Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

(ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ )

Αλεξανδρος Ελτσιανίνωφ : Πνευματικά Κεφάλαια  , σελ.246-255.

 

Ο μεγαλύτερος γνώστης του βάθους του ανθρωπίνου πνεύματος, ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, λέει στον 41ο[*] Λόγο του: «Ὁ αἰσθηθείς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, κρείττων ἐστί τοῦ ἐγείροντος τούς νεκρούς ἐν τῇ ἑαυτοῦ προσευχῇ... ἀξιωθείς ἰδεῖν ἑαυτόν, αὐτός κρείττων ἐστί τοῦ ἀξιωθέντος ἰδεῖν τούς Ἀγγέλους».

Σ’ αυτήν ακριβώς την αυτοεπίγνωση οδηγεί η εξέταση του θέματος, που θέσαμε σαν επικεφαλίδα.

Και η υπερηφάνεια, και η φιλαυτία και η κενοδοξία —σ’ αυτές δε, μπορούμε να προσθέσουμε την υπεροψία, την αλαζονεία και την έπαρση— όλα αυτά είναι διάφορες πλευρές ή όψεις του ίδιου θεμελιώδους φαινομένου, της «στροφής και της αποκλειστικής προσοχής στον εαυτό μας». Ας έχουμε την τελευταία αυτή φράση σαν γενικό όρο, που καλύπτει όλους τους όρους, που μόλις τώρα αριθμήσαμε.

Απ’ όλες αυτές τις λέξεις δυο είναι που ξεχωρίζουν με την δυνατή τους έννοια, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια. Αυτές οι δυο, σύμφωνα με την «Κλίμακα» του Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος, «τοσαύτην μόνον πρός ἀλλήλας τήν διαφοράν κέκτηνται, ὅσην ἔχει τῇ φύσει ὁ παῖς παρά τόν ἄνδρα, καί ὁ σίτος παρά τόν ἄρτον· ἀρχή μεν γάρ τό πρότερον, τέλος δέ τό δεύτερον».

Τα συμπτώματα της κενοδοξίας, της αρχικής, της πρώτης αυτής αμαρτίας, είναι η ανικανότητα να δέχεται κανείς μομφές και επιπλήξεις, η δίψα για επαίνους, η επιζήτηση των εύκολων δρόμων και ο συνεχής προσανατολισμός στους άλλους, στην έγνοια «τι θα πουν;», «πως θα τους φανεί;», «τι θα σκεφτούν;» Η κενοδοξία βλέπει από μακρυά τον θεατή να πλησιάζει και κάνει τους οργίλους - τρυφερούς και γλυκομίλητους, τους επιπόλαιους - σοβαρούς, τους αφηρημένους-προσεκτικούς και τους λαίμαργους -εγκρατείς και λιτοδίαιτους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενόσω υπάρχουν θεατές.

Η παιδική και εφηβική ντροπαλότητα συχνά δεν είναι τίποτ' άλλο παρά κρυμμένος εγωισμός και κενοδοξία.

Με τον ίδιο αυτό προσανατολισμό προς κάποιο θεατή εξηγείται και η αμαρτία της δικαιολόγησης του εαυτού μας, που παρεισδύει, δίχως να το προσέχουμε, ακόμα και στην εξομολόγησή μας, όταν λέμε, για παράδειγμα: «Είμαι αμαρτωλός, όπως όλοι οι άνθρωποι», ή «δεν έκανα παρά μόνο μικροαμαρτίες· δεν σκότωσα, δεν έκλεψα». Στα ημερολόγια της κόμησσας Σ. Α. Τολστόη υπάρχει ένα τέτοιο χαρακτηριστικό κείμενο: «Και το γεγονός ότι δεν μπορούσα και δεν ήξερα να αναθρέψω και διαπαιδαγωγήσω τα παιδιά μου (παντρεύτηκα, ενώ ήμουνα ακόμα ένα μικρό κορίτσι, και κλείστηκα σ’ ένα χωριό για 18 χρόνια) με βασανίζει συχνά». Η κυριώτερη φράση, που εμπεριέχει το αίσθημα της μετάνοιας, αναιρείται με την αυτοδικαιολόγηση, που είναι μεταξύ των παρενθέσεων.

Ο δαίμονας της κενοδοξίας χαίρεται —λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος— σαν βλέπει να πληθύνονται οι αρετές μας, γιατί όσο περισσότερες επιτυχίες έχουμε, τόσο περισσότερη τροφή έχουμε για να θρέψουμε την κενοδοξία μας: «...νηστεύων κενοδοξῶ, καί καταλύων ἵνα μή γνωσθῶ, ὡς φρόνιμος πάλιν κενοδοξῶ. Λαμπρά περιβεβλημένος, ἡττῶμαι ταύτη, καί εὐτελῆ ἐξαλλάσσων, πάλιν κενοδοξῶ· λαλῶν ἡττῶμαι, καί σιωπῶν πάλιν ἡττήθην. ς ἄν ρίψῃς ταύτην τήν τρίβολον, ὀρθόν τό κέντρον ἵσταται». (Κλίμαξ, P.G. 88, 949 Β-C).

Ο Λέων Τολστόη ήξερε καλά ότι είναι δηλητηριώδης η ουσία της κενοδοξίας. Στα πρώτα του ημερολόγια στηλιτεύει με σκληρότητα τον εαυτό του για κενοδοξία. Σ’ ένα από τα ημερολόγιά του της δεκαετίας του 1850 παραπονιέται με πικρία πως, μόλις εμφανιστεί μέσα στην ψυχή του ένα καλό αίσθημα, μια αυθόρμητη ψυχική κίνηση, αμέσως αρχίζει να ναρκισσεύεται και να κενοδοξεί κοιτάζοντας και ψηλαφώντας τον εαυτό του και έτσι εξαφανίζονται οι πιο πολύτιμες κινήσεις της ψυχής και λυώνουν όπως το χιόνι στον ήλιο. «Λυώνουν» σημαίνει «πεθαίνουν», δηλαδή, εξαιτίας της κενοδοξίας πεθαίνει ό,τι καλύτερο υπάρχει μέσα μας, κι αυτό, με την σειρά του, σημαίνει πως με την κενοδοξία σκοτώνουμε τον εαυτό μας κι έτσι, την πραγματική, την απλή και καλή ζωή την αντικαθιστούμε με φαντάσματα. Ο κενόδοξος σπεύδει προς τον θάνατο και τον βρίσκει.

Γράφει ένας σύγχρονος συγγραφέας: «Σπάνια είδα τη μεγάλη, σιωπηλή χαρά του πόνου να διαπερνά τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής χωρίς να συνοδεύεται από τον αποκρουστικό συνοδό της, τη μάταιη και φλύαρη φιλαρέσκεια (την κενοδοξία). Ποιά είναι η ουσία της φιλαρέσκειας; Νομίζω, η ανικανότητά μας να είμαστε εμείς ο εαυτός μας. Οι φιλάρεσκοι άνθρωποι είναι στην ουσία άνθρωποι που δεν υπάρχουν (οι ίδιοι), γιατί την ύπαρξή τους την εξισώνουν οι ίδιοι με ό,τι οι άλλοι νομίζουν γι αυτούς. Όταν ζουν τις πιο μεγάλες δοκιμασίες, οι φιλάρεσκοι άνθρωποι επιδιώκουν με όλο τους το είναι να τις δείχνουν στους άλλους, γιατί τα ξένα βλέμματα, που στρέφονται πάνω τους είναι το ίδιο όπως και τα φώτα της ράμπας για το σκηνικό στο θέατρο» (Στεπούν «Νικολάϊ Περεσλέγκιν», σελ. 24).

Η κενοδοξία, σαν δυναμώσει, γεννά την υπερηφάνεια.

Η υπερηφάνεια είναι άκρα αυτοπεποίθηση, που συνδυάζεται με την απόρριψη παντός, ό,τι δεν είναι δικό μου, πηγή οργής, σκληρότητας και κακίας· είναι αποποίηση και άρνηση της Θείας βοήθειας, είναι το «οχυρό του δαίμονα»· είναι «τεῖχος χαλκοῦν ἀναμέσον ἡμῶν καί τοῦ Θεοῦ» (Ἀββᾶς Ποιμήν)· είναι έχθρα απέναντι στον Θεό, η αρχή κάθε αμαρτίας· κάθε υπερηφάνεια ενυπάρχει μέσα σε κάθε αμαρτία. Γιατί κάθε αμαρτία είναι εκούσια παράδοση του εαυτού μας στο πάθος μας, η ενσυνείδητη καταπάτηση του Θείου νόμου, θράσος απέναντι στον Θεό, μολονότι «είναι ακριβώς ο άνθρωπος, που υποτάχθηκε στην υπερηφάνεια, που έχει μέγιστη ανάγκη του Θεού, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να λυτρώσουν τέτοιον άνθρωπο» («Κλίμαξ»).

Από που προέρχεται αυτό το πάθος της υπερηφάνειας; Πώς αρχίζει; Πώς τρέφεται; Ποια σημάδια διέρχεται κατά την ανάπτυξή της; Από ποια σημάδια είναι δυνατό να την αναγνωρίσουμε; Αυτό το τελευταίο ερώτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί ο υπερήφανος συνήθως δεν βλέπει το αμάρτημά του. «Κάποιος σοφός γέροντας νουθετούσε κάποτε έναν αδελφό να μην υπερηφανεύεται. Εκείνος, όμως, τυφλωμένος όπως ήταν στο νου, του απάντησε: «Συγχώρεσέ με, πάτερ, αλλά δεν υπάρχει υπερηφάνεια μέσα μου». Ο σοφός γέροντας τότε του είπε: «παιδί μου, αυτή σου η απάντηση είναι η καλύτερη απόδειξη της υπερηφάνειάς σου».

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει πολύ ωραία γι’ αυτό: «Άνθρωπος, που υποφέρει πολύ στο βάθος της καρδιάς του, όταν τον θίγουν ή τον προσβάλλουν, είναι φανερό πως μέσα στα σπλάγχνα του φέρει τον αρχαίον όφιν της υπερηφανείας. Αν αρχίσει, όμως, να δέχεται σιωπηλά τις προσβολές και τις ύβρεις, τότε θα καταστήσει τον όφιν αυτό ανίσχυρο και αδύνατο. Αν όμως πρόκειται να αντιδρά με πικρία και να μιλά με θράσος, τότε θα δίνει στον όφιν την δύναμη να χύνει το δηλητήριό του στην καρδιά του και να του κατατρώγει αλύπητα τα σωθικά».

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας λέγει παρόμοια πράγματα στον Λόγο του κατά των ειδωλολατρών: «Οι άνθρωποι έπεσαν στον πόθο του εαυτού τους, προτιμώντας να θεώνται τον εαυτό τους παρά τον Θεό» (Έργα, τομ. 1, σελ. 8, έκδ. 1851, Μ.). Σ’ αυτόν τον σύντομο ορισμό είναι κρυμμένη η ίδια η ουσία της υπερηφανείας: Ο άνθρωπος, για τον όποιον ως τώρα το επίκεντρο του πόθου του ήταν ο Θεός, έστρεψε τα νώτα στον Θεό, «περιέπεσε στον πόθο του εαυτού του», πόθησε και αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο τον Θεό και αντί της θέας του Θεού, προτίμησε την θέα του εαυτού του.

Στην ζωή μας, αυτή η στροφή προς την «αυτοθέαση» και τον «πόθο προς τον εαυτό μας» έγινε η φύση μας και εκδηλώνεται τουλάχιστον υπό τη μορφή του ισχυρού ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως τόσο στην σωματική, όσο και στην ψυχική μας ζωή.

Όπως ο κακοήθης όγκος αρχίζει συχνά από ένα μώλωπα ή από παρατεταμένο ερεθισμό ενός ορισμένου μέρους του οργανισμού, έτσι και η αρρώστια της υπερηφάνειας συχνά αρχίζει είτε από απότομη ψυχική διαταραχή (για παράδειγμα, από μια μεγάλη λύπη), είτε από ένα παρατεταμένο αίσθημα για την προσωπική μας κατάσταση, που είναι αποτέλεσμα, για παράδειγμα, επιτυχίας, τύχης ή συνεχούς άσκησης του ταλέντου μας.

Συχνά, ένας άνθρωπος σαν αυτόν, είναι ό,τι ονομάζουμε άνθρωπο «ιδιότροπο και ευέξαπτο», «ενθουσιώδη», «παθιασμένο», ταλαν­τούχο. Είναι ένα είδος αναβλύζουσας θερμοπηγής, που με την συνεχή αναπήδησή της εμποδίζει και τον Θεό και τους ανθρώπους να την πλησιάσουν. Είναι πλήρης μέσα στον εαυτό του, απορροφημένος στον εαυτό του, καταμαγεμένος με τον εαυτό του. Δεν βλέπει, ούτε αισθάνεται ο,τιδήποτε εκτός από τον δικό του ενθουσιασμό και το ταλέντο του, που απολαμβάνει, και που του δίνει πλήρη ευτυχία και ικανοποίηση. Δύσκολα μπορεί κανείς να κάνει οτιδήποτε μ' αυτούς τους ανθρώπους, πριν ξεθυμάνουν οι ίδιοι, πριν σβήσει το ηφαίστειο. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος για κάθε προικισμένο, ταλαντούχο άνθρωπο. Αυτές οι ιδιότητες πρέπει να αντισταθμίζονται με μια πλήρη, βαθιά πνευματικότητα.

Στις αντίθετες περιπτώσεις, όταν ο άνθρωπος δοκιμάζει λύπη, έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα: Ο άνθρωπος είναι «απορροφημένος» από την λύπη του κι ο γύρω κόσμος σβήνει και σκοτεινιάζει για τα μάτια του· δεν μπορεί να σκεφτεί, ούτε να μιλήσει παρά μόνο για την λύπη του· μ’ αυτή την λύπη ζει, απ’ αυτή πιάνεται στο τέλος, σαν το μόνο πράγμα, που του απέμεινε, σαν το μόνο νόημα της ζωής του. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι, «που προσπάθησαν να βρουν απόλαυση ακόμα και σ' αυτό το αίσθημα της δικής τους ταπείνωσης». (Ντοστογιέβσκη: «Το υπόγειο»).

Συχνά αυτό το αίσθημα της εσωστρέφειας αναπτύσσεται σε ανθρώπους ήσυχους, υπάκουους κι αμίλητους, που η προσωπική τους ζωή καταπνίγεται από την παιδική τους ηλικία, αυτή δε «η καταπνιγμένη υποκειμενικότητά τους προκαλεί, σαν αντιστάθμισμα, μια εγωκεντρική τάση» (Γιούγκ: «Ψυχολογικοί τύποι»), που παίρνει τις πιο ποικίλουσες μορφές: «Ευθιξία, καχυποψία, φιλαρέσκεια, επιθυμία να προσελκύουν στον εαυτό τους την προσοχή ακόμη και με την συντήρηση και τη μεγαλοποίηση κακών διαδόσεων για τον εαυτό τους και, τέλος, πραγματικές ψυχώσεις του χαρακτήρα των έμμονων ιδεών, μανία καταδιώξεως ή μεγαλομανίας» (Ποπρίστσιν στα «Απομνημονεύματα ενός τρελλού» του Γκόγκολ).

Έτσι, το κλείσιμο και η συγκέντρωση του ανθρώπου στον εαυτό του τον απομακρύνει από τον κόσμο και τον Θεό και, σαν αποτέλεσμα, ο άνθρωπος αυτός αποκόπτεται, θάλεγε κανείς, από τον κοινό κορμό του σύμπαντος και γίνεται κάτι σαν ροκανίδι, που υψώνεται σπειροειδώς γύρω από ένα κενό χώρο.

Ας προσπαθήσουμε να σημειώσουμε τα κυρία στάδια ανάπτυξης της υπερηφάνειας, από το ήπιο αίσθημα αυτάρκειας ίσαμε τον άκρο σκοτασμό της ψυχής και την πλήρη απώλεια.

Στην αρχή, αυτό παίρνει μονάχα τη μορφή απασχόλησης του ανθρώπου με τον εαυτό του, σχεδόν φυσιολογικής, που συνοδεύεται από μια καλή διάθεση, που συχνά μετατρέπεται σε επιπολαιότητα. Ο άνθρωπος, στην περίπτωση αυτή, είναι ικανοποιημένος με τον εαυτό του, ξεκαρδίζεται στα γέλια, σφυρίζει, τραγουδάει, αδιαφορεί για τους πάντες και τα πάντα· του αρέσει να φαίνεται πρωτότυπος, να προκαλεί έκπληξη στους άλλους με διάφορες παραδοξολογίες και να κάνει πνεύμα· επίσης εκδηλώνει ιδιαίτερα γούστα και είναι ιδιότροπος στο φαγητό. Δίνει ευχαρίστως συμβουλές και αναμιγνύεται φιλικά στις υποθέσεις άλλων· άθελα του φανερώνει το εξαιρετικό του ενδιαφέρον για τον εαυτό του, με φράσεις σαν αυτές (διακόπτοντας άλλους): «Όχι, αυτό που θα σας που εγώ», είτε «όχι, εγώ ξέρω καλύτερα την περίπτωση», είτε « Εγώ συνηθίζω να...», «Εγώ ακολουθώ τον κανόνα να...», είτε «εγώ συνηθίζω να προτιμώ...» (στον Τουργκένιεφ).

Μιλώντας για την δυστυχία των άλλων, δίχως να το συνειδητοποιούν λένε για τον εαυτό τους: «Ταράχτηκα τόσο, που ίσαμε τώρα δεν μπορώ να συνέλθω». Εκτός απ’ αυτό, τέτοιοι άνθρωποι εξαρτώνται υπερβολικά από την επιδοκιμασία των άλλων έτσι, που σε συνάρτηση με το αν επιδοκιμάζονται ή αποδοκιμάζονται από τους άλλους, ακτινοβολούν από ευτυχία ή μαραίνονται και «κατσουφιάζουν». Ωστόσο, σ’ αυτό το στάδιο, αν πρόκειται να μιλήσουμε γενικά, η διάθεση παραμένει ευχάριστη. Αυτό το είδος εγωκεντρισμού είναι πολύ χαρακτηριστικό της νεανικής ηλικίας, μολονότι απαντάται και σε ώριμη ηλικία.

Είναι τυχερός ένας άνθρωπος, αν σ’ αυτό το στάδιο του τύχουν σοβαρές μέριμνες, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν άλλους (γάμος, οικογένεια), εργασία, φροντίδα, είτε αν τον συνεπάρει η θρησκευτική ζωή και, θελγόμενος από το κάλλος της πνευματικής άθλησης, δει την φτώχεια του και την αθλιότητά του και ποθήσει την βοήθεια της Θείας Χάρης. Αν δεν συμβεί αυτό, η αρρώστια συνεχίζει να αναπτύσσεται.

Στην συνέχεια εμφανίζεται το αίσθημα μιας ειλικρινούς βεβαιότητας για την ανωτερότητά του. Συχνά, αυτό εκφράζεται με μια ακράτητη φλυαρία. Γιατί, τι είναι η φλυαρία, αν μη, από τη μια, έλλειψη μετριοφροσύνης και σεμνότητας, κι από την άλλη, μια πράξη να προσφέρει κανείς απόλαυση στον εαυτό του με το να αυτοαποκαλύπτεται; Ο εγωιστικός χαρακτήρας της πολυλογίας δεν μειώνεται με κανένα τρόπο από το γεγονός ότι αυτή η πολυλογία περιστρέφεται γύρω από ένα σοβαρό θέμα. Ο εγωιστής μπορεί να κάνει σχόλια πάνω στην ταπείνωση και την σιωπή, να εγκωμιάσει τη νηστεία και να συζητήσει τι είναι ανώτερο απ’ τα δυο, τα καλά έργα ή η προσευχή.

Η αυτοπεποίθηση του ανθρώπου αυτού μετατρέπεται γρήγορα σε πάθος να εξουσιάζει, να διατάζει· καταπατεί την θέληση των άλλων (ενώ δεν ανέχεται την παραμικρή καταπάτηση του δικού του θελήματος), θέτει στην διάθεσή του την προσοχή, τον χρόνο και τις δυνάμεις των άλλων, γίνεται θρασύς κι αναιδής. Οι δικές του υποθέσεις είναι σπουδαίες, των άλλων οι υποθέσεις είναι πράγματα μηδαμινά. Καταπιάνεται με τα πάντα, σ’ όλα ανακατεύεται.

Σ’ αυτό το στάδιο η διάθεση του υπερήφανου ανθρώπου χαλάει. Σαν συνέπεια της επιθετικότητάς του συνταντάει αντίδραση και αντίσταση· αρχίζει να γίνεται ευερέθιστος, πεισματάρης και δύστροπος· είναι σίγουρος ότι κανείς δεν τον καταλαβαίνει, ακόμα κι ο πνευματικός του· οι συγκρούσεις του με τον «κόσμο» οξύνονται κι ο υπερήφανος τελικά κάνει την εκλογή του: το «εγώ» του βρίσκεται σ’ αντίθεση με τον κόσμο, όχι όμως ακόμη σε αντίθεση με τον Θεό.

Η ψυχή του γίνεται σκοτεινή και ψυχραίνεται, μέσα της θρονιάζεται η υπεροψία, η περιφρόνηση, η κακία και το μίσος. Σκοτίζεται ο νους του κι η διάκριση μεταξύ καλού και κακού συγχέεται, γιατί την θέση της παίρνει η διάκριση μεταξύ «του δικού μου» και «του μη δικού μου». Αποφεύγει κάθε πράξη υπακοής ή πειθαρχίας και δεν τον ανέχονται σε καμιά συναναστροφή. Σκοπός του είναι να κάνει το δικό του, να ντροπιάζει και να καταπλήσσει τους άλλους· επιδιώκει με δίψα να είναι διάσημος, έστω και μέσω σκανδάλων, εκδικούμενος έτσι τον κόσμο, που δεν τον ανεγνώρισε. Αν είναι μοναχός, εγκαταλείπει το μοναστήρι, όπου όλα του είναι ανυπόφορα, και αναζητάει δικούς του δρόμους. Μερικές φορές, αυτή η δύναμη της αυτοβεβαίωσης κατευθύνεται προς την απόκτηση υλικών αγαθών, την καλή σταδιοδρομία, την κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα και, μερικές φορές, αν ο άνθρωπος αυτός έχει κάποιο ταλέντο, προς το δημιουργικό έργο· κι εδώ ο υπερήφανος μπορεί να κερδίσει μερικές νίκες, χάρη στην ενεργητικότητά του. Και είναι σε τέτοιο έδαφος που προκαλούνται τα σχίσματα και οι αιρέσεις.

