους Αθηναίους: «Ὁ Θεός ὁ ποιήσας τόν κόσμον καί πάντα τά ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καί γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδέ ὑπό χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται …» (Πραξ. 17,24-25).

Δηλαδή, τι θέλεις να πεις μ’ όλα αυτά, πάτερ; 

Ίσως σε κάποιους να γεννήθηκε αυτό το ερώτημα. Άραγε θέλω να πω ότι δεν χρειάζονται ναοί; Ότι δεν έχουμε ανάγκη χώρου λατρείας; Ότι τα εξωτερικά στοιχεία δεν ενδιαφέρουν την Ορθόδοξη-Εκκλησία; Όλα αυτά … και τίποτε από αυτά. Θέλω απλώς να πω ότι ο Χριστός είναι ο λατρευόμενος και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Βρίσκεται ανάμεσά τους. Η σκιά Του πέφτει και δημιουργεί την Παλαιά Διαθήκη (η θύρα της σκηνής του Μαρτυρίου καθώς και των τριών ναών ήταν από την ανατολή) ενώ η ένσαρκη παρουσία του γεννάει την Καινή Διαθήκη. Όχι ακόμα άλλη μία, αλλά μία ΑΛΛΗ Διαθήκη. 

Σ’ αυτή την καινούργια Διαθήκη, Ναός είναι ο Ιησούς Χριστός. 

Αυτός που λέει στους Εβραίους: Γκρεμίστε αυτόν τον Ναό και θα τον ξανακτίσω σε τρείς ημέρες (Μαρκ. 14,58). 

Αυτός που ενώ εκείνοι «τον γκρεμίζουν» (Σταύρωση) σκίζει το καταπέτασμα που χωρίζει τα άγια των αγίων. 

Αυτός λοιπόν είναι ο νέος και οριστικός ναός. 

Αυτός που κάνει κατοικία του την μόνιμη συναναστροφή με τους ανθρώπους (… καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν… Ιωαν.1,14). 

Αυτός που θα είναι πλέον, μετά την Ανάσταση παρών, σ’ όλους τους τόπους και σ όλους τους αιώνες, κατά  την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας!! 

Μέσα σ’ όλη αυτή την συγκυρία του σήμερα ο Αμερικανορώσσος ποιητής Peter Orlofski γράφει:

……………………………………………………………………………

Να! τρίζω τα δόντια, 

γιατί μου λείπει η αγάπη, 

μπαίνοντας στον καθεδρικό! 

Είναι σαν να εισέρχομαι 

σε μια κρύα σόμπα.

Σ’ ένα παγωμένο  γάντι

……………………………………………………………………………

Στους σημερινούς ανθρώπους νομίζω και πιστεύω η Εκκλησία πρέπει να απευθυνθεί με την ομορφιά του πνευματικού και ουράνιου Ναού, που είναι ο Χριστός ο οποίος έχει εισέλθει στα επουράνια άγια των Αγίων με το δικό του Αίμα (Εβρ. 9,11-14). Και Τον Οποίον μπορούμε να προσεγγίσουμε με την βοήθεια της Πίστεως. 

Στον σύγχρονο άνθρωπο τα εντυπωσιακά και ακριβά κτίρια των ναών δεν γεννούν διάθεση φιλοθεΐας και αγάπης για τον Χριστό αλλά σύγχυση, δίνοντας την εντύπωση ότι δήθεν ο Χριστός τα απαιτεί, και συνεπώς είναι ένας επουράνιος δυνάστης, που «ο μπαγάσας περνάει καλά εκεί πάνω», όπως τραγουδάει ο Ν. Άσημος.

Στον σύγχρονο άνθρωπο πρέπει να δείξουμε το «κατάστικτον τοῖς μώλωψι» σώμα του Χριστού, που συγχρόνως είναι πανσθενουργόν και μέσα στον Πανάγιο Τάφο ή στο σπήλαιο της Βηθλεέμ και σ’ ένα ξωκκλήσι και σε μια μικρή προκάτ Εκκλησία και σ’ έναν μεγάλο ναό! Να του μάθουμε ότι για την … ’’πρόσληψη’’ του Χριστού χρειάζεται … καρδία αγαπώσα και όχι θρησκευτικό σαλόνι πολυτελείας. 

Νομίζω ότι αυτό  ειδικώς σήμερα είναι επιτακτική ανάγκη.

Η Εκκλησία είναι αυτό το μακροχρόνιο προσκύνημα των πιστών που, πορευόμενοι, αναμορφώνονται σιγά-σιγά απ’ την αγάπη του Θεού. 

Είναι το πέρασμα των Χριστιανών προς την αγκαλιά του Θεού και η διαμονή τους εκεί. 

Οι άνθρωποι αστοχούμε πάντα στην αποδοχή, όπως θα έπρεπε, της αγάπης Του. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, ευτυχώς, σπάνια παρουσιάζει την αστραφτερή εικόνα που θα απαιτούσε ένα ιδεαλιστικό όραμα γι’ αυτήν. 

Στην πορεία, αργοπορεί και τεμπελιάζει, γιατί η ανθρωπότητα δεν είναι πρόθυμη να αφεθεί στην αγάπη μέχρι το μεδούλι της. Ωστόσο, ταυτόχρονα, επιτυγχάνει, γιατί ο Θεός δεν αρνείται ποτέ να δοθεί σε όποιον τον αναζητά. 

Να γιατί η Εκκλησία στο πέρασμα των αιώνων, άνοιξε τόσο καταπληκτικούς δρόμους: για να ακούγεται διαρκώς ολοένα το ανατρεπτικό κάλεσμα του Θεού. Αυτοί οι «δρόμοι», περισσότερο από ποτέ, είναι αναγκαίο σήμερα να είναι ανοιχτοί και προσβάσιμοι σε κάθε μέλος της εκκλησίας – σε κάθε χριστιανό, και η ασχολία με τέτοια θέματα να μην είναι εξειδίκευση αλλά «κατασκευή» του σπιτιού μας.

«Λοιπόν δεν είστε ξένοι και περαστικοί, αλλά συμπολίτες των αγίων και οικείοι του Θεού. Έχετε προστεθεί εποικοδομούμενοι στο οικοδόμημα, στο οποίο είναι «ακρογωνιαίος» θεμελιώδης λίθος, ο Χριστός, και το θεμέλιο έθεσαν οι απόστολοι και οι προφήτες. Στηριγμένη πάνω στον Χριστό όλη η «οικοδομή» αυξάνει και συνενώνεται γινόμενη οίκος άγιος εν Κυρίω. Ενωμένοι με τον Χριστό και σεις συναρμολογείσθε μαζί με τους άλλους πιστούς σε ένα ναό – κατοικητήριο» ... «ὥστε τόν Θεόν ἐνοικῆσαι ἐν τῷ ναῷ τούτῳ. Ἕκαστος, γάρ ὑμῶν ναός ἐστί, καί, κοινῇ, πάντες».

Αυτά μας έλεγε την Κυριακή που μας πέρασε ο απόστολος Παύλος (Εφεσ. 2, 14-22) και υπομνημάτιζε ο άγιος Χρυσόστομος για τον συναπαρτισμό του σώματος του Χριστού (κεφαλής και μελών αναποσπάστως), το οποίο Σώμα, είναι ο πραγματικός και οριστικός Ναός. Για να ελευθερωθούμε επιτέλους κάποτε από τον θεολογικό φετιχισμό να νομίζουμε και να ονομάζουμε Εκκλησία ... το άδειο κτίριο.

Σας ευχαριστώ.

 +

Category: /