Τέλος, στο τελευταίο στάδιο, ο υπερήφανος άνθρωπος θρυμμα­τίζει και τις σχέσεις του με τον Θεό. Αν προηγουμένως αμάρτανε από μια διάθεση να ατακτήσει και να κάνει ανταρσία, τώρα επιτρέπει στον εαυτό του τα πάντα: Η αμαρτία δεν τον βασανίζει, του γίνεται συνήθεια. Αν σ’ αυτό το στάδιο μπορεί να αισθάνεται άνετα, τότε άνετα νοιώθει και με τον διάβολο και πορευόμενος τις ατραπούς του σκότους. Ζόφος και σκοτάδι επικρατούν στην ψυχή του, η μοναξιά του είναι πλήρης, κι όμως, μαζί μ’ όλα αυτά, αισθάνεται ειλικρινέστερα ότι ο δρόμος, που διάλεξε, είναι σωστός. Νοιώθει πλήρη ασφάλεια, την στιγμή που οι μαύρες φτερούγες τον παρασύρουν γρήγορα κι ακράτητα προς την απώλεια.

Στην ουσία, αυτή η κατάσταση λίγο διαφέρει από την παραφροσύνη.

Ο υπερήφανος άνθρωπος, ακόμα και σ’ αυτήν την ζωή, βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απομόνωσης (σε ολόμαυρο σκοτάδι). Ας κοιτάξουμε, για να δούμε πως κουβεντιάζει και πως συζητά: Είτε δεν ακούει καθόλου αυτά που του λένε, είτε ακούει μονάχα όσα συμπίπτουν με τις απόψεις του· αν δε του λέγουν οτιδήποτε που δεν συμφωνεί με τη γνώμη του, εξοργίζεται σαν να τον πρόσβαλαν προσωπικά, χλευάζει και αποκρούει με οργή και λύσσα. Στους γύρω του βλέπει μονάχα εκείνα τα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, που τους επέβαλε εκείνος ο ίδιος έτσι, που ακόμα κι όταν επαινεί άλλους, παραμένει υπερήφανος, κλεισμένος στον εαυτό του, αδιαπέραστος απ’ όσα υπάρχουν γύρω του και τυφλός σ’ αυτά.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι οι πιο διαδεδομένες μορφές της αρρώστιας της ψυχής -η μεγαλομανία και η μανία καταδίωξης- πηγάζουν απ’ ευθείας από «υπέρμετρη συναίσθηση του δικού μας εαυτού» και είναι ολότελα αδιανόητες για τους ταπεινούς και τους απλούς ανθρώπους, γι’ αυτούς που ξεχνούν τον εαυτό τους. Γιατί και οι ψυχίατροι θεωρούν ότι στην ψυχική ασθένεια της παράνοιας οδηγούν κυρίως υπερβολική συναίσθηση της δικής μας προσωπικότητας, η εχθρική στάση απέναντι στους άλλους, η απώλεια της φυσιολογικής ικανότητας προσαρμογής και η διαστροφή_της_κρίσης. Ο κλασσικός τύπος παρανοϊκού ουδέποτε επικρίνει τον εαυτό του, πάντοτε έχει δίκαιο κατά την κρίση του και είναι έντονα ανικανοποίητος με τους γύρω του και τις συνθήκες της ζωής του.

Να, που κατανοούμε το βάθος του ορισμού, που έδωσε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για την υπερηφάνεια: «Ἡ ὑπερηφάνεια, γράφει, εἶναι ἄκρα ἀθλιότητα τῆς ψυχῆς».

Ο υπερήφανος υφίσταται ήττες σ’ όλους τους τομείς:

Α. Από την ψυχολογική σκοπιά -Πλήξη και μελαγχολία, σκοτάδι και στειρότητα ζωής.

Β. Από την ηθική σκοπιά  -Μοναξιά, στέρεμα της αγάπης, κακία.

Γ. Από την θεολογική σκοπιά  -Ψυχικός θάνατος, που προηγείται του σωματικού, γέεννα, κόλαση, ενόσω ζει ακόμα ο υπερήφανος.

Δ. Από την γνωσιολογική σκοπιά  -Αυτοκρατία (Δεν υπάρχει, δηλαδή, γι’ αυτόν παρά μόνο ο εαυτός του).

Ε. Από την φυσιολογική σκοπιά -Νευρική και ψυχική ασθένεια.

Σαν κατακλείδα, είναι φυσικό να διατυπώσουμε το ερώτημα: Πώς πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σ’ αυτήν την αρρώστια και τι πρέπει να αντιτάξουμε στην απώλεια, που απειλεί όσους ακολουθούν αυτό τον δρόμο;

Η απάντηση βγαίνει από την ουσία της ερώτησης· κι η απάντηση είναι: Η υπερηφάνεια καταπολεμείται αποτελεσματικά με την ταπείνωση, την υπακοή στην αντικειμενική αλήθεια, υπακοή βαθμιαία προς τους ανθρώπους, στους οικείους μας, στους νόμους του κόσμου τούτου, στην αντικειμενική αλήθεια, στην ωραιότητα, σε ό,τι είναι καλό μέσα μας κι έξω από μας, υπακοή στο Νόμο του Θεού, τέλος, υπακοή στην Εκκλησία, στις τυπικές διατάξεις της, στις εντολές της και στη μυστηριακή της ζωή.

Και για να το επιτύχουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε αυτό, που είναι στην αρχή του Χριστιανικού δρόμου: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν».

Να τον απαρνηθεί τον εαυτό του... να τον απαρνιέται κάθε μέρα ο άνθρωπος· όπως αναφέρεται στα πιο αρχαία χειρόγραφα, ας παίρνει ο άνθρωπος κάθε μέρα τον σταυρό του στους ώμους του, τον σταυρό της υπομονετικής ανοχής των προσβολών και των ύβρεων, τον σταυρό του να παίρνει πάντα την τελευταία θέση, τον σταυρό του να φέρει στενοχώριες και αρρώστιες και να δέχεται σιωπηλά τις προσβολές, τον σταυρό της πλήρους, της δίχως αντιλογίες υπακοής, της άμεσης, εκούσιας, χαρούμενης, άφοβης και αδιάλειπτης υπακοής.

Τότε θα του ανοιγεί η οδός, που οδηγεί στο βασίλειο της ειρήνης, «τῆς βαθυτάτης ταπεινοφροσύνης, τῆς ἀφανιζούσης πᾶν πάθος».

Τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅστις «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν», δόξα.

 

[*] Σημ. μεταφραστού: 34ο (λδ')·

Category: /
Θα Τον αγαπούσες αν Τον
γνώριζες
γιατί Αυτός είναι όλα όσα
αναζητάς:
Η Καλοσύνη, και η Ομορφιά,
Η Αλήθεια και η Αγάπη,
Και σε περιμένει από πάντα:
Μέσα στην καρδιά σου

                                     M. Zundel

                       «Το εσωτερικό Ευαγγέλιο»

Category: /

[Ένα κείμενο με αφορμή ένα δώρο που θα σας δοθεί…

αν το θελήσετε!] 

 

       Να ’σαι είκοσι δύο χρονών και να ’σαι θανατοποινίτης! Να πε­ρι­μένεις να σε κρεμάσουν! Η ζωή μπροστά γεμάτη ομορφιά και νειάτα και ’σένα να θέλουν να σε σκοτώσουν;

Category: /

Όπως ο υλισμός με όλες τις μορφές του − την επιστημονική, την οικονομική, την ψυχολογική − σάρωσε ευτυχώς τη στείρα σπιριτουαλιστική ρητορική προτού να εισαγάγει κι αυτός με τη σειρά του ένα νέο βερμπαλισμό, έτσι και οι φιλοσοφίες του μηδενός είναι στην ουσία είναι καλό αντίδοτο στα γούστα της αστικής σκέψης, στη βλακώδη αισιοδοξία της, στον απατηλό ιδεαλισμό της και στη θετικιστική ισοπέδωση του πραγματικού που την χαρακτηρίζει. Ο ίλιγγος του μηδενός είναι μια καλή πνευματική θεραπεία για τον μικροαστό με την υπερβολική του αυτοπεποίθηση. […]

Category: /

Victor E. Frankl, Εκδ. ΤΑΜΑΣΟΣ

 Κι όμως δεν είναι απόλυτα ακριβές να πούμε πως το ανθρώ­πινο σεξ είναι κάτι περισσότερο από απλό σεξ. Όπως έδειξε ο ηθολόγοςIrenaeus Eibl-Eibesfeldt, σε μερικά σπονδυλωτά η σεξουαλική συμπεριφορά εξυπηρετεί τη συνοχή της ομάδας -και αυτή είναι ειδικά η περίπτωση των βιολογικών προγόνων του ανθρώπου- εκείνων των πρωτευόντων θηλαστικών που ζουν σε ομάδες· έτσι σε μερικούς πιθήκους η σεξουαλική πράξη εξυπηρετεί κάποτε αποκλειστικά κοινωνικό σκοπό· στους ανθρώπους, δηλώνει ο Eibl-Eibesfeldt, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σεξουαλική πράξη εξυπηρετεί όχι μόνο τη διαιώνιση του είδους αλλά και τη μονογαμική σχέση μεταξύ των συζύγων.

Category: /

 Antoine de Saint-Exupery

-      Τι πάει να πει «ημερώσει;» 

-      Εσύ δεν είσαι απ' εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις; 

-      Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;» 

-      Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις; 

-      Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;» 

-      Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς...». 

-      Να δημιουργείς δεσμούς; 

-      Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ' άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ' έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ' έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο... 

Category: /

Κ.Μπαστιά

Η Ανάσταση στάθηκε κάρφος στον οφθαλμό της απιστίας. Ο σκεπτικισμός την είδε σαν το μεγάλο παράδοξο μέσα στα πλαίσια της Ιστορικής μνήμης κι οι Κυριακάτικοι κι εποχιακοί Χριστιανοί προτιμούν να μην μιλούν γι' αυτήν. Τους δημιουργεί δυσάρεστες αντιευδαιμονιστικές αμηχανίες, ασυμβίβαστες προς το πνεύμα του κοινωνικά ταχτοποιημένου ανθρώπου, ή κείνου που έχει σαν μοναδικό ιδανικό την κοινωνική σταδιοδρομία και ταχτοποίηση.

Category: /

Α

Η εβδομάδα των παθών κεντρίζει τη μνήμη των ανθρώπων. Ξανα­φέρνει στη θύμηση τους τη μορφή του Χριστού και κάθε άνθρω­πος ανασυνθέτει αυτή τη μορφή, κατά την πίστη του, ή τα κρι­τήρια της απιστίας του.

Category: /

Είναι γνωστόν ότι η λογοτεχνική κριτική δέχεται τις αρές και τα αναθέματα τόσο των λογοτεχνών όσο και του κοινού. Η κριτική, σπανίως κατηγορείται απλώς και μόνον ως άχρηστη. Συνηθέστερα χαρακτηρίζεται επιβλαβής, αυθαίρετη ή και υποπροϊόν υποσυνειδήτου -τουλάχιστον- μίσους κατά των δημιουργών, ο δε κριτικός (στον όποιο δεν αναγνωρίζεται ιδιότης δημιουργού), φέρει έναν όγκο αισθημάτων απαξίας, ως νέος Άτλας, επί της γραφίδος του.

Φυσικά, οι κριτικοί γρηγορούν. Μέμφονται τους λογοτέχνες χαρακτηρίζοντάς τους εγωπαθείς, δοξομανείς, νευρωσικούς νάρκισσους -όπως έδειξε και ο Φρόυντ-, και κύπτοντες, ως νέοι Άτλαντες επίσης, υπό το βάρος των αισθημάτων απαξίας τους. Στην ειρωνική παρατήρηση των λογοτεχνών ότι ο Σαιντ-Μπαίβ θεώρησε τον Μπαλζάκ ανίκανο και ατάλαντο, οι κριτικοί αντιτάσσουν τον Μπιελίνσκι, ο όποιος όχι μόνον είδε και επέβαλε τον Ντοστογιέφσκι, αλλά και -κατά την απολογητική αυτή, πάντοτε-, κυριολεκτικώς τον δημιούργησε χάρις στο ρεαλισμό που καλλιεργούσε.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την αντιπαράθεση των γρονθοεπιχειρημάτων, αλλά περιττεύει, ιδίως μετά την εντυπωσιακή σε όγκο συσσώρευση βλακείας που πέτυχε, προ τετράμηνου περίπου, απογευματινή εφημερίδα ασχοληθείσα επί μέρες με το θέμα... Θα χρειασθεί όμως να θυμίσουμε ορισμένα στοιχειώδη αν θέλουμε όχι μόνο ν’ αποφύγουμε την εμπλοκή σε ψευδοπροβλήματα και σπερμολογίες, αλλά και ν’ αντιληφθούμε τα πράγματα -μακράν των σκιαμαχιών- όπως τούτα είναι και όπως προσφέρουν ή κακοποιούν σ’ αυτόν τον τόπο.

Η μύτη της Κλεοπάτρας και γιατί μας απασχολεί

Μας διαφεύγει συνεχώς (χάρις σε ψυχολογικό αμυντικό μηχανισμό, ίσως;) ότι στον τόπο μας δεν έχουμε παιδεία. Κι ότι η απουσία παιδείας, δεν μπορεί παρά να ρίχνει βαριά τη σκιά της παντού. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που μετά μιαν αναγγελία περί επικειμένης κριτικής εκδόσεως των απάντων του Σολωμού, έσπευσαν εφημερίδες, κριτικοί και λόγιοι, να υποδείξουν τον τάδε ή δείνα κριτικό ως καταλληλότερο γι’ αυτή τη δουλειά -αγνοώντας προφανώς ολωσδιόλου, τη διαφορά μεταξύ φιλολογικής και λογοτεχνικής κριτικής, μεταξύ κριτικής εκδόσεως και εκδόσεως μιας κριτικής...

Ούτε έχει γίνει αντιληπτό τι είναι η λογοτεχνική κριτική και ποιες είναι οι προϋποθέσεις της. Κριτικός θεωρείται ο τακτικός συνεργάτης μιας εφημερίδος ή εν πάση περιπτώσει ο διαθέτων στήλη, και ο όποιος κατά μεν την άχαρον εφηβείαν του ήτο λάτρης του Καραγάτση, κατά δε την εκτεθειμένην εις εμφράγματα μεσοκοπότητά του είναι λάτρης του Τσέχωφ, του Μπέκεττ και άλλων εθνικών μας βάρδων. Η σύγχυση μεγαλώνει, αν σκεφθούμε ότι ακόμα και «καλά ονόματα» κριτικών μας, πιστεύουν ότι «ο κριτικός πρέπει να ξέρει πολύ καλά λογοτεχνία» κι απέκει ας κρίνει κατά βούλησιν. Κατά την άποψη αυτή, ψυχίατρος δύναται να είναι πας έχων συναντήσει εκατό σχιζοφρενείς...

Προδήλως αναγκασμένη να υποκαταστήσει το μόρφωμα με την απουσία κριτηρίου, η κριτική μας επιχειρεί να αναγάγει την ανεπάρκεια σε ύφος. Έτσι, μία τάση της μεταβάλλεται σε φερέφωνο της εκάστοτε κομματικής ντιρεκτίβας. Ωμότερος όλων ένας κριτικός, δήλωσε: «Οικοδομούμε τη φήμη των συγγραφέων που θεωρούμε χρήσιμους· καταστρέφουμε τους συγγραφείς που θεωρούμε επιβλαβείς. Τα αισθητικά κριτήρια είναι μικροαστική προκατάληψη». Αυτό είναι μια επαρκής ερμηνεία του πως η κ. Έλλη Αλεξίου είναι πολύ «μεγαλύτερη» από τον «ασήμαντο φαφλατά» Χόρχε Λούις Μπόρχες. Κάθε ένσταση εδώ είναι βλακώδης. Μένει να συζητηθεί σε πολιτικό επίπεδο το ποσόν και το ποιόν της δούλωσης που προϋποθέτει και συνεπάγεται μια τέτοια κριτική.

Μια δεύτερη τάση της κριτικής μας, υπανεχώρησε σε μιαν άριζη πνευματικά «ελευθερία» και επιχειρώντας να καλύψει την αναξιότητά της, οδηγήθηκε σ’ ένα πέραν κάθε εννοιολογικού πλαισίου υποκειμενισμό. Το ρωμαϊκό δόγμα de gustibus non est disputandum, δόγμα υπηρετικό των ορμών και των διαθέσεων της Ποππαίας, είναι το αόρατο δόγμα και της κριτικής μας. Αλλά το δήθεν «έσχατο επιχείρημα» αυτό, είναι φαύλο και παραπλανητικό. Φαύλο διότι, δύνασαι να δεχθείς ότι p>q ή pq ή Cpq ή μιαν άλλη, δική σου notatio -με μόνη υποχρέωση να την εξηγήσεις και να την ακολουθήσεις με συνέπεια-, δεν δύνασαι όμως, και καμιά Ποππαία δεν δύναται να μας πει ότι p>q και pvq και p/q είναι το ίδιο διότι έτσι της αρέσει. Παραπλανητικό διότι, ουδεμία Ρωμαία Δέσποινα αποτελεί κλειστό κύκλωμα: οποιαδήποτε απόφασή της ή στάση της έχει άμεσες συνέπειες πάνω σε όλους μας· με άλλα λόγια, δεν μας ενδιαφέρει η μύτη της Κλεοπάτρας επειδή ήταν κοντή, αλλά επειδή χωνόταν παντού. Αλλά κι επικίνδυνος είναι ο υποκειμενισμός διότι ενώ ισχυρίζεται ότι βάζει «το βίωμα υπεράνω της ξερής λογοκρατίας και των άγονων κανόνων», στην πραγματικότητα βάζει απλώς την εμπειρία πάνω από την έννοια, μεταβάλλοντας έτσι τις αξίες σε πολτώδη μάζα εντυπώσεων· με τον τρόπο αυτό, οδηγούμεθα στο «ό,τι αισθάνομαι είμαι» και ο αυνανιζόμενος πίθηκος τίθεται σε ίση μοίρα με τον δημιουργό. Δεν είναι ανάγκη να συμφωνήσουμε όλοι, ότι ο πίθηκος κακώς αυνανίζεται· πρέπει όμως όλοι να δεχθούμε, ότι ο πίθηκος αυτός δεν παίζει πιάνο αυτή τη στιγμή.

Η πρόταση «το βίωμα υπεράνω της λογοκρατίας» σημαίνει, και καταξιώνεται μόνου εάν σημαίνει «ο Γρηγόριος Παλαμάς υπεράνω του Καντ» (για να εκφρασθώ με αποστασιοποιήσεις), μόνον δηλαδή αν η βιωματική ζωή έχει υποτάξει τη λογική ανάγοντάς την στο επέκεινα, κι όχι όταν την αγνοεί βλακίζοντας ακαταπαύστως. Η απόδοση των πρωτείων στο βίωμα δεν μπορεί να σημαίνει «το ανερμάτιστο υπεράνω της διανοίας», δεν μπορεί να σημαίνει «η εντύπωση υπεράνω της κρίσεως». Η κριτική μας, κολλημένη στο έλεος της αγραμματοσύνης της, ταύτισε την πνευματική ζωή με τον ποινικό κώδικα χαρακτηρίζοντας ως «περιθωριακούς» τους ομοφυλόφιλους και τους σχιζοφρενείς -αντέταξε δηλαδή (η έρμη!) στη ratio του Καρτέσιου την τσιρίδα του κ. Γιώργου Χρονά...

Μια πάπια μέσα στις επιφυλλίδες

Αν κανείς υπέστη το ατύχημα να γνωρίζει αισθητική, αν έχει τη θλιβερή τύχη να σπουδάζει φιλοσοφία πράγματι, κι αν του συνέβη να διάβασε κριτικούς με αρχές και παιδεία (Έλληνες βρε αδελφέ, όχι τίποτε απλησίαστο: Γιαννόπουλο, Αποστολάκη, Πολίτη, Λαούρδα ή Συκουτρή π.χ. — και δεν είναι τυχαίο ότι δεν μπορούμε κανέναν απ’ αυτούς να χαρακτηρίσουμε χωρίς αντιδράσεις «κριτικό», ούτε μπορούμε να δεχθούμε ως «κριτική» καμιά κριτική τους) θ’ απορεί μεγάλως με τους γνωστούς στωμύλους και σκυτοτόμους των εφημερίδων μας (και είναι άξιο προσοχής και ερεύνης το ερώτημα: πώς συνέβη και οι εφημερίδες μετετράπησαν σε τσανακεία, πώς έγιναν κέντρα βουβαλοκεφάλων, και ιδίως, πως αντέχουν οι ελάχιστοι μορφωμένοι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί μέσα; Πώς αντέχουν;)

Εφόδια του κριτικού θεωρούνται, πλέον, μια εκδοτική ενημέρωση κι ένα γερό πλατσούρισμα μέσα στα θολά νερά της φιλοσοφούσης επιφυλλιδογραφίας. Ο νεοέλληνας κριτικός, περιγράφεται με ευστοχία και ακρίβεια από τον «Entertainer» του Όσμπορν: ένας θλιβερός παρουσιαστής που προσπαθεί να εξαπατήσει και τον ίδιο τον εαυτό του, που αγωνίζεται με πλαστικά χαμόγελα να πείσει ότι ξέρει, ότι κάνει άψογα μια σπουδαία δουλειά, ότι είναι «κάτι» με αξιώσεις και εντούτοις, μόνο χαμόγελο οίκτου προκαλεί... Με τον ξεπεσμό αυτό, καταλαβαίνουμε γιατί οι κριτικοί αποφεύγουν νάχουν δόντια: για να μη μιλήσουν έξω απ’ αυτά. Μια τέτοια κριτική, μεταβάλλει τον θεράποντά της σε «κάτοχο εξουσίας» -όπως δήλωσε, σε ετήσια έκδοση σταθερώς βαυκαλιζόμενος νέος κριτικός μας-, την ίδια στιγμή που η απουσία οιουδήποτε κριτηρίου ανοίγει το δρόμο στον αβανταδορισμό.

Περίεργες εικόνες εμφανίζονται, ως αποτελέσματα της κακοφορμισμένης αυτής πληγής. Έτσι, για παράδειγμα, ο γηραιότερος των κριτικών μας ανεκάλυψε ότι «το μυστικό της επιτυχίας του Σαμαράκη είναι η πρωτοτυπία του» (!) και ότι «η γλώσσα» του «μεγάλου» αυτού συγγραφέα «είναι μεν ατημέλητη, διαβάζεται όμως ευχάριστα»!! Ή, άλλο παράδειγμα, η σθεναρά κριτικός μας εκείνη που διεπίστωσε φθίνοντος του 20ου αιώνος ότι ο ψυχολόγος Ζαν Πιαζέ «είναι ο μεγαλύτερος φιλόσοφος των αιώνων» -αφήνω δα τη θεωρία ότι «η ποίηση είναι αυτόνομες δομές» που τίθενται άγνωστον πώς, ερήμην ή και εις πείσμα του ποιητού. Θυμηθείτε ακόμη, τις περιώνυμες εκείνες συζητήσεις περί του εάν η Λιλίκα Νάκου είναι μεγαλύτερη συγγραφέας απ’ τη Διδώ Σωτηρίου και εάν η υγρανθείσα γλάστρα του κ. Β. Βασιλικού έχει ή ου «καλοστημένους χαρακτήρες», αν μεταδίδει μήνυμα αισιοδοξίας ή πλερέζας -ωσάν να είχε σημασία ο,τιδήποτε και να συμβαίνει... Και πρόσφατα πάλι, σε «εκλογή βιβλίων της χρονιάς» νέος κριτικός μας ανεφέρθη επί τροχάδην σε στοίβες έργων αλλά διέθεσε σελίδες σελίδων διά την λειχίαν μυθιστοριογράφου και ιδιοκτητεύοντος φιλολογικής σελίδος... Δεν είναι, βέβαια άξια ιδιαιτέρας μνείας ολ’ αυτά τα φανερώματα κοινής εκπτώσεως και ασυγχώρητης αγραμματοσύνης. Είναι άλλωστε γνωστά τοις πάσοι, αυτά και άλλα βαρύτερα. Κι όμως, αυτά στήνουν το γαϊτανάκι της «αισθητικής μας ζωής»...

Περί δικαστών, δίκης και χρόνου

Το ξερρίζωμα της κριτικής, οδήγησε σε πλήρη σύγχυση των σκοπών της. Φθάσαμε, μάλιστα, στο σημείο να ζητάμε περίεργα πράγματα: από των στηλών σοβαράς εφημερίδος μας, ποιητής-δικαστής διετύπωσε την άποψη ότι: αφού ο καλλιτέχνης είναι σκοτεινός κι ακατανόητος, ο κριτικός θα πρέπει να εξηγεί τα ανερμήνευτα - ζητάμε δηλαδή απ’ τον κριτικό νάναι ο σαράφης που θα μεταβάλλει σε σαφή πενηνταράκια τα δυσπρόσιτα χιλιάρικα του δημιουργού! Οι απόψεις αυτές συνάντησαν τη γενική περίπου επιδοκιμασία, και κανείς δεν φαίνεται ν’ αναρωτήθηκε τούτο το απλό: αν τα όσα «ακατανόητα» προσφέρει ο ποιητής μπορούν να γίνουν «απλά», τότε γιατί δεν το κάνει ο ίδιος; Γιατί αξιώνει θρασέως να έχει μεταφραστές; Και γιατί ν’ ασχολούμεθα μ’ ένα κύριο νευροπαθή που συσκοτίζει τα απλά; Κι εδώ, αφήνω στην άκρη προβλήματα άλλα, όπως π.χ., ότι το φαινόμενο ως «ακατανόητο» ή είναι αναπόσπαστο μέρος του έργου ή δεν μιλάμε για δημιουργία αλλά για μπλόφα...

Ελέχθη, επίσης, ότι ο κριτικός πρέπει να προβλέπει ποιος δημιουργός θα μείνει στην ιστορία και με βάση αυτό το «κριτήριο» να γράφει τις κριτικές του. Εδώ πια ο κριτικός επέχει θέσιν προφήτου και η απουσία κριτηρίου επιχειρεί να θεμελιώσει μια μυστική επίκληση του διαβόητου «εφετείου του χρόνου» το οποίον πρόκειται να αποφανθεί και προς τας αποφάνσεις του πρέπει από τούδε να συμμορφωνόμαστε. Ωσάν το «εφετείο» να μην κατευθύνεται από μηχανισμούς ωσάν οι μύθοι να μη συντηρούνται από δυνάμεις... Κι όμως, θάπρεπε να θυμηθούμε πόσο πιεστικά η «καθοδήγηση του κόμματος» μας ανάγκασε όλους να διαβάσουμε, την επομένη του 20ου συνεδρίου, το Σολτζενίτσιν (τώρα πια, όργανο της CIA) και το μυθιστόρημα «Αδελφοί Γιερσόφ», ο συγγραφέας του οποίου ρίχτηκε στον Καιάδα της λήθης με την άνοδο του Μπρέζνιεφ. Πρόκειται για «εφετείο του χρόνου» ή των μηχανισμών; Πρόκειται για κρίση ή για εντολή; Για προφητεία κριτικού ή για διατεταγμένη υπηρεσία;

Ας είμαστε ειλικρινείς: το στυγνό σοσιαλρεαλιστικό δόγμα που διετύπωσε ωμότατα και θρασύτατα ένας κριτικός (οικοδομούμε τη φήμη των χρήσιμων, καταστρέφουμε τους επιβλαβείς), εκφράζει το μέγιστο μέρος της κριτικογραφίας μας. Δεν έχει σημασία αν η «χρησιμότης» ενός συγγραφέα αναφέρεται στο κόμμα, την ιδεολογία ή τις αβάντες. Σημασία έχει ότι η κριτική κατευθύνεται από μηχανισμούς που την υπερβαίνουν. Ένας μηχανισμός, είτε δρa φασιστικά («οι ανάγκες του κόμματος, του προλεταριάτου»), είτε μισοφασιστικά («αyτός είναι προοδευτικός, εκείνος όχι»), είτε τοκογλυφικά («αυτός θα μου προσφέρει τούτο»), είναι πάντα ο ίδιος χυδαίος και πνευματοκτόνος μηχανισμός που δρα παραγκωνίζοντας τους μεν και προωθώντας τους δε.

Καταναλωτισμός του πνεύματος

Αν η αγραμματοσύνη είναι ο θυρεός της κριτικής μας, ο εμπειρικισμός είναι η πανοπλία της. Όλες αυτές οι ακαταλόγιστες θεωρίες περί «επαρκείας» που μπορεί να προέλθει από «τα πολλά διαβάσματα και την πλούσια αρχειακή ενημέρωση», είναι τα τυπικά φαινόμενα του ασύγγνωστου εμπειρικισμού. Κι όμως, εδώ και αιώνες ήδη, ελέχθη ο βαρύς λόγος: «οἱ μέν γάρ ἔμπειροι τό ὅτι μέν ἴσασι, διότι δ’ οὐκ ἴσασιν». Δεν είναι η γνώση του ότι η φωτιά καίει, αλλά η γνώση του γιατί η φωτιά καίει που ενδιαφέρει, αφού από τη γνώση του «γιατί» θα προκόψει ο ισχύων νόμος. Χωρίς την αναγωγή από την εμπειρία στην έννοια, καταδικαζόμαστε σε μιαν άπαυστη συλλογή ρακών. Φαντάζομαι πως όλοι συμφωνούμε μ’ αυτή την κοινή αλήθεια. Κι όμως, η κριτική μας συνεχίζει να ομιλεί περί τούτου κι εκείνου, ενώ στερείται της θεμελιώδους προϋποθέσεώς της: της συνειδήσεως ενός κόσμου. Βλέπουμε συνεχείς κρίσεις κι αξιολογήσεις, βλέπουμε διασυνδέσεις και χαρακτηρισμούς, ενώ δεν βλέπουμε το οντολογικό υπόβαθρο όλων τούτων.

Το κοινό προσλαμβάνει αυτή τη γυμνότητα και την εκφράζει με σαφήνεια: «ο τάδε κριτικός είπε τούτο, ο δείνα εκείνο». Στέκεται δηλαδή στα άτομα, στο τι αυτός είπε -και το αυτός δεν εκφράζει τίποτε πέραν ενός ατόμου. Δεν είναι καθόλου περίεργο το γεγονός ότι η μόνη κριτική που δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται στο συγκεκριμένο άτομο είναι η σοσιαλ-ρεαλιστική. Πρόκειται για μιαν απόλυτη υποταγή στη σκοπιμότητα, πρόκειται για ντιρεκτίβα, ναι· αλλ’ αυτή είναι η μόνη που υπηρετεί κάτι πέραν του υποκειμενικού ετσιθελισμού. Η επιτυχία της ντιρεκτίβας έγκειται στο ότι προσφέρει μια μίμηση κόσμου, θεμελιώνεται πάνω στην απάτη της ταυτίσεως κομματικής γραφειοκρατίας και οντολογίας. Η κριτική του «Ριζοσπάστη» είναι απάτη· η κριτική των άλλων δεν σημαίνει τίποτε απολύτως.

Νομίζω πως οδηγούμεθα σ’ ένα ξέφωτο, σ’ ένα προσδιορισμό της περιβόητης αμάθειας της κριτικής μας. Δεν είναι πως λείπει ένα minimum γνώσεων. Φυσικά, υπάρχουν κριτικοί που πάσχουν και από αυτό. Όμως υπάρχουν κι εκείνοι που διάβασαν δέκα ή εκατό βαρυσήμαντα βιβλία, αυτοί που γνωρίζουν τι ακριβώς σημαίνει «συρρεαλισμός» ή τι υποστηρίζει ο Ρίτσαρντς. Ό,τι απουσιάζει είναι, ακριβώς, το οντολογικό υπόβαθρο εκ του οποίου και μόνον μπορούν να εξάγονται έγκυρα και διυποκειμενικά κριτήρια.

Η απουσία οντολογικού υποβάθρου μεταβάλλει το διάβασμα σε απλή διαδικασία συσσωρεύσεως γνώσεων, μεταβάλλει το μυαλό μας σε φαντασμαγορικό πτυελοδοχείο. Με τη βοήθεια μιας ισχυρής μνήμης, μπορούμε να εκσφενδονίσουμε στο ακροατήριό μας, τίτλους και συγγράμματα λογής λογής. Μπορούμε επίσης, να καταπλησσόμεθα από νέες θεωρίες. Αλλά ποιο το όφελος; Η γνώση είναι βάθος κι όχι έκταση· είναι αφαίρεση κι όχι πρόσθεση· είναι πρόσκτηση κι όχι υποταγή. Έχοντας μετατρέψει την παιδεία σε όγκο γνώσεων χωρίς οντολογικό έρεισμα, βλέπουμε την κοινωνία μας να είναι διαρκώς περισσότερο αγράμματη αλλά και διαρκώς περισσότερο πολύξερη. Και ενώ ο σκοτεινός Εφέσιος μας παραδίδει ότι «πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει», εμείς έχουμε αποδυθεί σ’ ένα λαχανιασμένο κυνήγι θεωριών ανένταχτων, σ’ έναν καταναλωτισμό του πνεύματος.

Χωρίς σημείο αναφοράς, μοιραίως εγκαταλειπόμαστε στο γαργάλημα με φτερό πάπιας των διαθέσεών μας, στην ευχαρίστηση που προκαλούν οι φτηνοί εντυπωσιασμοί: ας θυμηθούμε μόνον την επίδραση που είχε η φαυλοκυκλική φράση του Σάρτρ «η κόλαση είναι οι άλλοι», και θα καταλάβουμε αμέσως την ισχύ του βερμπαλισμού. Κάθε βερμπαλισμός που διατίθεται στα ευρωπαϊκά «σούπερ μάρκετ» βρίσκει αμέσως ορδές μανιοκαταθλιπτικών οπαδών εν Ελλάδι, ιδίως αν είναι συσκευασμένος με σελλοφάν νέας ορολογίας και παρισινή χρυσόσκονη.

Η μπουγιαμπέσα και ο διάλογος

Εδώ και πολλά χρόνια, ο Άρθουρ Καΐστλερ επεσήμανε την ασθένεια που ο ίδιος ονόμασε «γαλλική γρίπη». Είναι ανάγκη να σας θυμίσω αυτό το κείμενο (μτφ.: Α. Κοτζιά):

«Οι άνθρωποι που κατευθύνουν τη λογοτεχνία σ’ αυτή τη χώρα -εκδότες, κριτικοί, δοκιμιογράφοι: η διευθύνουσα τάξη του Παρνασσού- έχουν τελευταία προσβληθή από ένα νέο ξέσπασμα αυτής της περιοδικής επιδημίας, της Γαλλικής Γρίππης. Το συμπτώματα της είναι ότι ο ασθενής, συνήθως ένας ισορροπημένος προσεκτικός, δύσπιστος άνθρωπος, παραδίδει άνευ όρων τις κριτικές του ικανότητες μόλις τα μάτια του πέσουν σε μια γραμμή γαλλικής ποιήσεως ή πρόζας. Όπως στην περίπτωση του φθινοπωρινού κατάρρου ένα φύσημα αρκεί για να εκδηλωθή η αρρώστια, έτσι και εδώ μια μόνο λέξη, όπως «bouilla-baisse», «crève-coeur», «patrie», ή «midinette» αρκεί για να προκαλέση τους πιο βίαιους σπασμούς: τα μάτια του υγραίνονται, η καρδιά του χτυπά, οι ενδοκρινείς του αδένες κατακλύζουν το αίμα του με εφηβικούς ενθουσιασμούς. Αν ένας Άγγλος τολμήση να χρησιμοποιήση λέξεις όπως «πατρίδα μου», «ψυχή μου», «καρδιά μου», κτλ. είναι εξωφλημένος· αν ένας Γάλλος συνάδελφός του σκορπάη μουσικές ανοστιές -La Patrie, la France, mon coeur, και mon âme, o ασθενής αρχίζει να αναρριγά από θαυμασμό. [...]

«L’ usage du cabinet est interdit pendant l' arrêt du train en gare», σημαίνει απλώς ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείτε το αποχωρητήριο όσο ο συρμός βρίσκεται σε σταθμό, αλλά αντηχεί σαν καθαρή ουράνια αρμονία [...]. Για τον ανικανοποίητο εραστή της Γαλλίας, ακόμη και τα ονόματα των σταθμών του παρισινού μετρό (Vavin, Les Buttes Chaumont, Réaumur-Sevastopol, Porte de Lilas) γίνονται τα διαποτισμένα με νοσταλγία ερεθίσματα εξηρτημένων ανακλαστικών: πρώτα εκείνο το σκίρτημα και το σφίξιμο της καρδιάς, και κατόπιν η βλέννα της Γαλλικής Γρίππης αρχίζει να ρέη».

Ίσως μερικοί παρηγορούνται με τη διαπίστωση ότι τα εν Ελλάδι συμβαίνουν και εν Λονδίνῳ. Φοβούμαι όμως ότι η «γαλλική γρίπη» έχει μετατραπεί εδώ σε «πανευρωπαϊκή βρογχοπνευμονία» μια και τα ουμλάουτ μας δυναστεύουν ομοίως. Εδώ, άλλωστε, δεν πρόκειται για ρίγη που προκαλεί και ο πλέον μέτριος γάλλος ποιητής· πρόκειται για την ολοσχερή αλωσή μας από την παραφιλοσοφία που χορηγείται στους ανιώντες Ευρωπαίους, και που δεν θα ήταν δυνατό να μας απασχολήσει διόλου αν γνωρίζαμε την πνευματική παράδοσή μας, αν γνωρίζαμε σοβαρά τη γλώσσα μας, -με άλλα λόγια, αν είχαμε ανοιχθεί στον κόσμο που διατίθεται σ’ αυτόν τον τόπο, αν αυτός ήταν τόπος μας.

Δεν θέλω να πω ότι κάθε τι που γράφεται στην Ευρώπη είναι για μας περιττό. Μία τέτοια σκέψη θα σήμαινε προσπάθεια υψώσεως ενός «σιδηρού παραπετάσματος» -κι αυτό το ανόσιο έργο θα ήταν όχι μόνο ανέφικτο, αλλά και χωρίς συζήτηση αποκύημα παρανοϊκού μυαλού.

Η Ευρώπη μας χρειάζεται, διότι έχει να μας προσφέρει πάρα πολλά. Αλλά για να προσφέρει, πρέπει απαραιτήτως να διαλεχθούμε. Εμείς έχουμε καταργήσει το διάλογο κι έχουμε μετατρέψει εαυτούς και αλλήλους σε κασετόφωνα ή γκαρσόνια κάθε ατάλαντου δυτικού. Δεν επιλέγουμε από την Ευρώπη το σοβαρό, τη συμβολή της στον πολιτισμό, αλλά τ’ απονέρια της. Ο ευρωπαϊκός στοχασμός λειτουργεί στον τόπο μας όπως η γελοιογραφική εικόνα της Ούνρα: χάσκουμε μπροστά στις παράταιρες κάλτσες, στα βελούδινα καπέλα με πλαστικά φτερά. Έναντι της Ευρώπης, η διανόησή μας βρίσκεται ακόμη στο επίπεδο του Αττίκ ή του Σουγιούλ: η παπαγαλική ηχολαλία φροϋδισμού, συρρεαλισμού, υπαρξισμού, στρουκτουραλισμού κ.τ.ο. είναι αψευδής μαρτυρία της πιθηκιαίας νοοδομής μας και της αφασίας μας, διότι η ηχολαλία αυτή, αντικαθιστά απολύτως την κριτική σπουδή.

Επαναλαμβάνουμε φιλοσοφήματα και σχηματοποιήσεις, χωρίς κανένα έλεγχο όλων αυτών στην ελληνική ιστορία και γλώσσα. Σπεύδουμε να δηλώσουμε οπαδοί. Υπάρχει ένας ανεξήγητος και πιθανώς υστερικός τρόμος του νεοέλληνα προ της μομφής ότι δεν «ανήκει» σε κάποιο νέο ρεύμα, ότι θα βρεθεί εκτός του νυμφώνος κάποιας εντελώς «τελευταίας λέξης».

Κι όμως, η Ευρώπη έχει πράγματι να μας προσφέρει. Το σοβαρότερο έργο της είναι η ratio. Δε συνιστώ να «ενταχθούμε» σ’ αυτήν. Θα πρέπει να τη διδαχθούμε -αν και θα χρειασθεί να προσέξουμε πολύ, πού, πώς και για ποιο κάθε φορά λόγο θα τη χρησιμοποιήσουμε. Η σωστή μάθηση και η σωστή χρήση της ratio, πιστεύω πως θα περιόριζε όλες αυτές τις άκριτες και αλόγιστες πνευματοκτόνες τάσεις μας -και πάνω απ’ όλα τη μανία μας να εντασσόμεθα κι όχι ν' αναφερόμεθα στις φιλοσοφίες.

Ίσως μια επαρκής και τιθασσευμένη ratio, χρειάζεται απαραίτητα η κριτική μας, για ν’ αντικαταστήσει τον εμπειρικισμό της με μια κάποια σκέψη. Και πάντως τη χρειαζόμαστε εμείς, για να μάθουμε κάτω από ποιους όρους είναι δυνατό να χαρακτηρίζουμε κάτι ως κριτική.

Αδιάφορη προς τα πράγματι καθήκοντά της, η κριτική μας πορεύεται διαρκώς αποξενούμενη από κάθε οντολογική αναγωγή, από κάθε σχέση με τον τόπο της, από κάθε αίτημα έγκυρης γνώσεως. Βυθίζεται διαρκώς και περισσότερο στο βάλτο της διανοητικής ανεπάρκειας, του μυρικασμού ιδεών. Απομακρύνεται από κάθε δημιουργία, χειροκροτώντας νεκρές μιμήσεις και δουλωμένη στους μπεζαχτάδες άτιμων τιμών και ψυχοβόρων λοφίων.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι μια αρμένισσα κυρία. Επιστρέφει πάντοτε, χωρίς ίχνος, επιείκειας, για να επιβάλλει τη μόνη ποινή που γνωρίζει: Θάνατος.


[Φεβρουάριος 1980]

 

* Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας: Τίτλος θεατρικού έργου ιδιαίτερου και ουσιαστικού περιεχομένου και ενδιαφέροντος  , του Friedrich Dürrenmatt

Category: /

Ο ελληνικός εθνικισμός

από τον Όμηρο στον Ευριπίδη

Απόσπασμα

 

Αλλ’ ας καθίσουμε για λίγο στο θέατρο του Διονύσου, ας χαϊδέψουμε τούτα τα θραύσματα τα ερειπωμένα, τα φρυγμένα από τον καιρό και γλυμένα από το χρόνο, με τα ξερά χορτάρια ανάμεσά τους. Ας μείνουμε εδώ, μέσα στη ζέστη, στη στενή σκιά του μικρού πεύκου, ήρεμοι, μην ενοχλήσουμε το μικρό σαμιαμίδι που τρέχει γρήγορα κι έπειτα στέκει παγωμένο, σαν ν’ αυτιάζεται την ανάσα του αρχαίου πλήθους, σαν να νοιώθει το λαχάνιασμα του αρχαίου μένους. Ας σταθούμε στο θέατρο, πλάι στον άλλοτε ναό, μήπως ανάμεσα σε δυο ξέφρενα πείσματα του τζιτζικιού ακούσουμε το απόμακρο τραγούδι του θεού, του εν ετέρα μορφή πάντοτε, που την αλλότριο μέθη της αλήθειας -χάρμα βροτοῖσι- αποζητά.

Category: /

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ είναι η Αισθητική. Επειδή η αισθητική είναι ξένη και εχθρική προς την πίστη, είναι αναίρεση της πίστης. Μια όμορφη λειτουργία είναι παράστα­ση. Μια όμορφη εικόνα είναι ζωγραφιά. Ένα όμορφο τροπάριο είναι τραγούδι. Δεν υπάρχουν όμορφες θρησκείες.

Category: /

Ένα βιβλίο που απασχολεί τις κριτικές (και όχι μόνο) στήλες του διεθνούς τύπου κι έγινε best seller - στη Βρετανία μάλιστα ξεπέρασε ακόμα και την αυτοβιογραφία του Μάϊκλ Τζάκσον, παραμένοντας πάνω από 30 εβδομάδες στον πίνακα των 10 πρώτων σε πωλήσεις μη λογοτεχνικών βιβλίων - είναι το Α Brief History of Time του Stephen W. Hawking (τίτλος ελληνικής έκδοσης: Το χρονικό του χρόνου, εκδ. Κάτοπτρο). Θα συζητήσουμε το βιβλίο αυτό, ανταποκρινόμενοι σε αίτημα αναγνωστών μας, διότι όπως φαίνεται προκάλεσε κάποια σύγχυση και πάντως ζωηρές συζητήσεις στο φιλοσοφικό και θεολογικό κοινό - κατά το προηγούμενο, άλλωστε, της «Τύχης και αναγκαιότητας» του Ζακ Μονό.

Category: /

ΠΟΛΛΟΙ αναγνώστες μας ζητούν να διατυπώσουμε την άποψή μας για το θέμα των αμβλώσεων. Θα επιχειρή­σω εδώ μια τοποθέτηση, όχι χωρίς δισταγμούς. Φοβούμαι ότι το θέμα δεν προσφέρεται σε μονοδιάστατες απαντήσεις. Γι’ αυτό και η θέση μας βρίσκεται μάλλον δίπλα σε ερωτήματα κι όχι σε απαντήσεις. Θα ήταν, ίσως, φρονιμότερο, το κείμενο που ακολουθεί να θεωρηθή αφορμή για συζήτηση των αναγνωστών απ' αυτές τις στήλες, κι όχι σαν μια κατηγορηματική τοποθέτηση.

Category: /

Ας ξεκαθαρίσουμε αμέσως το θέμα της Ιεράς Εξετάσε­ως, και τη συναφή μομφή ότι ο μεσαιωνικός άνθρωπος είναι βυθισμένος μέσα σ' ένα ζοφερό τέλμα που συνθέτουν προλήψεις, δεισιδαιμονίες και ανατριχιαστικές φοβίες. Δεν θέλω να διαφωνήσω με αυτή την πρόταση. Δεν ξέρω αν ο Βησιγότθος του ε' αιώνος μετά Χριστόν είχε περισσότερες προλήψεις από έναν Φωκαέα της εποχής του Περικλέους. Δεν ξέρω ποιες είναι και σε ποιο βαθμό μάς κάνουν απολίτιστους οι σημερινές μας φοβίες. Πιστεύω πως και ο μεσαιωνικός άνθρωπος είχε προλήψεις, φοβίες κ.τ.ο. Αλλ' αυτό δεν μπορεί να υποδηλώνη ότι ο χριστιανισμός είναι ένα παχύ σύννεφο από ακρίδες που ενέσκηψε επί Γότθων, Ούννων, Σαξώνων και άλλων λουσμένων εις το φως της ανεσπέρου λογικοκρατίας. Μια τέτοια υπόθεση είναι όχι μόνον ανιστόρητη άλλα και κωμική. Η πραγματικότητα είναι ότι ο χριστιανισμός μολύνθηκε από το δεισιδαίμον πνεύμα του παγανισμού των βαρβάρων. Υιοθέτησε, επί σκοπού, πάρα πολλές δεισιδαιμονίες προσπαθώντας να μιλήση τη γλώσσα των προσηλυτιζομένων, προσπαθώντας να γίνη αρεστός σ' αυτό που λέμε «πλατειές λαϊκές μάζες». Δεν είναι ο χριστιανισμός αυτός που πρώτος μίλησε για μάγισσες, νεράιδες, βρυκόλακες, λάμιες, σκουπόξυλα και σαπουνάκια με καρφίτσες. Δεν είναι ο χριστιανισμός αυτός που πρώτος μίλησε για σεξουαλικές σχέσεις με το διάβολο. Η χριστιανική εκκλησία, απεδέχθη το παιχνίδι που επέβαλλαν οι ακλό­νητες πεποιθήσεις των παγανιστών, πεποιθήσεις που μόνον ιδιαζόντως αφελείς νομίζουν πως υπήρχαν το μεσαίωνα, και όχι πάντοτε, και όχι σήμερα επίσης.

Category: /

....

Δεν υπάρχει αμφιβολία: τα αυτιά του αφασικού δεν ακούν. Η αξίωση που δια στόματος Πόποβιτς ζητείται, δεν πρόκειται να βρει ανταπόκριση. Είναι τούτα μοίρα του αγωνιζόμενου για την αλήθεια, του αληθινά πνευματικού στην εποχή μας: δ ε ν  α κ ο ύ γ ε τ α ι ....

Category: /

Θεόδωρος Ζιάκας

Με βάση την αντίληψη, που κυριαρχεί στα εκπαιδευτικά μας πράγματα, ο τίτλος της εισήγησής μου θα μπορούσε να κριθεί επιεικώς απαράδεκτος, γιατί:

α) Τι σχέση μπορεί να έχει η εθνική ταυτότητα με την παιδεία; Δεν πρέπει η παιδεία να είναι «υπεράνω εθνικών διαχωρισμών»; β) Πώς μπορούμε να μιλάμε για εθνική ταυτότητα στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, όπου οι εθνικές ταυτότητες «καταργούνται»; Η αντίδραση αυτή είναι κατανοητή. Εκφράζει τις αντιλήψεις της νεωτερικής παράδοσης στη σημερινή μεταμοντέρνα φάση της εξέλιξής της.

Δεν υπάρχει όμως μόνο η νεωτερική παράδοση στον κόσμο. Υπάρχει στην περίπτωσή μας και η ελληνική προσωποκεντρική παράδοση, η οποία βλέπει τα πράγματα αυτά εντελώς διαφορετικά.

Category: /

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

(Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε ως πρόλογος στο βιβλίο του Πάνου Τζώνου: Ιλιάδα ο κόσμος μας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2003.)

 

Το βιβλίο αυτό διαπιστώνει ότι το σύστημα κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού, που προσφέρει το κείμενο της Ιλιάδας για τον κόσμο της Ιωνίας του 8ου π.Χ. αιώνα, παραμένει αξιόπιστο και για τον σύγχρονο δικό μας κόσμο. Το ίδιο διαπιστώνει και για το Ευαγγελικό κείμενο, ένα κείμενο τον 1ου και του 2ου αιώνα μ.Χ., όπως τουλάχιστον το προσέλαβαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.

Category: /

Επεξηγηματικές και διευκρινιστικές επισημάνσεις στο: "Δεν το πιστεύω!..νηστευεις;;;"

Θεόδωρος Ζιάκας

 

Νηστεύω βέβαια στο μέτρο που δεν είμαι ...«ασθενής και οδοιπόρος». Αλλά γιατί νηστεύω;

Γιατί έτσι το θέσπισε η Εκκλησία στην οποία ανήκω. Και δεν θέλω να βγάλω τον εαυτό μου έξω απ’ αυτήν.

Η Εκκλησία είναι «άλλο σύστημα πατρίδος». Έχει κι αυτή τους νόμους της. Που η τήρησή τους είναι υποχρεωτική. Για όποιον βέβαια θέλει να είναι συνειδητός πολίτης της.

Category: /

Θεόδωρου Ι. Ζιάκα

Tο ερώτημα "γιατί νίκησε ο χριστιανισμός;" είναι ισοδύναμο με το ερώτημα "γιατί έγιναν οι Έλ­ληνες χριστιανοί;". Η ταύτιση των δύ­ο ερωτημάτων δεν είναι αυθαίρετη. Αν δεν γίνονταν οι Έλληνες χριστια­νοί δεν θα γίνονταν ούτε οι Ρωμαίοι. Και με δεδομένη την άρνηση των Ε­βραίων και την αδιαφορία των άλλων κολεκτιβιστικών λαών της Ανατολής, χριστιανισμός δεν θα υπήρχε. Η ορ­γανική αυτή συνάφεια κάνει το ερώ­τημα "γιατί νίκησε ο χριστιανισμός;" θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής ταυτότητας.

Category: /

(β’ Κοντάκιο Ἀποτομῆς Κεφαλῆς Προδρόμου)

 

Επίμετρο από τον Θεόδωρο Ζιάκα στο βιβλίο του C. S. Lewis «Το μεγάλο Διαζύγιο», δηλαδή σχόλια στον εκούσιο και αυτοπροαίρετο χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό.

Category: /

Χρῆστος Γιανναρᾶς

Συναχθήκαμε σήμερα ἐδῶ νά διαδηλώσουμε πιστότητα  στή μνήμη τῆς Γενοκτονίας  τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου.
Ἐπιτρέψτε μου νά ὑπογραμμίσω: Ἡμέρα μνήμης δέν σημαίνει ἡμέρα συναισθηματικῆς ἁπλῶς ἐκτόνωσης. Θρηνοῦμε τή δολοφονία 353.000 Ἑλλήνων ἀπό τίς στρατιωτικές καί παραστρατιωτικές δυνάμεις τοῦ τουρκικοῦ κράτους, στά πλαίσια κεντρικῆς πολιτικῆς ἀπόφασης καί μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικῆς. Ἡ ὀδύνη εἶναι ἀνεξάλειπτη καί ἀφόρητη, ἀλλά μόνη ἡ ὀδύνη μένει πάντοτε ἄγονη.

Category: /

Μ​​ε αφορμή τη Μεγαλοβδομάδα που ξεκινάει σήμερα, αξίζει να διερωτηθεί κανείς πώς και γιατί συντηρούμε οι άνθρωποι τόσα νεκρά κελύφη κάποιων άλλοτε ζωντανών (πλούτου ζωής) θησαυρισμάτων. Οχι μόνο θεσμοποιημένες γιορτές, αποστραγγισμένες από κάθε εμπειρία εόρτιας χαράς. Συντηρούμε και σαν τάχα «πολιτική», θεσμοποιημένα βρωμερά παιχνίδια ακόρεστης εξουσιολαγνείας και ευτελέστατου ναρκισσισμού. Λογαριάζουμε σαν «γάμο», στυγνές συμβάσεις χρησιμοθηρίας ή εξισορρόπησης ορέξεων. Εξωραΐζουμε σαν τάχα «παιδεία», έναν χρηστικό εξοπλισμό με πληροφορίες εξυπηρετικές βιοποριστικής αποτελεσματικότητας. Και πάει λέγοντας.

Γεννάει νέκρα και πολύ βασανισμό αυτή η υποκατάσταση της αλήθειας και της ζωής από νεκρά κελύφη. Δεν το καταλαβαίνουμε οι πολλοί, υπνωτισμένοι από ηδονικά παραισθησιογόνα. Ακόμα και ο ιδεολογικός εξωραϊσμός της δραματικής απώλειας γεννιέται και θεσμοποιείται ερήμην μας σαν «υπεραναπλήρωση» (overcompensation λένε οι ψυχολόγοι) της στέρησης.

Category: /

Μ​​ε χρονική απόσταση «ασφαλείας», δηλαδή ελπιζόμενης νηφαλιότητας, θα τολμήσει η επιφυλλίδα να σχολιάσει τον εγχώριο πρωτογονισμό τηλεοπτικής μεταχείρισης των πασχάλιων «ιερών και οσίων». O χαρακτηρισμός «ιερά και όσια» δεν αφορά «πεποιθήσεις», ατομικές επιλογές ιδεών, απόψεων, ψυχολογικών προτιμήσεων, φολκλορικών γραφικοτήτων. Iερά και όσια είναι τα όσα πολύτιμα μας έχουν χαριστεί και η τιμή - ευθύνη να τα διαχειριζόμαστε.

Category: /

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Επιφυλλίδα 6/3/2016

Ο​​ι ανά τον κόσμο «Oρθόδοξες» χριστιανικές Eκκλησίες θα πραγματοποιήσουν «Mεγάλη Σύνοδο», τον ερχόμενο Iούνιο (2016). Στην Kρήτη, την ημέρα της Πεντηκοστής.

Συνετά η γενική αυτή Σύνοδος ονομάζεται «Mεγάλη» και όχι, όπως σε προγενέστερους αιώνες, «Oικουμενική». Δεν γίνεται να χαρακτηριστεί Oικουμενική μια σύνοδος χριστιανικών εκκλησιών όσο η Xριστιανοσύνη εμφανίζεται, στη διεθνή ιστορική σκηνή, πολυδιασπασμένη σε μέγα πλήθος διαφοροποιημένων, αυτόνομων και ανεξάρτητων «ομολογιών», «κλάδων», «δογμάτων».

Category: /

Χρήστος Γιανναράς

Η εξάπλωση του Ισλάμ στον σημερινό κόσμο είναι έκπληξη, μαζί και αίνιγμα. Έκπληξη, για τη δυναμική της εξάπλωσης, την ταχύτητα και τις γεωγραφικές της διαστάσεις, την ικμάδα που εμφανίζει αυτή η θρησκεία στα πλαίσια ενός παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού ριζικά αντιμεταφυσικού.

Category: /

Χρήστος Γιανναρᾶς

Ἡ κρίση τῆς προφητείας εἶναι τὸ κεντρικὸ θέμα στὴν παροῦσα ὥρα. Ἡ ἑλλαδικὴ Ὀρθοδοξία παρουσιάζεται ξένη στὸ συγκεκριμένο ἱστορικὸ χρόνο, ἡ μεγάλη της ἀδυναμία εἶναι νὰ ἐνταχθεῖ ἱστορικά, νὰ ἑρμηνεύσει τὴν ἀπαίτηση τῆς Ἱστορίας στὴν παροῦσα στιγμή. Εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀπουσία τοῦ προφητικοῦ λόγου. Οὐσία τῆς προφητείας δὲν εἶναι ἡ προαγγελία τῶν γεγονότων ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν, ἀλλὰ ἡ κατανόηση τῆς πορείας τῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ συγκεκριμένου ἱστορικοῦ χρέους ποὺ συνδέεται μὲ τὴν κάθε στιγμή.

Category: /

Γράφει ο πάντοτε σημερινός και πάντοτε οικείος, σε πανανθρώπινη κλίμακα, Πασκάλ: «Δεν ξέρω ποιος με έβαλε στον κό­σμο, ούτε τι είναι ο κόσμος, ούτε τι είμαι ε­γώ ο ίδιος. Είμαι μέσα σε άγνοια τρομαχτική για το κάθε τι... Όταν λογαριάζω τη μικρή διάρκεια της ζωής μου σχεδόν να την εξαφανίζει η αιω­νιότητα η πριν από μένα και η μετά από μένα -"ως μνεία καταλύτου μονοήμερου παρώδευσε"-, τον μικρό χώρο που καταλαμβάνω αλλά και που βλέπω, (χώρο) αφανισμένο κι αυτόν μέ­σα στην απεραντοσύνη διαστημάτων δίχως πέ­ρατα που τα αγνοώ και με αγνοούν, τότε τρομά­ζω κι απορώ να με βλέπω εδώ και όχι εκεί, αφού δεν υπάρχει λόγος κανένας γιατί εδώ κι όχι εκεί, γιατί τώρα κι όχι άλλοτε. IIοιος με έβαλε σε αυ­τό το εδώ και σε αυτό το τώρα; Με ποιανού τη διαταγή και τη χειραγώγηση αυτός ο τόπος και αυτός ο χρόνος προορίστηκαν για μένα;

Category: /

Ο τρόμος της εμπειρίας του σεισμού διεγείρει μεταφυσικά ερωτήματα σε πιστούς και απίστους. Ο καταστροφικός σεισμός στη Λισσαβώνα, το 1755, θα έλεγε κανείς ότι σημάδεψε τον πνευματικό βίο της Ευρώπης: Κλόνισε εντυπωσιακά την ενθουσιώδη πίστη των Διαφωτιστών στη «φιλάνθρωπη ορθολογικότητα» της φύσης, που φιλοδοξούσαν να την προβάλλουν σαν υποκατάστατο της θείας πρόνοιας. Πώς να υποκαταστήσεις τη μεταφυσική αναφορά με την εμπιστοσύνη στη λογική της φύσης, όταν η φύση εμπεριέχει και τον παραλογισμό μιας αδυσώπητης καταστροφικότητας;

Category: /

Έξω είναι νύχτα, από το ποτάμι ανεβαίνει τσουχτερή δροσιά. Τα φώτα στην πόλη πολλά, μα οι δρόμοι έρημοι σχεδόν. Τί κά­νουν άραγε αυτές τις ώρες οι Μοσχοβίτες, πού να μαζεύεται η νεολαία, πώς να διασκεδάζει. Θα ρωτήσω την Τανιούσα, αύριο στις μιάμιση, στη γέφυρα του Μόσκβα.

Category: /

 Ερώτ: Ποιός ο ρόλος της πίστης για τους νέους;

 

Για τον ρόλο της πίστης, τί να πώ; Δεν ορίζεται αυτός ο ρόλος, ανακαλύπτεται και γίνεται γνωστός μόνο εμπειρικά. Ποιός είναι ο ρόλος της μουσικής για τους νέους, ή της φιλίας, ή του έρωτα; Μόνο από τη γεύση των καρπών μπορούμε να αποτιμήσουμε αξίες. Η πίστη μπορεί να είναι μιά τυφλή στράτευση, μιά καταφυγή αδυναμίας. Μπορεί όμως να είναι και μιά ερωτική εμπιστοσύνη και αυτοπαράδοση, που δίνει νόημα στον καθημερινό βίο και μεταμορφώνει το παράλογο σε λόγο και το αδιέξοδο σε ελπίδα.

Category: /

Θα ήθελα να σημειώσω κάποια συμπεράσματα από ένα πρόσφατο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Δίχως απαιτήσεις αντικειμενικότητας, αφού τα συμπε­ράσματα μου είναι «προσωπικά», εμπειρίες μιας αναπόδεικτης βεβαιότητας. Και με διάθεση, που θέλω από την αρχή να την ομολογήσω «αποφατική», μια και η Πόλη παραμένει στη συνείδηση μου το «χαμένο κέντρο» του «νοητού τόπου» που είναι η Ελλάδα.

Category: /

Σέβομαι τους φίλους μου (και τους μη φίλους) που έχουν απορρίψει το επίμοχθο άθλημα της μεταφυσικής αναζήτησης και προτιμά­νε τη δογματική πίστη στο «μεγαλειώδες και ανιδιοτελές Τίποτα». Όμως δεν μπορώ να συ­γκρατήσω την έκπληξη μου, κυρίως ως δάσκαλος, όταν οι ίδιοι θέλουν ταυτόχρονα να εμφα­νίζονται και μαχητικοί υπερασπιστές της Λογικής και μάλιστα της αρχαιοελληνικής!

Category: /

ΟΡΘΙΟ ΜΑΛΛΙ, ΚΟΚΚΑΛΩΜΕΝΟ, ΞΥΡΙΣΜΕΝΟΙ ΚΡΟΤΑΦΟΙ, μαύρο γυαλί, πρόσωπο δίχως βλέμμα. Μπουφάν κατάστιχτο μεταλλικές αιχμές, κολλητό παντελόνι. Τόπος συνάθροισης πάντοτε κάποια θύρα. Θύρα 7, θύρα 9, θύρα 14. Η θύρα μυρίζει αχνιστό αίμα, όμως η συνάθροιση εκεί «και τα μυαλά στο κάγκελο». Να χτυπηθούν με τη μάζωξη μιας άλλης θύρας, να χτυ­πηθούν για το τίποτα — μόνο για να δηλώσουν με πρά­ξη ότι κάθε θύρα ανοίγει στο κενό, είναι άνοιγμα στο τίποτα. Η ώρα του αγώνα μυσταγωγία. Αδιάφοροι για το θέαμα — δεν ενδιαφέρουν τα γκολ, ούτε περι­μένουν νίκη. Κοπαδιαστά, πιασμένοι από τους ώμους, χοροπηδούν πάνω στις κερκίδες χορεύοντας την από­γνωση. Η καταστροφή παραμονεύει να ξεχυθεί σαν πυρετός μέσα από αυτή τη λατρεία του κενού. Οι δηλωσίες της απόγνωσης θα ξεχυθούν στους δρόμους, τρό­μος και φόβος καταστροφής κάθε εξωραϊσμένης προ­θήκης των δικών μας φανταχτερών συμβάσεων.

Category: /

1. Η πτώση από τη ζωή στην επιβίωση

Ό,τι ονομάζουμε ήθος του ανθρώπου είναι η αναφορά στην υπαρκτική περιπέτεια της ελευθερίας του: Το ήθος φανε­ρώνει αυτό που είναι κατ' αρχήν ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, δηλαδή ως πρόσωπο, αλλά και αυτό που γίνεται οάνθρωπος μέσα από την περιπέτεια της ελευθερίας του — ύπαρξη αλλοτριωμένη ή «καθ' ομοίωσιν» του Θεού. Αυ­τή η θεώρηση του ήθους μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το πραγματικό περιεχόμενο (περιεχόμενο ζωής και υπαρκτικής εμπειρίας) που έδωσε στην αλήθεια της πτώσης και της αμαρτίας η ορθόδοξη εκκλησιαστική εμπειρία.

Category: /

Στη συνείδηση των περισσοτέρων ανυρωπων σήμερα η λέξη πίστη έχει ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: Σημαίνει την ανεξέταστη αποδοχή άρχων και αξιωμά­των, τη συγκατάθεση σε μια θεωρία ή διδαχή που παραμένει αναπόδεικτη. Πιστεύω σε κάτι, πάει να πει ότι το αποδέχομαι, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνω. Σκύβω το κεφάλι και υποτάσσομαι σε μιαν αυθεντία, που δεν είναι πάντοτε θρησκευτική, αλλά μπορεί να είναι και ιδεολο­γική ή πολιτική. Συχνά κάτω από τον κοινό μανδύα της πίστης καλύπτονται εξίσου και η θρησκευτική αφοσίωση και η ιδεολογική πειθαρχία και η κομματική υποταγή. Έχει καθιερωθεί και ένα σύνθημα άγνωστης προέλευσης, που πολλοί το θεωρούν ως πεμπτουσία της μεταφυσικής, ενώ δεν είναι παρά η προϋπόθεση κάθε ολοκληρωτισμού: «Πίστευε και μη ερεύνα»!

Category: /

Αν διερωτηθούμε, πως άρχισαν οι άνθρωποι να μιλάνε για το Θεό, πως μπήκε στη ζωή τους αυτό το πρόβλημα, θα διαπιστώσουμε μάλλον τρεις βασικές αφετηρίες, τις σπουδαιότερες:

 

Category: /

Υπάρχουν γνώσεις η επιστήμες που τις ονομάζουμε θετικές: Διεκδικούν τη θετικότητα, δηλαδή τη σιγουριά, το χαρακτήρα της αναμφισβήτητης βεβαιότητας. Κάθε άνθρωπος μπορεί να τις επαληθεύσει με την παρατήρηση, το πείραμα ή τον μαθηματικό λογισμό. Αναφέρονται στην πραγματικότητα του κόσμου που μας περιβάλλει, είναι γνώσεις ή επιστήμες της φυσικής πραγματικότη­τας.

Εξίσου θετικές εμφανίζονται και οι επιστήμες που ασχολούνται με το φαινόμενο του κοινωνικού βίου των ανθρώπων, την οργάνωση και λειτουργία του, ή με τις αξιόπιστες πληροφορίες για το παρελθόν — την Ιστορία του ανθρώπου. Και εδώ η γνώση είναι άμεσα και εμπει­ρικά επαληθεύσιμη, επομένως σίγουρη και υποχρεωτική για όλους.

Category: /

«Οὕτως, ὁ χρόνος, καταγελῶν τῆς κενοδοξίας τῶν θνητῶν, καταφέρει ἀψοφητί μέν, ἀλλά διηνεκῶς, τήν βαρεῖαν του σφῦραν καί ἐπ᾿ αὐτῶν τῶν ἐπιτυμβίων λίθων. Καί ἐξαλείφων ὡσεί χνοῦν κατά πρόσωπον ἀνέμου καί αὐτήν τέλος τήν κόνιν τῶν Μαυσωλείων, σβύνει μετά πολλῶν καί καλῶν καί ἐνδόξων ὀνομάτων τε καί πολλά, ὅσῳ πλειότερον πολύστυχα καί στομφώδη, τόσῳ μᾶλλον ἀσήμαντα καί ἀνούσια, Κύριος οἶδε, πόσον ἀκριβά πληρωμένα, ἐπιγράμματα».

Σκαρλᾶτος Βυζάντιος

 

«Έτσι λοιπόν ο χρόνος, εμπαίζοντας την κενοδοξία των ανθρώπων, χτυπάει συνεχώς χωρίς σταματημό και χωρίς θόρυβο, το βαρύ σφυρί του πάνω στα επιτύμβια μάρμαρα. Και εξαφανίζοντας σαν στάχτη στον άνεμο και αυτή την σκόνη των Μαυσωλείων, σβήνει μαζί με πολλά καλά και ένδοξα ονόματα, και αλλά πολλά όσο πιο πολύ στομφώδη και φλύαρα τόσο περισσότερο ασήμαντα και ανούσια, ο Θεός ξέρει πόσο ακριβά πληρωμένα, μνημεία και επιγράμματα».

Αυτό το απόσπασμα, από άγνωστο σε εμένα έργο, του πολυγραφότατου Σκαρλάτου Βυζαντίου (1798-1878), σοφού και επιφανούς πολιτικού (διατέλεσε βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο και συγκρούστηκε με τον αντιβασιλέα Άρμανσμπεργκ) επανελάμβανε ο μακαρίτης γέροντας μας πατέρας Μελέτιος όταν άκουγε για κάποιους που έφτιαχναν τους τάφους τους ή έβλεπε τάφους μεγαλοπρεπείς... συχνότατα κιτς! Ήξερε από στήθους το απόσπασμα στο πρωτότυπο, το απήγγειλε και... απαιτούσε από εμένα: Πρόσεξε μη με καταδικάσεις να κατοικοεδρεύω μέχρι την κοινή Ανάσταση σε κανά τάφο σαν αυτούς που κοροϊδεύω... με μίτρες και άλλα... επαγγελματικά εξαρτήματα!

[Οι άνθρωποι που επισκέπτονται τον τάφο του π. Μελετίου και έχουν αίσθηση του ωραίου, γοητεύονται από την μινιμαλιστική γραμμή του τάφου του αοιδίμου Γέροντα. Κάποιοι άλλοι βέβαια συζητάνε... για παραδοσιακή γραμμή (βεβαίως κάτι τέτοιο αρχιτεκτονικά είναι... ευσεβής φαντασίωση!) που δεν τηρήθηκε, αδιαφορούντες για το υψηλό κόστος της αλλότριας για κληρικούς «κόσμησης και πάσης βλακείας», που λένε οι Κανόνες, και για την καταστροφή των ουσιαστικών συμβόλων με το "θεσμικό" φόρτωμα με μίτρες, μπαστούνια, δικηροτρίκηρα, κανένα από τα οποία δεν έχει βάση στην παράδοση.]

«Δεν έχω, έλεγε ο Γέροντας, την ανόητη ματαιοδοξία να ρυθμίσω εγώ και τον τάφο μου! Φτιάξτε ό,τι θέλετε αρκεί να μην είναι βαρύγδουπες Μαυσωλειακές κατασκευές. Τάφος είναι υπόμνηση για προσευχή εκ μέρους των ζώντων και διδασκαλία της... γυμνότητας με την οποία επιστρέφουμε στο Σπίτι του Πατέρα μας, για να μας ντύσει Εκείνος την στολή την πρώτη, η οποία προφανέστατα δεν είναι αυτή που φορέσαμε όταν γίναμε αρχιερείς!».

Ενέπαιζε ο μακάριος πατέρας μας ένα φίλο του κληρικό, ο οποίος είχε φτιάξει τον τάφο του, λέγοντάς του: «Γιατί έφτιαξες ένα τέτοιο μεγαλοπρεπές οίκημα-τάφο; Για να πεις του Χριστού ότι... είσαι από σπίτι; Δεν φοβάσαι μη σου πει: Τότε μείνε σπίτι σου!; Τον πείραζε βέβαια καλόκαρδα και... ειρωνικά, ξέροντας ότι και εκείνος δεν παρεξηγείται αλλά και ότι απλώς τον είχαν... παρεξηγήσει εκείνον... «θυγατέρες πνευματικαί».

Ο τάφος του πατρός Μελετίου είναι λιτός απέριττος και... λεπτός, όπως ο ίδιος. Ο Σταυρός είναι συμβολικό κατάρτι στο πλοίο της ζωής του, που τώρα πορεύεται προς το λιμάνι της Βασιλείας του Θεού. Υπήρξε καπετάνιος με... «δεξιά οἰακοστροφία», που θα έλεγε και ο Σκαρλάτος Βυζάντιος. Δηλαδή καπετάνιος που ήξερε να κατευθύνει το πηδάλιο του νοητού πλοίου της Εκκλησίας με μεγάλη τέχνη.

 Επαναλαμβάνοντας τον πατέρα Ιωήλ, μας δίδασκε ότι μπροστά στο Χριστό θα βρεθούμε... ολόγυμνοι, για να του πούμε, τι κάναμε για την δόξα Του και τι κάναμε για την δόξα μας! Και τότε... «ἑκάστου τό ἔργον τό πῦρ δοκιμάσει». Αυτή την γυμνότητά έλεγε ο μακάριος Γέροντας μας πρέπει να υπομνηματίζει στα μυαλά και στην συνείδηση των ανθρώπων, ο τάφος του κληρικού.

Ας έχουμε τις ευχές και τις προσευχές του, ώστε να διαθέτουμε την περίσκεψη να "σκοπούμεν» όχι τα βλεπόμενα αλλά τα μη βλεπόμενα.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

Category: /

... Σήμερα ὅμως ζοῦμε σέ μιά κοινωνία πατροκτονική. Ὁ πατέρας ἀπαγορεύεται νά εἶναι πατέρας· καί ἀκόμη πιό πολύ ἀπαγορεύεται, νά θέλει νά εἶναι πατέρας. Καί αὐτός ὁ δυστυχής, παίρνει τό σύνθημα σάν τάχα σημεῖο προόδου· καί ἀπό τό φόβο μή καί φερθῆ στό παιδί του αὐστηρά, σάν τούς παλαιούς μπαμπάδες, γίνεται λίγο σαχλαμάρας· καί κάνει στά παιδιά του τόν φίλο! Μά τά παιδιά, καί ἰδίως οἱ ἔφηβοι, δέν θέλουν φίλους! Φίλους βρίσκουν. Εὔκολα. Καί ἄνετα!... Πατέρα θέλουν, νά τά μυσταγωγήσει στήν ζωή· νά τούς δώσει νά καταλάβουν σωστά, τί εἶναι ἡ ζωή.

Ἡ σημερινή οἰκογένεια, δέν παραδίνει τίποτε! Τό αἴτημα φροντίδας τῶν γονιῶν γιά τά παιδιά τους, στόν σύγχρονο κόσμο περιορίζεται στήν διατροφή, στίς σπουδές, στήν ὑγεία, καί στήν ἐπαγγελματική ἀποκατάσταση.

Τραγική ἡ ἐποχή μας. Ζητεῖ, ἀπό τά παιδιά, νά ἐξελίσσωνται ἀπό βιολογική καί νομική πλευρά, ὅσο τό δυνατό πιό γρήγορα· καί ἀποδοτικά· καί ἀπό τούς γέρους, ὅταν δέν εἶναι πιά παραγωγικοί, ἤ ὅταν εἶναι ἁπλά ἐνοχλητικοί, νά πεθαίνουν μιά ὥρα νωρίτερα· καί, ἄν ἀργοῦν, μέ εὐθανασία! Πῶς νά ἐξελιχθῆ τό παιδί σωστά, ὅταν ὁ πατέρας, ἀντί νά ἐμπιστευθῆ στό παιδί του, ἐφόδιο γιά τήν ζωή του, τήν πίστη στόν Χριστό, ἁπλά τοῦ ἐμπιστεύεται τήν πιστωτική του κάρτα; Καί δείχνει ἔτσι στό παιδί του μυαλά πιό παιδικά ἀπό ὅ,τι ἔχει ἐκεῖνο; Ἀλλά καί τί νά τοῦ παραδώσει, ὅταν ὁ ἴδιος δέν ἔχει τίποτα;  ....

Category: /

του Ευγένιου Αρανίτση

 

Φαίνεται πως είναι δύσκολο να μη συμπαθείς κάποιον που σου επέτρεψε την ευτυχία μιας βαθύτερης ματιάς σε ζητήματα τόσο ακανθώδη όσο η κατανόηση της οπτικής που συνδέει το φως με το αίνιγμα του θανάτου, κι έτσι εκείνο που αισθάνομαι για τον Ράμφο είναι το είδος της αποδυναμωμένης έστω αγάπης, της ανάμεικτης με θαυμασμό, ένα υπόλειμμα της οποίας κατορθώνει να αντιστέκεται στην απογοήτευση ηρωικά.

Category: /

Γεωργίου Φλωρόφσκι

Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας

 

Η ιεραποστολική εργασία πρέπει να αρχίζει πρώτα απ’ όλα με τη με­τάφραση, όπως είναι ανάγκη πάντα να αρχίζει στη δημοτική γλώσσα. Το Ευαγγέλιο πρέπει να μεταφραστεί και να γραφεί, ή με οποιοδήποτε τρό­πο να σχετιστεί με τη γλώσσα της χώρας - αλλά καθώς το έργο προ­χω­­ρεί δημιουργούνται προβλήματα. Είναι ανάγκη να μετα­φράσουμε ο­λόκληρη την Αγία Γραφή και όλο τον κύκλο των εκκλησιαστικών βιβλίων και να αποδώσουμε επίσης σε κάθε γλώσσα τη θεολογική ορολογία που εί­ναι απαραί­τητη για τη μετάφραση των δογματικών κειμένων; Η δυσκο­λία εδώ βρίσκεται στο γεγονός ότι πολλές από τις γλώσσες είναι ακόμα ανανάπτυκτες και δεν έχουν αρκετή πλαστικότητα και πλούτο στο λεξι­λόγιό τους, για να χρησιμοποιηθούν στη διατύπωση μυστικών και ιερών εννοιών. Οι Ιεραπόστολοι συχνά είναι αναγκασμένοι όχι μόνο να επι­νο­ούν ένα αλφάβητο, αλλά, τρόπον τινά, να επινοούν και να αναπτύσσουν την ίδια τη γλώσσα. Μια άλλη δυσκο­λία εμφανίζεται όταν η μετάφραση γίνεται σε γλώσσες μη χριστιανικών πολιτισμών, γιατί υπάρχουν πολλοί παλαιοί εννοιολογικοί συσχετισμοί και γίνεται αισθητή η έλλειψη λέξεων ικανών να εκφράσουν τις νέες έννοιες, γιατί οι παλιές λέξεις έχουν πάρα πολλές παλιές σημασίες. Εν πάση περιπτώσει ένας ιεραπόστολος πρέπει να έχει μεγά­λο φιλολογικό ταλέντο και ευαισθησία· μια ευαίσθητη και ζωντανή αίσθηση της γλώσσας· μια επιθυμία και δύναμη να διεισδύσει στην ψυχή ενός ξένου λαού και να την κατανόη­ση· δηλαδή, πρέπει κανείς υπό ορισμένη έννοια να έχει την ικανότητα της συμπαθητικής μετεμ­ψυ­χώσεως.

Τό ίδιο, χωρίς αμφιβολία, απαιτείται από κάθε κληρι­κό και δάσκαλο γενικά, αλλά η ανάγκη να υπάρχουν αυτές οι ιδιότητες στο Ιεραπο­στο­λικό έργο είναι ιδιαίτερα επιτα­κτική. Πολύ συχνά οι ιεραπόστολοι πρέπει να δημιουργούν και να προάγουν τον πολιτισμό των γηγενών, γιατί είναι συχνά αδύνατο να σύρουν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ευαγγελι­κών δογμάτων και της καθημερινής ζωής. Πολύ συχνά είναι ανάγκη να μεταβάλουν ή ακόμα και να διακόψουν την όλη δομή ή τον όλο τρόπο της ζωής που έχει τόσο στενά συνδεθεί με το ειδωλολατρικό παρελθόν και έχει γίνει ένα μέρος της καθημερινής ζωής. Μερικές φορές είναι ανάγκη να απομονώσουν τους νεοφύτους από τον λαό τους, συχνά για λόγους ασφαλείας τους. Ακόμα, για να ωφεληθούν αυτοί από το κήρυγμα του Ευαγγελίου, είναι σπουδαίο να διευρύνουν την πνευματική θεώρηση ενός ποιμνίου που βρίσκεται στο στάδιο της αναζητήσεως, ώστε να αφυπνί­σουν και ανυψώσουν τις απαιτήσεις του, και αυτό πάλι είναι δυνατό μό­νον όταν τους φέρουν σε επαφή με ένα ανώτερο πολιτισμό που ήδη έχει ρ­ίξει βαθειές ρίζες. Γενικά, μόνο με την αποδοχή αυτού του ανώτερου πο­λιτισμού μπορούν να αφυπνισθούν οι κρυμμένες δυνάμεις ενός νεοφώ­τι­στου λαού. Στίς εμπειρίες της καθη­μερινής ζωής δεν μπορεί κανείς να σύ­ρει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των θρησκευτικών και των εγκο­σμί­ων πρα­γμάτων. Σύμφωνα με την εσωτερική λογική του ίδιου του ιερα­πο­στολικού έργου ένας ιεραπόστολος πρέπει να μπει μέσα στην καθημε­ρι­νή ζωή του λαού του. Δεν είναι σφάλ­μα το να εμπλακεί ένας ιεραπόστο­λος σε εγκόσμιες υποθέ­σεις και φροντίδες· τούτο είναι σφάλμα μόνο, αν αυ­τός χά­σει την αληθινή προοπτική του Ευαγγελίου και παραδώσει τον ε­αυ­τό του στο πνεύμα του κόσμου. Είναι αναπόφευκτο για την ιεραπο­στο­λή να 'ρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την πολιτεία, δηλαδή να συνερ­γα­στεί μαζί της, ή τουλάχιστο να εργαστεί παράλληλα με τους εξανα­γκαστικούς και ορ­γανωτικούς θεσμούς της πολιτείας, αλλ' είναι δύσκολο να πεις ποιο είναι το δυσκολότερο, να συνεργαστεί ή να παλέψει μαζί της. Η βοήθεια και οι διευκολύνσεις από την πο­λιτεία γενικά περιπλέκουν μάλ­λον το πνευματικό έργο ενός Ιεραποστόλου. Το να χρησιμοποιήσει η ιεραποστολή, μια άμε­ση δύναμη δεν είναι τόσο επικίνδυνο, αλλά η μεν χρήση της ισχύος και της δυνάμεως της Πολιτείας εξαναγκάζει σε μετα­στροφή με τον υπερβολικό φόβο που από μόνη της προκαλεί, η δε πολιτι­στική υπεροχή της επιβάλλεται με την ανώτερη λάμψη της, με αποτέ­λε­σμα η γνήσια απλότητα μιας χριστιανικής μεταστροφής και η κατά Θεόν αύξησή της να δυσχεραίνεται και ο ρυθμός του ιεραποστολικού έργου να γίνεται πολύ ταχύς. Μερικές φορές η ιεραποστολή αναπό­φευκτα έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτεία· γιατί μπο­ρεί να συμβεί το συμφέρον της πολιτείας να απαιτεί καθυ­στέρηση της κινήσεως του εκχριστιανισμού των νεωτέρων εθνών ή μερικές φορές, αντίθετα, το κράτος μπορεί να χρη­σι­μοποιεί το βάπτισμα σαν μέσο για να εξαναγκάσει αυτά τα έθνη να μπουν σε μιά κεντρική πολιτισμένη πολιτική ενοποίηση. Στην περίπτωση των τοπικών διαλέκτων, επί­σης, οι μέθοδοι του ευαγγελισμού μπορεί να φαί­νωνται ε­πιζήμιες από της πλευράς του κράτους. Το να βρεις ένα δρό­μο διά μέσου όλων αυτών των δυσκολιών και συγκρού­σεων στην προσπά­θεια να δημιουργήσεις χριστιανική ζωή είναι δυνατό μόνο, αν έχης δημι­ουρ­γική έμπνευση και οξύνοια.

(σελ. 166-168)

.......................................................................................................................................

Διαπιστώνει κανείς μια ορισμένη αμηχανία του δημιουργικού   πνεύ­ματος  στην  ιστορία της ρωσσικής θεολογίας. Το πιο νευραλγικό ση­μείο είναι η παράξενη διάσταση μεταξύ θεολογίας και ευσέβειας, μεταξύ πολυγνωσίας και λατρευτικής προσευχής, μεταξύ σχολείου και εκκλη­σιαστικής ζωής· ένας χωρισμός και ένα σχίσμα μεταξύ της «intelligentsia» και του «λαού», μέσα σ’ αυτούς τους κόλπους της Εκκλησίας. Ας αρκε­σθού­με σ' αυτό το σημείο να θυμηθούμε μόνο ότι αύτη η αποξένωση υ­πήρ­ξε επιβλαβής και για τις δυο πλευρές. Οι ταραχές του Αγίου Όρους (1912-1913), που προκλήθηκαν από λογομαχίες για το θείο όνομα και την «Προσευχή του Ιησού», είναι ένα τυπικό παράδειγμα.

Η θεολογική επιστημοσύνη (scholarship) ήταν δάνειο από τη Δύση. Για πάρα πολύ καιρό παρέμεινε ξένη μεταξύ μας. Επέμεινε ακόμα να χρη­σιμοποιεί μια ιδιαίτερη γλώσσα (που δεν ήταν ούτε η γλώσσα της καθημερινής ζωής ούτε της προσευχής). Η θεολογία παρέμεινε μια από­μονωμένη περιοχή μέσα στον οργανισμό της Εκκλησίας. Κα­θώς ανα­πτυσσόταν σ' ένα τεχνικό μέσο και σε απομόνωση, έγινε και παρέμεινε μια σχολική παίδευση, όλο και περισ­σότερο μια ύλη που διδάσκεται, όλο και λιγότερο μια αναζήτηση της αλήθειας ή μια ομολογία πίστεως. Η θε­ο­λογική σκέψη σιγά-σιγά έχασε την ικανότητά της να προσαρμό­ζεται στους ζωντανούς παλμούς της Εκκλησίας. Δεν μπο­ρούσε πλέον να βρει τον δρόμο που οδηγούσε στην καρδιά της. Δεν τραβούσε ούτε την προσο­χή ούτε την συμπάθεια των μεγάλων κοινωνικών και λαϊκών κύκλων της Εκκλη­σίας. Η θεολογία, στις καλύτερες περιπτώσεις, φαινόταν άχρηστη. Αλλά συχνά η έλλειψη κατανοήσεως χειροτέ­ρευε τόσο, ώστε να καταντά σε μνησίκακη δυσπιστία, ακόμα και σε εχθρότητα. Κατά συνέπεια πολλοί πιστοί απόκτησαν την αξιοθρήνητη συνήθεια να κάνουν χωρίς καθόλου θεο­λογία, και να την αντικαθιστούν, μερικοί με τους κανόνες, μερικοί άλ­λοι με προσευχές, με αρχαίες παραδόσεις, με τε­λετουργίες, με τον λυρι­σμό της ψυχής. Τούτο προκάλεσε την εμφάνιση μιας εγκρατείας σκοτει­νού είδους, μιας αρνήσεως της γνώσεως, μπορούμε να πούμε μιας θεολο­γικής αφασίας, ενός αδικαιολόγητου «δογματισμού» ή ακόμα ενός αγνω­στι­κισμού υπό το πρόσχημα της ευσέβειας· με μια λέξη, μιας αναβιώσεως της αιρέσεως των «αντισοφών», των «γνωσιμάχων».

Η αμαρτία συνίστατο όχι μόνο στο γεγονός ότι οι πνευ­ματικοί θη­σαυ­ροί παρέμειναν θαμμένοι και αυθαίρετα αχρησιμοποίητοι - αυτή η «γνω­σιμαχία» απειλούσε ακόμα και την ισορροπία του πνεύματος. Στην τέλεση της λατρείας, της κατ' ιδίαν και της κοινής (liturgical), πάντοτε ελ­λο­χεύει ο κίνδυνος του «ψυχολογικού υποκειμενισμού», ο πειρασμός να δεχτείς ή να προσφέρεις το ψυχικό αντί του πνευματικού. Αύτος μπορεί να πάρει τη μορφή του τελετουργικού ή του κανονικού φορμαλισμού ή αλλιώς μιας δελεαστικής ευαισθησίας. Παρά ταύτα, είναι ένας πειρα­σμός. Μόνο το θεολογικό πνεύμα - ταπεινή, ευθεία, άγρυπνη εμπειρία -μπο­ρεί να μας διαφυλάξει από τέτοιους πειρασμούς. Ούτε οι παραδοσια­κές τελετές ούτε οι κανόνες μπορούν να μας προστατεύσουν επαρκώς. Η ψυχή αφήνεται να παρασυρθεί υποκινούμενη και ελκομένη από τη δική της αμηχανία. Μέσα σ' ένα τέτοιο ψυχολογικό κλίμα, η δυσπιστία προς τη θεολογία απέβη διπλά επιβλαβής. Η έρευνα δεν είχε έδα­φος να στηριχτεί. Χωρίς θεολογικό κριτήριο, η ρωσσική ψυ­χή ήταν τόσο ασταθής, τόσο εκτεθειμένη σε πειρασμούς!..

Από την εποχή του Πέτρου του Α', η «ευσέβεια» είχε, ούτως ειπείν, κα­ταφύγει προς τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας. Η διάσταση με­ταξύ της «intelligentsia» και του «λαού» είχε επέλθει ακριβώς στο επίπεδο της πίστεως! Τα ανωτέρα στρώματα γρήγορα μολύνθηκαν από την απι­στία και τον λογοκρατικό φιλελευθερισμό. Η πίστη είχε διαφυλαχτεί στις κατώτερες τάξεις τον περισσότερο καιρό μέσα σ' ένα θρησκόληπτο και «λαϊκό» περιβάλλον. Η Ορθοδοξία κατήντησε να είναι η ομολογία των «α­πλών ανθρώπων», των εμπόρων, των χωρικών. Πολλοί άρχισαν να σκέπτονται ότι δεν μπορούσαν ίσως να προσέλθουν στην Εκκλησία παρά μόνον αν γινόταν απλοί, αν ανα­μει­γνύονταν με τον λαό, αν έσκαβαν το­σο βαθειά, όσο ήταν τα εθ­νικά, ιστορικά θεμέλια, και επιστρέψουν στη γη. Και μπέρδευαν τόσο συ­χνά την προσέλευση στην Εκκλησία με τον ερχομό πίσω προς τον λαό. Κοντόφθαλμοι ζηλωτές, σαν τους μετανοού­ντες διανοούμε­νους, τους αγροίκους και τους επηρμένους νεόπλουτους (snobs), βοήθησαν στη διασπορά επικινδύνων προλήψεων. Οι σλαβόφιλοι έχουν το μερί­διο της ευθύνης τους. Σύμφωνα μ' αυτούς, η ίδια η ζωή του λαού ή­ταν ένα είδος φυσικής καθολικότητος. Η αγροτική κοινότητα, το «mir», ήταν ένα έμβρυο της Εκκλησίας. Ακόμα και σήμερα υπάρ­χουν πά­ρα πολλοί που θεωρούν ότι ένας ορισμένος «λαϊκι­σμός» είναι ο α­να­­γκαίος τρόπος υπάρξεως της αληθινής Ορθοδοξίας. Η foi du charbonnier, η πίστη της γριάς παραμάνας ή του αγράμματου μέλους της Εκ­κλησίας, εθεωρείτο σαν το πρότυπο και ο αυθεντικότερος τύ­πος. Φαινόταν σωστό και ασφαλέστερο να ρωτούν να μά­θουν σχετικά με την ουσία της Ορθο­δοξίας τον «λαό» μάλ­λον παρά τους «Πατέρας». Η θεολογία, επο­μένως, δεν πε­ριλαμβανόταν στη δομή της «ρωσσικής Ορθο­δοξίας». Εν ονόματι της «απλής ευσέβειας» είναι γενικά παραδεκτό, α­κό­μα και σήμερα, να χρησιμοποιείται μια φτιαχτή ψευτολαϊκή γλώσσα, που φέρνει τη σφραγί­δα της κατανύξεως και της ευσέβειας. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη μορφή σκο­ταδισμού και συχνά το προνόμοιο των μετα­νο­ού­ντων διανο­ουμένων. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, η Ορθοδοξία συχνά μετα­τρέπεται σε κάποιο είδος ηθικολογικής λαογρα­φί­ας. «Τι θα έλεγε ο τσά­ρος Αλέξιος Μιχαήλοβιτς, αν του έλεγαν ότι η αλη­θινή Ορθοδοξία, εκτός από τα μοναστήρια, δια­φυλάχθη­κε μόνο μεταξύ των χωρικών, ότι διώ­χτη­κε από μέσα από τους βογιάρους, τους ευγενείς, τους επιφανείς εμπό­ρους της πρωτευούσης, τους επισήμους, και ένα μεγάλο πλήθος αντι­προ­σώ­πων της μικρής μπουρ­ζου­αζίας; Στους χρόνους του, η Εκκλησία στηρι­ζόταν πάνω στους καλύτερους ανθρώ­πους της χώρας, όχι πάνω στις α­φα­νείς μάζες της ε­παρ­­χίας, που διατηρούν μέχρι σήμερα τόσες πολλές πα­ράξενες πεποιθή­σεις, ειδωλολατρικά κατάλοιπα, και μεταξύ των ο­ποί­ων το σχίσμα από­κτησε γρήγορα βαθειές ρίζες» (S.Trubetsky).

Η όλη απάτη του θρησκευτικού «λαϊκισμού» φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι η συντριβή της καρδίας ποτέ δεν μπορεί να είναι μια «ορ­γα­νική» διαδικασία, αν και απο­καθιστά ή αρχίζει την πνευματική ολο­κλή­ρωση της ψυχής. Γιατί η μετάνοια είναι, πάντα μια κρίση, δηλαδή  μια καταδίκη. Ο μόνος τρόπος για να προσέλθει κανείς αληθι­νά στην Εκκλη­σία είναι ένας αυστηρός ασκητισμός και όχι μια επιστροφή στον λαό, στα πρώτα βήματα και στην απλή ενότητα των πηγών. Όχι το folklore, οι λαϊκές παραδόσεις της καθημερινής ζωής, αλλ' η νηστεία και η μετάνοια. Δεν υπάρχει καμμιά επάνοδος στον απλό πρωτογωνισμό, αλλά πρέπει κανείς να μπει μέσα στην ιστορία δια της αφομοιώ­σεως των οικουμενι­κών και καθολικών παραδόσεων. «Ο Χριστιανισμός στη Ρωσσία, όπως και οπουδήποτε αλλού, έ­χει παύσει να είναι στην ουσία μια λαϊκή θρησκεία. Ο λαός, ο απλός κόσμος, κατά το πλείστον, ξεπέφτει σε ημινοησιαρχία, υλισμό, σοσιαλισμό· δοκιμάζει μια πρωτόγευστη μα­νία για τον μαρξισμό, δαρβινισμό κ.λπ. Τουναντίον, οι δια­νοούμενοι από τα ανώτερα καλλιερ­γη­μέ­να στρώματα της κοινωνίας, επιστρέφουν στη χριστιανική πίστη. Η Ορθοδο­ξία του παλαιού, φολκλορικού και χωριάτικου τύπου έφθα­σε στο τέλος της· δεν μπορεί να επαναφερθεί στη ζωή. Έ­χουμε απείρως υψηλό­τε­ρες απαιτήσεις από τον Χριστιανι­σμό, ας ήταν πάντα τόσο μέτριος. Ο Χριστιανισμός της ταπεινής χωρικής σήμερα είναι ένας μύθος· αυτή έχει γίνει μηδενίστρια και άθεη. Ο πιστός της σήμερον είναι ο φιλόσοφος, ο αν­θρωπος της κουλτούρας» (Νικόλαος Μπερντιάεφ).

Υπάρχει στο ρωσσικό πνεύμα μια θανάσιμη «σχιζοθυμία». Αφενός, μια λαχτάρα για γνώση, μια ανησυχία του πνεύματος, ένα αριστοτελικό πνεύμα έρευνας. Αφε­τέρου, ένα ξηρό και ψυχρό πάθος για απλούστευση. Δυο θελήσεις που αντιτίθενται μεταξύ τους· ακριβέστερα, η βού­ληση χω­ρί­ζεται στα δυο. Ακούμε συχνά για τον ρωσσικό σκοταδισμό. Όμως, σπά­νιοι είναι εκείνοι που κατανοούν το αληθινά τραγικό βάθος του. Η κίνηση είναι άκρως πολύ­πλοκη· λέγω «κίνηση», γιατί δεν πρέπει αυτή να εκλη­φθεί σαν νάρκωση ή νυσταγμός της λογικής βουλήσεως - έχουμε εδώ να κά­νουμε με μια πολύ ενεργητική στάση, μια θετική στάση, καθόλου με μια παθητικότητα. Τα πιο διαφορετικά στοιχεία συνεργάζονται στο να δε­θεί ένας κόμπος απογνώσεως. Σε τελευταία ανάλυση, ό,τι ονομάζουμε «σκοταδι­σμό» είναι μια δυσπιστία προς την κουλτούρα. Η πεισματάρικη καχυποψία πολλών εναντίον της θεολογικής επιστήμης είναι μόνο μια επιμέρους περί­πτωση εκείνου που δηλητηριάζει τη ρωσσική μεγαλοφυΐα. Ιστορικά αυτός ο «σκοταδισμός» γεννήθηκε σαν μια ανησυ­χία και επα­γρύ­πνηση απέναντι σε μια δανεισμένη επιστή­μη, που υπετίθετο αυτάρ­κης, αλλά ήταν χωρίς ρίζες στην πραγματικότητα της θρησκευτικής ε­μπει­ρίας της ζωής. Ή­ταν πάνω απ' όλα μια διαμαρτυρία και μια άμυνα εναντίον μιας άψυχης πολυγνωσίας. Μια τέτοια διαμαρτυρία μπορούσε εύ­κο­λα να μεταβληθεί στον πιο ωμό ωφελιμισμό, όπως συχνά συνέβη, και ακόμα συμβαίνει. Εντούτοις, η πολυ­μάθεια ή η λογοκρατία δεν είναι α­κόμα πραγματική γνώση και η δυσπιστία δεν ήταν χωρίς κίνητρα ή χω­ρίς λόγους.

Ο τελικός λόγος για τη δυσπιστία ήταν ότι η θεολογία έ­παυσε να εκφράζει και να μαρτυρεί την πίστη της Εκκλη­σίας. Και, όχι χωρίς λόγο, θεωρούσε κανείς ότι η θεολογία έσφαλλε. Σ' αυτό βρίσκεται το κατ' ου­σίαν παράδοξο της θρησκευτικής μας ιστορίας. Στα βάθη και στα μύχια της εκ­κλησιαστικής εμπειρίας η πίστη παρέμεινε άθικτη. Διαμέ­σου της θε­ωρίας, της προσευχής και της λατρείας της η ρωσσική ψυχή κρατά το αρ­χαίο και ρωμαλέο ήθος των Πα­τέρων, ζει σε μια πλήρη κοινωνία. Αλλ' η σκέψη έχει αποσπαστεί από αυτήν· πολύ συχνά η ψυχή αποχωρούσε από τα βάθη και συναισθανόταν αυτό το θανάσιμο ξερρίζωμα πολύ αρ­γά. Ο «σκοταδισμός» ήταν η διαλεκτική προειδοποίηση γι' αυτήν την α­πώλεια εδάφους. Μόνο η δημιουργική θεολογική σκέψη θα μπορέσει να υπερνικήσει αυτές τις αντί­ξοες περιστάσεις, όταν η θεολογία ξαναγυρίσει στα βάθη της Εκκλησίας και τα φωτίσει από μέσα, όταν το λογικό βρει το κέντρο του μέσα στην καρδιά και όταν η καρδιά θα ωριμάσει με τη βο­ήθεια της λογικής σκέψεως. Μόνο τότε θα γίνει μια αρχή για την κατανό­ηση της αλήθειας.

(σελ. 217-222)

Category: /

Σκέψου τους ήρωες των μυθιστορημάτων ! Τι καλά

πούναι κλεισμένοι στα δεμένα τους βιβλία.

Αν βγαίναν ήταν φόβος να χαθούν

μέσα στο πλήθος. Να χαθεί κι η ιστορία.

 

Βλέπεις η ζωή μας δεν μπορεί,

νάναι σαν το βιβλίο ή σαν το θέατρο

συμπυκνωμένη μες σε δυο ώρες μοναχά

ή σε μια πεντακοσαριά, το πιο πολύ, σελίδες.

 

Οι ήρωες εκεί κινούνται, αδικούνται, δικαιώνονται

μέσα σε χρήσιμα στο συγγραφέα περιστατικά

βαλμένα στη σειρά με νου και τάξη.

 

Δεν είναι βέβαια το ίδιο στη ζωή.

Αργά, τι αργά που ξετυλίγεται

εδώ η ιστορία.

 

Οι πιο πολλές μας ώρες είναι Θέατρο.

Μια θλιβερή κι ανόητη

σκηνοθεσία.

 

Κι είναι μονάχα κάτι πύρινες στιγμές, αληθινές

σκόρπιες μες στην υγρήν ακινησία

κείνες που της ζωής μας την παράξενη συνθέτουνε

συμπυκνωμένη από το θάνατο ιστορία.

 

Category: /

 

Η αυγή έδεσε με τ'αλαβάστρινο γεφύρι της

τη μέρα με τη νύχτα.

Δέσαν οι αχτίδες τοξωτές

με τη θερμή τους χειραψία

μια με την άλλη τις ψηλές βουνοκορφές.

 

Ανοίξτε τα παράθυρα,

να σκορπιστούν οι νυχτοπεταλούδες,

όνειρα στο φώς.

Ν'ανοίξουν οι καρδιές

μπροστά στον ήλιο της αγάπης.

 

Ανοίξτε τα παράθυρα

για να γενούν γεφύρια

ανάμεσα στα σπίτια

οι καλημέρες γελαστές.

 

Άνθρωπο μ'άνθρωπο να δέσουν

θάλασσα με στεριά

γή μ'ουρανό να δέσουν οι εωθινές

προσευχές των ανρώπων.

 

Ανοίξτε απ'τον ύπνο τα βαριά

του σπιτικού σας βλέφαρα

ανοίξτε του σπιτιού σας τα κλειστά

σφιχτομανταλωμένα φυλλοκάρδια,

πριν κουραστή το φως ευγενικά

να στέλνη πρόσκληση στο πανηγύρι της χαράς του,

πριν έρθει για να βασιλέψη ο μαρασμός

στο σκοτεινό σας σπίτι 

κι ο αργός θάνατος,

 

Άνθρωποι, φίλοι μου, αδερφοί

ανοίξτε τα παράθυρα.

 

 

Καίτης Χιωτέλλη

"Ανατολικοί δρόμοι

Εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ


 

Category: /
Δεν έχει τίποτα τελειώσει στη ζωή μου.
 
Όλα ειν’ αρχές, αρχές
 
σαν ζωγραφιές
 
σε παιδικό τετράδιο:
 
ακέφαλα ανθρωπάκια,
 
σπίτια χωρίς παράθυρα
 
καράβια δίχως ξάρτια…
 
Κανένας κύκλος πουθενά
 
τετράγωνο ή τρίγωνο.
 
Μόνο γραμμές, γραμμές
 
μ’ αρχή και δίχως τέλος
 
σπάγγοι χαρταετού χωρίς αητό.
 
Δεν έχει τίποτα τελειώσει στη ζωή μου.
 
Όλα ειν’ αρχές, αρχές
 
σαν προσευχές
 
χωρίς αμήν
 
χωρίς απόκριση.
 
Και δρόμος, δρόμος
 
χωρίς τέρμα και σταθμό,
 
χωρίς πηγή να δροσιστείς,
 
χωρίς ανασασμό.
 
Δεν έχει τίποτα τελειώσει στη ζωή μου.
 
Για τούτο ακόμα ζω.
Category: /

Έχασα το δρόμο μου, βρέθηκα σε

μια ξένη γειτονιά που δε μου θύμιζε 

τίποτε από τη δική μου.

Ρώτησα μερικούς ανθρώπους αλλά

δεν ήξεραν τίποτε να μου πουν.

Όσο κι αν έψαχνα άλλους δρόμους

τόσο και σε πιο απόξενες τοποθεσίες

βρισκόμουν κι όταν έστριψα ακόμα

σ' ένα δρόμο η αγωνία μου κορυφώθηκε

στο τέρμα αυτού του δρόμου ήταν

μια απόκρημνη ακτή με μια

θάλασσα φουρτουνιασμένη.

Στη γειτονιά μου δεν βρίσκεται

καμιά θάλασσα. Έχασα το δρόμο μου.

Μίλτος Σαχτούρης

"Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια"

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Category: /

Έψαχνα να βρώ το σπίτι μου... Γύρω

πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους

τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν

και είναι θαύμα πως δεν πέφταν πάνω μου.

Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,

και να, ξαφνικά βρέθηκα

μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη

όρθιο.

Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και

καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη

πόρτα του σαλονιού, είδα τον Χ ρ ι σ τ ό ,

μ έ σ α  σ ε  λ ά μ ψ η , με τα χέρια απλωμένα

στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.

Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,

έγειρα και έπεσα κάτω λοιπόθυμος.

 

Μίλτος Σαχτούρης

"Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια"

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Category: /

Από την Αυστρία πήγα στην Ιταλία. Κάθε πρωί, το λίγο καιρό που έμεινα στο χαλασμένο χωριουδάκι, το Καστελμάρε, κοντά στο Λιβόρνο, έβλεπα τη γριά Μαρία Μπεντέλι. Κοντούλα, λεπτή και σουφρωμένη, με γυμνά πόδια, μ' ένα μαύρο βρώμικο ρούχο, ένα μαύρο μαντίλι γύρω απ' το κεφάλι της. Οι αδύνατοι ώμοι της λύγιζαν κάτω από το βαρύ κοφίνι που κουβάλαγε. Ήταν η προσωποποίηση του τραγικού ανθρώπου. Το αδύνατο μελαχρινό της πρόσωπο, σφιχτό και χιλιοβασανισμένο, έμοιαζε νάχει ζυμωθεί με τόση δυστυχία, ώστε είχαν απομείνει πάνω της ανεξίτηλα τα απομεινάρια της θλίψης.

Category: /

Εδώ πια η κρυφή επανάσταση που ζυμωνόταν τόσον καιρό μέσα μου, εναντίον του στενού κορσέ που έβαζε στους ανθρώ­πους η θρησκεία, έφτασε στο κατακόρυφο. Γεμάτος περηφάνεια για τις κριτικές μου ικανότητες, άρχισα να βρίσκω αδύνατα ση­μεία στην Αγία Γραφή και είχα πολλές αντιρρήσεις τώρα πια για την αθανασία της ψυχής, ύστερα μάλιστα από την καινούργια μου ιδιότητα του φοιτητή της Βιολογίας. Οι μελέτες μου στην Α­νατομία και στους άλλους κλάδους της επιστήμης μου μού σταθε­ροποιούσαν τη στάση της αδιαφορίας που είχα εγκαινιάσει. Ό­ταν παντρεύτηκα, μ' όλο που από διεστραμμένη αίσθηση τιμής κράτησα τους εξωτερικούς τύπους του Καθολικού δόγματος, διό­λου δε σκεφτόμουν να τηρώ τους κανόνες και τις υποχρεώσεις του. Οι φυσικές δυνάμεις αναμοχλεύονταν πολύ έντονα μέσα μου. Και όταν ακόμα η συνείδηση μου μ' ενοχλούσε, φρόντιζα να την πνίγω κάτω από ένα πλήθος κοσμικών ενδιαφερόντων. Μ' όλο που ποτέ μου δεν απαρνήθηκα το Χριστιανισμό - ήμουν πολύ δει­λός για να το κάμω αυτό - τον απολησμόνησα αρκετά, μ' αυτές τις καινούργιες μου απασχολήσεις. Είχα φτάσει πια στο ύψιστο σημείο του εγωισμού.

Category: /

 

Θα πρέπει ένας άνθρωπος να είναι τυφλός και απίστευτα ανόητος αν, φτάνοντας στα χρόνια της ωριμότητας, δεν αναρωτιέται πότε-πότε, μες στην παραζάλη της ζωής: «Για ποιο σκοπό ήρθα στον κόσμο; Γιατί ζω;»

 

Όταν είναι κανείς νέος, ο καιρός κυλάει τόσο γρήγορα, οι διασκεδάσεις είναι τόσο πολλές, και το τέρμα του δρόμου της ζωής μοιάζει νάναι τόσο μακριά, ώστε δεν υπάρχει καιρός για τέτοιες αυτοαναλύσεις. Τουλάχιστον, σε μένα, αυτό είχε συμβεί. Οι φοιτητές της ιατρικής, συνήθως, δε διακρίνονται για την ευσέβεια τους και, φυσικά, ούτε γω ήταν δυνατόν να αποτελώ εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα. Στα εργαστήρια της ανατομίας, όπου διαμελίζονται σε χίλια-δυό κομμάτια τα απομεινάρια του ανθρώπου, το ανθρώπινο σώμα δε μου φάνηκε τίποτα περσότερο από μια πολύπλοκη μηχανή. Στις αυτοψίες που είχα παρακολουθήσει, τί­ποτα δέν είδα που να με κάμει να πιστέψω ότι υπάρχει μες στο κορμί μια ψυχή αθάνατη. Όταν συλλογιόμουν τον Θεό, άθελα μου στο στόμα μου χάραζε ένα χαμόγελο ανωτερότητας, που έδειχνε την περιφρόνηση που αισθανόμουν για έναν τόσο παμπάλαιο μύθο.

Category: /

Ο Τσέστερτον για τον «εξελικτικισμό»

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του

Ο Αιώνιος Άνθρωπος (1925)

 

[…] Όμως εκείνο το μικρό επεισόδιο έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου σαν ένα είδος παραβολής, που εξηγεί για ποιο λόγο τόσες και τόσες σημερινές Ιστορίες της Ανθρωπότητας αρχίζουν με τη λέξη «εξέλιξη» και, μαγνητισμένες από αυτήν, συνεχίζουν με μια όχι και τόσο αυστηρή λογικά έκθεση ιδεών λες και τους αρκεί η πρώτη λέξη για να πιστεύουν πως τα λένε καλά και στη συνέχεια. Ιδού λοιπόν ο λόγος: είναι ότι η γενική ιδέα της έννοιας «εξέλιξη» λέει πως τα πράγματα κυλούν αργά, ήπια και βαθμιαία∙ κι αυτό είναι πολύ καθησυχαστικό και σε κάνει να θαρρείς πως τα εξηγεί όλα στην εντέλεια. Όμως καμιά από αυτές τις σύγχρονες Ιστορίες δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι από το τίποτα∙ και καμιά τους δεν εξηγεί πραγματικά το πώς κάτι μπορεί να μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Είναι πραγματικά πολύ πιο λογικό να ξεκινήσει κανείς λέγοντας: «Στην αρχή ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και τη Γη», έστω κι αν με αυτό θέλει απλώς να πει ότι «στην αρχή κάποια μυστηριώδης κι ακατανόητη δύναμη έβαλε σε κίνηση μια μυστηριώδη και ακατανόητη διαδικασία». Γιατί η λέξη Θεός είναι από την ίδια της τη φύση το όνομα του μυστηριώδους και πραγματικά, όσο αδύνατον μάς είναι να φανταστούμε πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, άλλο τόσο αδύνατον μάς είναι να φανταστούμε ότι τον φτιάξαμε εμείς. Να όμως που κάποιοι μπερδεύουν τη λέξη «εξέλιξη» με τη λέξη «εξήγηση» κι έχουν την εντύπωση πως χάρη στη λέξη «εξέλιξη» έχουν καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει και δεν χρειάζεται να σκεφτούν παραπάνω −όπως ακριβώς πολλοί από αυτούς έχουν την εντύπωση πως έχουν μελετήσει την Καταγωγή των Ειδών.

Category: /

[...] Οι μοντέρνοι ειδήμονες, που βλέπουν τα Χριστούγεννα αφ’ υψηλού, δεν παύουν παρ’ όλα αυτά να τονίζουν και να ξανατονίζουν πόσο σημαντική είναι για τη ζωή η μόρφωση και η παιδαγωγική ψυχολογία. Στιγμή δεν σταματούν να επαναλαμβάνουν ότι, σύμφωνα με τους νόμους της αιτιότητας, οι πρώιμες παιδικές εντυπώσεις είναι εκείνες που διαμορφώνουν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Θυμώνουν μάλιστα όταν βλέπουν την όραση ενός μικρού παιδιού να «δηλητηριάζεται» από τα κακόγουστα χρώματα μιας κούκλας, ή όταν το νευρικό του σύστημα ταλαιπωρείται από κάποια κακόηχη κουδουνίστρα. Ε, λοιπόν αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι μάς θεωρούν, εμάς, «στενόμυαλους» και «φανατικούς» όταν λέμε ότι, γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, είναι διαφορετικό να αναθρέφεται ένα παιδί ως Χριστιανός και διαφορετικό να μεγαλώνει ως Μουσουλμάνος, Ιουδαίος ή Άθεος. Όμως αυτή η διαφορά υπάρχει και είναι ότι, μέσα από εικόνες και ιστορίες, το κάθε χριστιανόπουλο διδάσκεται και αφομοιώνει αυτόν ακριβώς τον ασύλληπτο συνειρμικό συνδυασμό αντίθετων μεταξύ τους ιδεών.

Category: /

Το ερώτημα, που τελικά προκύπτει, είναι το εξής: «Τι είδους μαρτυρία θα μπορούσεν' αποδείξει την αποτελεσματικότητα της προσευχής;». Το πράγμα, για το οποίο προσευχόμαστε, μπορεί να συμβεί, αλλά πώς μπορείς ποτέ να ξέρεις ότι δεν θα συνέβαινε ούτως ή άλλως; Ακόμη κι αν το πράγμα αυτό είναι αναμφισβήτητα θαύμα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το θαύμα συνέβη εξαιτίας των προσευχών σου. Η απάντηση είναι σίγουρα ότι μια εμπειρική υποχρεωτική συνεπώς απόδειξη, σαν κι αυτή που έχουμεστις επιστήμες, δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί.

Category: /

...Κανένα σφάλμα δεν κάνει τον άνθρωπο λιγότερο αγαπητό, αλλά και κανένα σφάλμα δεν περνά τόσο απαρατήρητο από εμάς τους ίδιους, όσο αυτό. Επιπλέον, όσο περισσότερο το έχουμε εμείς οι ίδιοι, τόσο περισσότερο το απεχθανό­μαστε όταν το εντοπίζουμε στους άλλους...

Category: /

«Μπορώ να πιστέψω στο Θεό, αλλά αυτό που δεν μπορώ να χωνέψω είναι η ιδέα, ότι ο Θεός προσέχει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή, απευθύνονται σ᾿ αυτόν». Ανακαλύπτω ότι πολλοί άνθρωποι έχουν την απορία αυτή! Το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι η ουσία, το κεντρικό σημείο της απορίας αυτής, βρίσκεται στις λέξεις «την ίδια στιγμή».

Category: /

C.S.Lewis

 ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΟΤΗΤΟΣ

Μια εισαγωγή στο βιβλίο του George MacDonald: Phantastes

Όλα όσα ξέρω για τον George MacDonald τα έχω μάθει ή από τα δικά του βιβλία ή από τη βιογραφία (George MacDonald και η σύζυγός του) την οποία ο γιός του Dr. Greville MacDonald δημοσίευσε το 1924. Ούτε έχω μιλήσει (παρά μόνον μια φορά) με κάποιον, που τον είχε γνωρίσει! Επομένως, για τα λίγα πράγματα που πρόκειται να αναφέρω βασίζομαι εξ ολοκλήρου στον Dr. MacDonald.

Έχουμε ακούσει από τον Φρόυντ και άλλους για εκείνες τις διαστροφές στο χαρακτήρα και τον λανθασμένο τρόπο σκέψης που προέρχονται από τις «πρώιμες» συγκρούσεις του άνδρα με τον πατέρα του. Το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να γνωρίζουμε για τον George MacDonald είναι, ότι όλη η ζωή του αποδεικνύει το αντίθετο. Η σχεδόν τέλεια σχέση με τον πατέρα του, ήταν η γήινη ρίζα για όλη τη σοφία του. Από τον ίδιο τον πατέρα του πρωτοέμαθε, όπως λέει, ότι η Πατρότητα πρέπει να είναι στον πυρήνα του σύμπαντος. Έτσι ήταν προετοιμασμένος μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο, να διδάξει εκείνη τη θρησκεία, όπου η σχέση του Πατέρα και του Γιού είναι η πιο  σημαντική απ’ όλες τις σχέσεις.

Category: /

Με λόγια που σε κάνουν να δακρύσεις, ο Αυγουστίνος περιγράφει την απόγνωση στην οποία τον βούλιαξε ο θάνατος του φίλου του Νεβρίδιου (Εξομολογήσεις iv,10). Στη συνέχεια καταλήγει σε ένα ηθικό δίδαγμα. "Αυτό συμβαίνει, λέει, όταν δίνεις την καρδιά σου σε κάτι άλλο εκτός από τον Θεό. Όλα τα ανθρώπινα πλάσματα πεθαίνουν. Μην αφήσετε την ευτυχία σας να εξαρτάται από κάτι που μπορεί να χάσετε. Αν είναι σκοπός της αγάπης να είναι ευλογία, και όχι δυστυχία, τότε πρέπει να την προορίζουμε στον μόνο Αγαπημένο που δεν θα πεθάνει ποτέ".

Category: /

Η "παρακμή της θρησκείας", για την οποία τόσο συχνά θρηνολογούμε (ή καλωσορίζουμε), πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι φανερή λόγω των άδειων εκκλησιών. Είναι αλήθεια ότι οι εκκλησίες που ήταν γεμάτες το 1900 είναι άδειες το 1946. Όμως αυτή η μετάβαση δεν ήταν σταδιακή. Εμφανίστηκε την ίδια ακριβώς στιγμή που ο εκκλησιασμός έπαψε να είναι υποχρεωτικός. Στην πραγματικότητα δεν ήταν μια παρακμή, μια σταδιακή πτώση, αλλά ο γκρεμός. Εκείνοι οι εξήντα άνθρωποι που πηγαίνανε στην εκκλησία από τον φόβο του "γυμνασιάρχη" σταμάτησαν να το κάνουν. Οι πέντε χριστιανοί παρέμειναν. Η αναίρεση της υποχρεωτικής κατάστασης δεν δημιούργησε μια νέα θρησκευτική κατάσταση. Απλά και μόνο φανέρωσε την από πολύ καιρό προϋπάρχουσα κατάσταση. Και αυτό το παράδειγμα είναι τυπικό και περιγράφει την "παρακμή της θρησκείας" σε όλη την Αγγλία.

Category: /

"Δεν μπορεί κάποιος να είναι καλός άνθρωπος χωρίς να είναι χριστιανός;"

Αυτό το ερώτημα μου ζητήθηκε να σχολιάσω, και αμέσως, πριν ξεκινήσω, έχω ένα σχόλιο. Το ερώτημα μοιάζει σαν να τίθεται από έναν άνθρωπο που λέει στον εαυτό του: -"Δεν με ενδιαφέρει αν ο Χριστιανισμός είναι αλήθεια ή όχι. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να ανακαλύψω εάν το σύμπαν μοιάζει περισσότερο με αυτό που περιγράφουν οι χριστιανοί παρά με αυτό που ισχυρίζονται οι υλιστές. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να είμαι ένας καλός άνθρωπος. Θα επιλέξω τις πεποιθήσεις μου με γνώμονα το πόσο με βοηθάνε και όχι με γνώμονα το αν αληθεύουν".

Category: /

 Η σκηνή εκτυλίσσεται στην κόλαση κατά τη διάρκεια του ετήσιου δείπνου της Σχολής Εκπαίδευσης Πειραστών που πραγματοποιείται προς τιμή των νέων Δαιμόνων. Ο Πρόεδρος της σχολής, Δρ Slubgob, μόλις έχει ευχηθεί στην υγεία των προσκεκλημένων. Ο Screwtape, επίτιμος καλεσμένος, παίρνει τον λόγο.

Category: /

 

Χριστιανισμός και "θρησκεία". C.S. Lewis

 

Οι άνθρωποι είναι απρόθυμοι να περάσουν από την αντίληψη μιας αφηρημένης θεότητας στον Ζώντα Χριστό. Αυτό δεν με εκπλήσσει. Η αφηρημένη θεότητα δεν κάνει και δεν απαιτεί τίποτα. Είναι εκεί αν τη θελήσεις, όπως ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Δεν θα σε κυνηγήσει, δεν θα σε καταδιώξει. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος την κάθε στιγμή ο Παράδεισος και η Γη να χαθούν με ένα Του βλέμμα. Αν η αφηρημένη θεότητα ήταν η αλήθεια, τότε θα μπορούσαμε να πούμε πως όλες οι Χριστιανικές εικόνες (συμβολισμοί) της βασιλείας, ήταν απλά ένα ιστορικό ατύχημα της "θρησκείας" μας  που πρέπει να διορθωθεί. Και όμως, προς μεγάλη μας έκπληξη ανακαλύπτουμε ότι είναι απαραίτητες. Ίσως να έχουμε αισθανθεί παρόμοια έκπληξη, σε θέματα μικρότερης σημασίας, όπως όταν η πετονιά μας τραβάει το χέρι, όταν κάτι αναπνέει δίπλα μας στο σκοτάδι. Έτσι και εδώ. Η έκπληξη, το σοκ έρχεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή που νιώθουμε το ρίγος της ζωής να  μας μεταδίδεται από το νήμα που ακολουθήσαμε. Είναι πάντα σοκαριστικό να ανακαλύπτουμε ζωή εκεί που νομίζαμε ότι ήμασταν μόνοι μας. "Κοίτα!" αναφωνούμε, "είναι ζωντανός!". Αυτό είναι το σημείο που τόσοι πολλοί αποτραβιούνται και σταματάνε να ασχολούνται άλλο με τον Χριστιανισμό. Ένας "απρόσωπος Θεός". "Έχει καλώς". Ένας υποκειμενικός Θεός της ομορφιάς, της αλήθειας και της καλοσύνης, υπαρκτός μόνο μέσα στο κεφάλι μας. Ακόμα καλύτερα! Μια άμορφη ζωική δύναμη που μας διαπερνά, μια τεράστια δύναμη που μπορούμε να τιθασεύσουμε, το καλύτερο απ’ όλα.

Category: /

Αν ρωτήσετε σήμερα είκοσι ανθρώπους ποια νομίζουν ότι είναι η ανώτερη αρετή, οι δεκαεννέα από αυτούς θα απαντήσουν η ανιδιοτέλεια. Αν όμως ρωτούσατε οποιονδήποτε από τους μεγάλους Χριστιανούς του παρελθόντος, αυτός θα απαντούσε η Αγάπη. Βλέπετε τι συνέβη; Ένας αρνητικός όρος αντικατέστησε έναν θετικό, και η σημασία αυτής της αλλαγής ξεπερνά την απλή φιλολογία. Ο αρνητικός όρος της ανιδιοτέλειας κουβαλάει μέσα του την πρόταση, όχι πρωτίστως της διαφύλαξης καλών για τους άλλους, αλλά την συνέχιση της πορείας του ατόμου χωρίς τους άλλους, σαν να είναι το σημαντικό σημείο η εγκράτειά μας και όχι η ευτυχία τους. Δεν νομίζω ότι αυτή είναι η χριστιανική αρετή της Αγάπης. Η Καινή Διαθήκη έχει πολλά να μας πει για την αυταπάρνηση, όχι όμως ως αυτοσκοπό. Καλούμαστε να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας και να σηκώσουμε το σταυρό μας έτσι ώστε να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε το Χριστό, και σχεδόν κάθε περιγραφή αυτού που θα συναντήσουμε στο τέλος, αν τα καταφέρουμε, περιέχει ένα έρεισμα στην επιθυμία μας.. Αν στη σύγχρονη σκέψη ελλοχεύει η αντίληψη πως το να επιθυμούμε το δικό μας καλό και να ελπίζουμε για την χαρά που μας αποφέρει είναι κακό πράγμα, πιστεύω πως η αντίληψη αυτή έχει παρεισφρήσει από τον Καντ και τους Στωικούς και δεν έχει καμία σχέση με την Χριστιανική πίστη. Απεναντίας, αν σκεφτούμε για λίγο τις συγκλονιστικές αμοιβές που μας υπόσχεται το Ευαγγέλιο, φαίνεται ξεκάθαρα πως ο Χριστός βρίσκει τις επιθυμίες μας όχι πολύ δυνατές, αλλά πολύ αδύναμες. Είμαστε χλιαρά, απρόθυμα πλάσματα που χαζολογάνε ολόγυρα πίνοντας αλκοόλ, κάνοντας σεξ και κυνηγώντας τις μάταιες φιλοδοξίες μας, ενώ την ίδια ώρα μας προσφέρεται η αστείρευτη ευτυχία. Όπως ένα μικρό ανυποψίαστο παιδί που θέλει να συνεχίσει να παίζει στη λάσπη γιατί δεν μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει το κάλεσμα για μια εκδρομή στη θάλασσα.. Ευχαριστιόμαστε πάρα πολύ εύκολα.

Category: /

Στην εκκλησία -αλλά και εκτός εκκλησίας- λέμε πολλά πράγματα χωρίς να συνειδητοποιούμε τι λέμε. Π.χ. στο Σύμβολο της Πίστης λέμε ότι πιστεύουμε στην «άφεση αμαρτιών». Το επαναλάμβανα και εγώ επί χρόνια πριν αναρωτηθώ γιατί άραγε αυτό είχε μπει στο Σύμβολο της Πίστης. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται περιττό. «Αν κανείς είναι χριστιανός», σκέφτηκα, «και βέβαια πιστεύει στη συγχώρηση των αμαρτιών. Εννοείται!» Εκείνοι όμως που συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστης προφανώς σκέφτηκαν ότι αυτό ήταν κομμάτι της πίστης μας που θα έπρεπε να το φέρνουμε στη μνήμη μας κάθε φορά που πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και έχω και εγώ αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι είχαν δίκιο. Το να πιστεύεις στην συγχώρηση των αμαρτιών δεν είναι ακριβώς τόσο εύκολο όσο νόμιζα. Το να πιστεύεις πραγματικά σ' αυτό είναι κάτι που, αν δεν είσαι διαρκώς σε επιφυλακή, μπορεί εύκολα να σου διαφύγει. Πιστεύουμε ότι ο Θεός μάς συγχωρεί για τις αμαρτίες μας. Πιστεύουμε επίσης ότι το κάνει εφόσον και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων απέναντι μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Το λέει η προσευχή του Χριστού στον Ουράνιο Πατέρα, το «Πάτερ ημών». Το τόνισε αυτό ο Χριστός. Αν δεν συγχωρείτε, δεν θα συγχωρεθείτε. Κανένα άλλο κομμάτι της διδασκαλίας Του δεν είναι πιο ξεκάθαρο. Ούτε και υπάρχει καμιά εξαίρεση σ' αυτό. Δεν λέει να συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων όταν δεν είναι τόσο αποκρουστικές ή όταν υπάρχουν σοβαρές δικαιολογίες γι' αυτές ή κάτι τέτοιο. Πρέπει να τις συγχωρούμε όλες, οσοδήποτε απαίσιες και φρικτές κι αν είναι, οσοδήποτε συχνά κι αν επαναλαμβάνονται. Αν δεν τις συγχωρούμε, δεν θα συγχωρηθεί καμιά από τις δικές μας.

Category: /

‘Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον Ιησού Χριστό;’ Αυτό είναι ένα ερώτημα που περιέχει μια κωμική χροιά. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πως να ερμηνεύσουμε εμείς τον Χριστό, αλλά πως ερμηνεύει Εκείνος εμάς. Η εικόνα μιας μύγας που κάθεται και σκέφτεται πως θα ερμηνεύσει έναν ελέφαντα είναι αρκετά κωμική. Ίσως όμως η ερώτηση τι μπορούμε εμείς να συμπεράνουμε για Εκείνον, να εννοεί πώς μπορούμε εμείς να δώσουμε λύση στο ιστορικό πρόβλημα που μας ετέθη από τα καταγεγραμμένα λόγια και τις πράξεις αυτού του Ανθρώπου. Η λύση στο πρόβλημα αυτό θα πρέπει να μπορεί να συμφιλιώσει δύο πράγματα. Από τη μία έχουμε το σχεδόν γενικά παραδεκτό βάθος και λογική της ηθικής Του διδασκαλίας, η οποία αμφισβητείται ελάχιστα, ακόμα και από εκείνους που αντιστρατεύονται τον Χριστιανισμό. Έχω διαπιστώσει, κατά τη διάρκεια διαφωνίας μου με φανατικά άθεους ανθρώπους, ότι προτιμούν να καταλήγουν στο εξής σχόλιο: ‘Συμφωνώ απόλυτα με τα ηθικά διδάγματα του Χριστιανισμού!’ Και μοιάζει να υπάρχει μια γενική ομοφωνία πως στη διδασκαλία αυτού του Ανθρώπου και των πρώτων διαδόχων του, η ηθική αλήθεια βρίσκεται στην πιο αγνή και βαθιά της μορφή. Δεν είναι γλυκανάλατος ιδεαλισμός, είναι γεμάτη από σοφία και εξυπνάδα. Η όλη ηθική διδασκαλία είναι ρεαλιστική, ανανεωμένη στον πιο ψηλό βαθμό, προϊόν ενός πολύ λογικού μυαλού. Αυτό είναι το ένα φαινόμενο.

Category: /

Το πέμπτο κεφάλαιο απο το βιβλιο "Το μεγάλο Διαζύγιο" του   C.S.Lewis

... Προτιμώ να είμαι κολασμένος παρά να έρθω μαζί σου.'Ηρθα εδώ για να πάρω τα δικαιώματά μου, έτσι; 'Οχι για να μυξοκλαίγομαι ζητώντας λίγη ελεημοσύνη πεσμένος στα πόδια σου. Αν δεν μπορούν να με δεχτούν χωρίς εσένα, θα γυρίσω πίσω. 'Ηταν σχεδόν ευτυχισμένος τώρα που μπορούσε, με μια έννοια, να απειλήσει. 

Category: /

«- Το φοβερό και σοφό πνεύμα, το πνεύμα της αυτοκατα­στροφής και της ανυπαρξίας, το μεγάλο πνεύμα μίλησε μαζί Σου στην έρημο και τα βιβλία μας λένε πως τάχα «Σ’ έβαλε σε πειρασμό». Είναι σωστό αυτό; Και μήπως θα μπορούσε τάχα να ειπωθεί τίποτα πιο σωστό από κείνα που Σου ανήγγειλε κείνο το πνεύμα με τα τρία του ερωτήματα, που Εσύ απέκρουσες και που τα βιβλία τα λένε «πειρασμούς»; Κι ό­μως αν έγινε ποτέ στη γη ένα πραγματικά εκθαμβωτικό θαύμα, τούτο το θαύμα έγινε ίσα-ίσα κείνη την ήμερα των τριών πειρασμών. Το θαύμα έγινε μόνο και μόνο γιατί τέθηκαν εκείνα τα τρία ερωτήματα. Αν μπορούσαμε να φανταστούμε, έτσι για δοκιμή μονάχα και για παράδειγμα, πως τα τρία κείνα ερωτήματα του τρομερού πνεύματος χάθηκαν χωρίς να μείνει ούτε ίχνος τους στα βιβλία και πως θάπρεπε να τ' αποκαταστή­σουμε, να τα σκεφτούμε και να τα εφεύρουμε εκ νέου για να τα καταγράψουμε πάλι στα βιβλία, κι αν γι’ αυτό το σκοπό μαζεύαμε όλους τους σοφούς της γης - τους κυβερνήτες, τους αρχιερείς, τους επιστήμονες, τους φιλόσοφους, τους ποιητές – προτείνοντάς τους να σκεφτούν και να εφεύρουν τρία ερωτήματα, τέτοια όμως που όχι μονάχα ν' ανταποκρίνονται στη σπουδαιότητα κείνου του περιστατικού μα να εκφράζουν κιόλας, μέσα σε τρεις λέξεις, σε τρεις μονάχα ανθρώπινες φράσεις, όλη τη μελούμενη ιστορία του κόσμου και της ανθρωπότητας, νομίζεις τάχα πως όλη η σοφία της γης μαζεμένη θα μπορούσε να επινοήσει κάτι πα­ρόμοιο σε δύναμη και βάθος με κείνα τα τρία ερωτήματα, που Σου τεθήκανε απ’ το κραταιό και σοφό πνεύμα στην έρημο; Και μόνο απ’ αυτά τα ερωτήματα, μόνο απ’ το θαύμα πως τεθή­κανε, μπορείς να καταλάβεις πως δεν έχεις να κάνεις μ' ένα πρό­σκαιρο ανθρώπινο μυαλό μα με ένα νου αιώνιο κι απόλυτο. Γιατί σ' αυτά τα τρία ερωτήματα συνοψίζεται κατά έναν τρόπο και προφητεύεται όλη η μελούμενη ιστορία της ανθρωπότητας και δίνονται οι τρεις μορφές όπου θα συναντηθούν όλες οι άλυτες αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης σ' όλη τη γη. Τότε αυτό δεν ήταν ακόμα τόσο φανερό, γιατί το μέλλον ήταν άγνω­στο, μα τώρα, όταν πια έχουν περάσει δεκαπέντε αιώνες, βλέ­πουμε πως όλα έχουν τόσο καλά μαντευτεί και προφητευτεί σε κείνα τα τρία ερωτήματα και τόσο πολύ δικαιώθηκαν που δεν μπορείς ούτε να τους προστέσεις ούτε να τους αφαιρέσεις τίποτα.

Category: /

George MacDonald. " Τα αρρητα κηρύγματα" προ δημοσίευση συλλογικής μετάφρασης. Εκδόσεις ΧΑΡΙΣ. ( μετάφραση του κατώτερου απο τον Γ.Ιωαννιδη)

«Ἀγάπα τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(Ματθ. 22,39). Την εντολή αυτή του Κυρίου μας, την πρωτοσυναντάμε στα λόγια του Θεού προς τον Μωϋσή: «Μην είσαι εκδικητικός και μνησίκακος απέναντι στους άλλους, αλλά να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Λευτικόν, 19,18). Ο Κύριός μας ποτέ δεν νοιάστηκε να πρωτοτυπήσει. Όσο πιο παλιά ειπώθηκε κάτι, τόσο το καλύτερο, εάν βεβαίως διατυπώνει την αλήθεια που αυτός θέλει να διδάξει. Στο πρόσωπό Του, τα λόγια είναι απτή πραγματικότητα: ο Λόγος σαρξ εγένετο. Έτσι, σ’ αυτή τη θαυμαστή συνάντηση των άκρων, τα λόγια που είπε δεν ήταν πια μόνο λόγια αλλά πνεύμα και ζωή.

Category: /

...Aλλά για εκείνον που θέλει να ζήσει στο έπακρο την θεϊκή εικόνα της ύπαρξής του, χωρίς να θέλει να περιορίσει τον εαυτό του σε μια αποσπασματική γωνία της Βασιλείας του Θεού, αφήνοντας τα υπόλοιπα επιδόρπιο στους δαίμονες, χιλιάδες ερωτήματα θα ανακύψουν, τα οποία η Βίβλος ούτε που αγγίζει. Μήπως πράγματι δεν πρέπει να ασχολείται με τέτοια ερωτήματα; Μήπως αυτά βρίσκονται πέρα από τα όρια της ευθύνης του; ...

Category: /

Ο Ιησούς είναι ο δημιουργός και ο σωτήρας της διανοίας μας καθώς και της πιο πολύτιμης καρδιάς μας. Τίποτα που δεν σκέφτεται αυτός δεν αξίζει να σκέφτεσαι. Όμως κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί όπως Εκείνος, έκτος και αν γίνει αγνός όπως και Εκείνος. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει αγνός σαν Εκείνον εκτός και αν τον ακολουθήσει και μάθει από Εκείνον. Το να αφήσει στην άκρη κανείς την υπακοή στον Κύριο μέχρι να βρει μια αξιόπιστη θεωρία σχετικά με Αυτόν,  είναι σαν να αφήνουμε στην άκρη το φάρμακο που ξέρουμε ότι είναι καθήκον να πάρουμε, αν θέλουμε να σπουδάσουμε στα διάφορα στάδια της θεραπείας μας. Ξέρεις πως ό,τι ζητά από σένα ο Χριστός είναι σωστό, τουλάχιστον τα περισσότερα από αυτά πιστεύεις ότι είναι σωστά, και πως είναι καθήκον σου να τα κάνεις. Λοιπόν κάντο. Αν δεν κάνεις πράξη ό,τι έχεις συνειδητοποιήσει από την Αλήθεια, δεν με ξαφνιάζει που την ψάχνεις διανοητικά, καθώς αυτού του είδους η έρευνα μπορεί πολύ πιθανόν να είναι, όπως την παρουσιάζει ο Μίλτον, μια παρηγοριά ακόμα και για τους εκπεσόντες αγγέλους. Όμως μην ονομάσεις οτιδήποτε βρεις με αυτόν τον τρόπο Αλήθεια. Υπάκουσε την Αλήθεια και άσε την θεωρία να περιμένει. Η θεωρία μπορεί να ανθίσει μέσα από την ζωή, ποτέ όμως η ζωή από την θεωρία.

Category: /

Ούτε ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ούτε ο Ευαγγελιστής Μάρκος μπορεί να μας δίνουν επιπλέον πληροφορίες για οποιαδήποτε τυχόν λόγια που διατυπώθηκαν από τον Κύριό μας μετά το, "Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες". Και οι δύο, μαζί με τον Ευαγγελιστή Λουκά, μιλούν για μια δυνατή κραυγή πριν παραδώσει το πνεύμα Του. Μεταξύ των δύο αυτών γεγονότων ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει τα λόγια: "Θεέ μου, στα χέρια σου παραδίδω το Πνεύμα μου". Ο ίδιος δεν αναφέρει κάτι για την προσευχή της απόγνωσης "Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες". Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης επίσης δεν καταγράφει την προσευχή μήτε το "Θεέ μου, στα χέρια σου παραδίδω το Πνεύμα μου" αλλά ούτε και την δυνατή κραυγή. Μας λέει μονάχα πως αφού Του προσφέρθηκε το ξύδι είπε, "τετέλεσται" (Έχει ολοκληρωθεί) και έγειρε το κεφάλι Του και παρέδωσε το πνεύμα.

Category: /

THOMAS MERTON

 

Πώς ο χριστιανός του 20ου αιώνα διαβάζει τα Ευαγγέλια και ειδικά την Ευαγγελική ιστορία για τη Γέννηση του Χριστού του Κυρίου μας;

Αυτή δεν είναι απλά μια τετριμμένη ερώτηση, που ο συγγραφέας μαζί με τον καθένα μας προχωρώντας μπορεί να την παρακάμψει με ελαφρότητα, χρησιμοποιώντας μερικές συνηθισμένες και αισιόδοξες γενικότητες. Είναι ένα θέμα που αφορά σοβαρά κάθε πιστό, αφού σχεδόν κάθε χριστιανός πλέον τώρα ξέρει ότι τα Ευαγγέλια και ειδικά τα σχετικά με τη Γέννηση έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση και θεωρούνται "μύθοι".

Category: /

 

T.Merton - «Κανένας δεν είναι νησί»

 1. Το να στοχάζομαι για πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις μόνο κάτω από το φως της εντύπωσης που προκαλούν σε μένα, είναι το να ζω στο κατώφλι της κόλασης. Ο εγωισμός είναι καταδικασμένος να είναι ανικανοποίητος, αφού επικεντρώνεται σ’ ένα ψέμα. Για να ζω αποκλειστικά για τον εαυτό μου, πρέπει να κάνω όλα τα πράγματα να υποκλίνονται στο θέλημά μου, σαν να είμαι θεός. Αλλά αυτό είναι αδύνατο. Υπάρχει καμιά πιο πειστική ένδειξη του ότι είμαι κτίσμα από την ανεπάρκεια της θέλησής μου; Και να γιατί: Δεν μπορώ να κάνω το σύμπαν να με υπακούει. Δεν μπορώ να κάνω τους άλλους ανθρώπους να συμμορφώνονται με τις παραξενιές μου και τις φαντασιώσεις μου. Δεν μπορώ να κάνω ούτε το ίδιο το σώμα μου να με υπακούει. Όταν του δίνω κάποια ηδονή, διαψεύδει την προσδοκία μου και με κάνει να αισθάνομαι πόνο. Όταν δίνω στον εαυτό μου αυτό που θεωρώ ότι είναι ελευθερία, εξαπατώ τον εαυτό μου και βρίσκω ότι είμαι αιχμάλωτος της δικής μου τύφλωσης, του εγωισμού και της ανεπάρκειάς μου.

Category: /

 

T.Merton - «Κανένας δεν είναι νησί»

1. Την ευτυχία που την επιζητούμε μόνο για τον εαυτό μας ποτέ δε θα τη βρούμε: γιατί η ευτυχία, που λιγοστεύει όταν μοιράζεται, δεν είναι αρκετά μεγάλη για να μας κάνει ευτυχισμένους!

Υπάρχει μια ψεύτικη και στιγμιαία ευτυχία στην αυτοϊκανοποίηση, αλλά πάντα οδηγεί σε θλίψη επειδή περιορίζει και νεκρώνει το πνεύμα μας. Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στην ανιδιοτελή αγάπη. Μια αγάπη που μεγαλώνει ανάλογα με το μοίρασμα. Δεν υπάρχει τελειωμός στο μοίρασμα της αγάπης. Και, επομένως, οι δυνατότητες της ευτυχίας μιας τέτοιας αγάπης είναι απεριόριστες. Το άπειρο μοίρασμα είναι ο νόμος της «εσωτερικής» ζωής του Θεού, ο Οποίος έχει κάνει το μοίρασμα του εαυτού μας νόμο της ίδιας της ύπαρξής μας. Έτσι ώστε, αγαπώντας τους άλλους, αγαπάμε καλύτερα τους εαυτούς μας. Με την ανιδιοτελή δραστηριότητα ολοκληρώνουμε στο έπακρο τις ικανότητές μας για πράξη και ζωή.

Category: /

THOMAS MERTON

 

Αν το πνεύμα μου προσπαθεί να επιβάλει σιωπή στην σάρκα μου δια της βίας, αργά ή γρήγορα η σάρκα μου θα εκδικηθεί το πνεύμα μου μολύνοντάς το κρυφά, με χίλια-δυο δηλητήρια. Η πικρία και η δυστροπία είναι οι συνηθέστεροι καρποί ενός ασκητισμού, που περιορίζεται στο να ασκεί μόνο το σώμα. Το πνεύμα μου είναι φυσικά ανώτερο από την σάρκα μου, αλλά δεν είναι ανεξάρτητο από την σάρκα μου. Θερίζει ό,τι σπέρνει σ’ αυτήν. Και εάν μεν της φέρεται με υπερβολική αδυναμία, αργά ή γρήγορα θα ανακάλυψει σ’ αυτήν, την εικόνα και την καταδίκη της αδυναμίας του. Αν όμως πάλι της φέρεται με βιαιότητα, αργά ή γρήγορα θα δεχθεί από αυτήν το αποτέλεσμα της βιαιότητάς του. Ο ψευδοασκητής αρχίζει συνήθως με το να είναι υπερβολικά αυστηρός με τον εαυτό του, αλλά καταλήγει, εξ ίσου συνήθως, με το να είναι υπερβολικά αυστηρός με όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του.

Category: /

Thomas Merton

" Ο καινούργιος ανθρωπος"

Η πληρότητα μιας ανθρώπινης ζωής δεν υπολογίζεται μόνο με ό,τι συμβαίνει στο σώμα. Η ζωή δεν είναι υπόθεση σωματικής μόνο δύναμης ή υγείας ή ικανότητας να χαίρεται κανείς. Τι είναι ζωή; Κάτι πολύ περισσότερο από την αναπνοή μέσα στα ρουθούνια μας, τους κτύπους του αίματος στους καρπούς των χεριών μας ή την αντίδραση στους εξωτερικούς ερεθισμούς. Όλ’ αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά για μια πλήρη ανθρώπινη ζωή, αυτά ωστόσο δεν αποτελούν μόνα τους τη ζωή σ’ όλη της την πληρότητα. Μπορεί ένας άνθρωπος να τάχη όλ’ αυτά κι ωστόσο να είναι βλάκας. Όποιος μονάχα αναπνέει, τρώει, κοιμάται κι εργάζεται, αλλά χωρίς συνείδηση, χωρίς σκοπό και χωρίς να έχει δικές του ιδέες, δεν είναι αληθινά άνθρωπος. Κατ’ αυτή την αποκλειστικά φυσική έννοια, ζωή είναι μόνο η απουσία του θανάτου. Αυτοί οι άνθρωποι δε ζουν, αλλά φυτοζωούν.

Category: /

this it page to test template

 

Please try the second menu item "Συγγραφέων" .

When it unfolds, the submenu shows behind input items on side bar.

 

If you scroll down a little the page, then there is no problem with the submenu.!!

 

 

 

 

Category: /

Πετύχαμε μέσῳ τῶν ποιητῶν καί

τῶν λογοτεχνῶν νά πείσουμε τούς

ανθρώπους πώς ἡ ἐμπειρία πού

ἀποκαλοῦν ἔρωτα εἶναι ἡ μόνη

ἀξιοσέβαστη προϋπόθεση γιά νά

παντρευτεῖ κανείς.

   Τούς πείσαμε ὅτι ὁ γάμος μπορεῖ

καί ὀφείλει νά καθιστᾶ αὐτόν τόν

ἐνθουσιασμό μόνιμο!...

   Τούς πείσαμε ὅτι ἕνας γάμος

πού δέν τό ἐπιτυγχάνει αὐτό

δέν εἶναι πλέον δεσμευτικός...!!!

R. M. Rilke

Category: /

Ὁ καθένας μας ἔχει μιά νύχτα μπροστά του,

στή διάρκεια τῆς ὁποίας,

θά τοῦ προκαλέσουν φόβο,

τά ὅσα μέσα του ἄφησε ἀνεπεξέργαστα,

θά ᾿ρθοῦν κοντά του πιεστικά οἱ συμφορές,

ἀπ᾿ τίς ὁποῖες ἀποστρέφει το βλέμμα,

οἱ ὁφειλές πού δέν ἐξοφλεῖ,

ἡ θλίψη πού δέν παραδέχεται.

Μιά νύχτα

στή διάρκεια τῆς ὁποίας

θά γίνει περισσότερο παρά ποτέ

κτῆμα καί παιχνίδι τοῦ θανάτου του...

R. M. Rilke

Category: /

Το 1844 ο Samuel Morse κατάφερε να στείλει το πρώτο τηλεγραφικό μήνυμα! Το περιεχόμενο του μηνύματος ήταν: «Τί ἐποίησεν ὁ Θεός;». Το ερώτημα δεν παραμένει εν ισχύει απλώς και σήμερα, αλλά επιτείνεται. Κάποιοι απαντάνε: ...τίποτε, αφού δεν υπάρχει. Και κάποιοι λένε, αυτόν τον θαυμαστό κόσμο, του οποίου είναι Δημιουργός! Οι εξτρεμιστές και των δύο πλευρών επιμένουν ότι η άλλη πλευρά πρέπει να φιμωθεί!

Αγωνίες ψυχολογικές κάνουν τους ανθρώπους ανασφαλείς και επιθετικούς. Θέλουν να πειστούν πείθοντας. Την δική τους αγωνία αμφιβολίας (για την πίστη ή την απιστία τους) εκφράζουν με τον τρόπο τους, που η ένταση του είναι κατά τα προσωπικά δεδομένα.

Πώς να δεχτεί ο... άθεος ότι: «Η αμφιβολία δεν είναι αντίθετο της πίστης, αλλά ένα στοιχείο της πίστης»! Πώς να δεχτεί ο... πιστός ότι: «Μια πίστη που δεν αμφιβάλλει είναι πεθαμένη πίστη»;

Το παρακάτω κείμενο είναι επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη στο βιβλίο του Ντ. Χαρτ: «Οι αυταπάτες των αθεϊστών», Εκδόσεις Εν Πλω. Είναι μια αποτίμηση χρήσιμη και θεμελιακή, όχι ως παροχέας επιχειρημάτων, αλλά ως  θεμελιωτής της ουσιαστικής βάσεως, πάνω στην οποία ο οποιοσδήποτε ιστάμενος, μπορεί να "δει", να "καταλάβει" και να "αξιολογήσει" αυτά που διαδραματίζονται γύρω του.

Η κεφαλαιώδης ερώτηση του επίμετρου: «Τι είναι ένας χριστιανός» έχει απάντηση την... σπονδυλική στήλη της χριστιανικής ζωής... «Χριστιανούς είναι αυτός που αγαπάει τους εχθρούς του». Ξαναέρχεται δηλαδή η αρχαία απάντηση-προτροπή του Κυρίλλου Αλεξανδρείας στον απορούντα και αμφιβάλλοντα για το πρόσωπο του Χριστού και για το πώς θα μπορέσει να Τον αποδεχθεί: «Έλα να ζήσεις μαζί μας ένα χρόνο μοιραζόμενος την καθημερινότητά μας»!

Για την ζωή, πείθει η ζωή. Τα λόγια έχουν αξία μόνο ως έναυσμα αναζήτησης. Δεν γίνεται να... περικλείεται ο Θεός μέσα στα λόγια. Ούτε μέσα στα έργα-δημιουργήματα. «Αν ο Θεός διευθύνει το σύμπαν, δεν γίνεται να μας παρουσιαστεί ως ένα από τα έργα μέσα στο σύμπαν! Όπως δεν μπορεί ο αρχιτέκτονας ενός σπιτιού να είναι ένας τοίχος ή μια σκάλα ή το τζάκι αυτού του σπιτιού. Ο μόνος τρόπος να μας παρουσιαστεί θα ήταν σαν μια επιρροή ή εντολή που να μας σπρώχνει να συμπεριφερθούμε με κάποιον τρόπο. Και είναι αυτό που πράγματι βρίσκουμε μέσα μας. Αυτό δεν έπρεπε να προκαλέσει τις υποψίες μας;» (C. S. Lewis).

Ας ενσωματώσουμε στην σκέψη μας τις αξιολογήσεις του επίμετρου του κ. Σταύρου Ζουμπουλάκη και για να μπορούμε να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο χωρίς παράσιτα ανοήτων... αποδεικτικών σκέψεων, αλλά και ως αύξηση αυτής της εσωτερικής επιρροής, που θα το κάνει δικό μας.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

Category: /

Σταῦρος Ζουμπουλάκης

 

Ἡ στροφή τοῦ Γιώργου Θεοτοκᾶ πρός τόν χριστιανισμό εἶναι καρπός μιᾶς προσωπικῆς πνευματικῆς πορείας καί ἀναζήτησης. Ὁ Νίκος Κ. Ἀλιβιζάτος συνδέει,ἐρωτηματικά, τήν ἀπαρχή αὐτῆς τῆς στροφῆς μέ ἕνα δραματικό γεγονός τοῦ προσωπικοῦ βίου του, τήν ἐπώδυνη ἀρρώ­στια καί τό θάνατο τῆς πρώτης γυναίκας του (1956-1959)[1].

Category: /

Subcategories