Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης


Τί Εκκλησία θέλουμε;

ΤΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΜΕΝΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΗ ΠΙΣΤΗ

Είχα χάσει τη μητέρα μου πολύ μικρή

και η Λειτουργία ήταν για μένα ένας τρόπος να συνδέσω τη γη με τον ουρανό, τους ζωντανούς με τους νεκρούς, σε μια ζωή, μια μνήμη, μια πίστη. Στο χωριό μου η Λειτουργία ειδωμένη μέσα από τα παιδικά μου μάτια ήταν πανέμορφη, το ίδιο και οι εκκλησιαστικές γιορτές. Μου άρεσε η Λειτουργία σαν καταφύγιο, σαν μια στιγμή που μου ανήκε.

Και έπειτα ήρθε η Δεύτερη Βατικάνεια Σύνοδος που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες των εκκλησιών στο λαό του Θεού. Λειτουργίες μπροστά στα μάτια των πιστών, των λαϊκών, που καλούνταν να κάνουν αναγνώσεις και λόγια ύμνων που ακολουθούσαν τις ανθρώπινες αγωνίες μας!! Αυτή η επανάσταση ήρθε τη στιγμή που η εφηβεία μου συγκρουόταν κατά μέτωπο με τις οικογενειακές και κοινωνικές αρχές: η λειτουργική αναμόρφωση πρόλαβε τη θρησκευτική μου αμφισβήτηση και την ασπάστηκα κατευθείαν.

Η Λειτουργία με βοήθησε να καταλάβω τον παγκόσμιο χαρακτήρα της θρησκείας μου, πέρα από τα σύνορα και τους ωκεανούς. Ανέπνεα βαθιά. Αισθανόμουν τη συνοχή ανάμεσα στη ζωή μου και την Ευχαριστία της Κυριακής.

Μέσω της Λειτουργίας μπήκα στη μελέτη της Βίβλου. Η μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού με έκανε να καταλάβω την ενσάρκωση Του, την ταπείνωση Του, αυτόν τον Θεό Άρτο και Οίνο, «φίλο» των ανθρώπων, τη σύνδεσή Του μαζί μας.

Πιστεύω οτι διαμέσου αυτής έγινα χριστιανή, χάρη σε αυτόν τον τρόπο ζωής, σε κοινωνία με το Χριστό και τους αδερφούς μου.

......................................................................................................................

Veronique Olange

 

Άραγε θα γραφτεί ποτέ ένα κείμενο σαν το παραπάνω από κάποιον-κάποια ορθόδοξο, τώρα μετά το τέλος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Ορθοδόξων; Άραγε θα γεννήσουν σκέψεις αγωνίες και αποφάσεις στους Ορθοδόξους, τα Πορίσματα ή το τελικό κείμενο –μήνυμα- της Συνόδου;

Ατυχώς ΟΧΙ!

Και αυτό γιατί, ο Θεός είναι πολύ μακρυά από τις συζητήσεις μας, πράγμα που οι Πατέρες της Συνόδου δεν το κατενόησαν! Η Σύνοδος των Ορθοδόξων τελικά απλώς διαχειρίστηκε μικρά θρησκευτικά θέματα και κατέληξε σ᾿ ένα συμπαθητικό προσκοπικό συνταγολόγιο, με ειδική θρησκευτική γλώσσα και ορολογία, ας πούμε στην λογική οδηγιών... προς ναυτιλομένους!

Οι σημερινοί όμως... θαλασσοπορούντες άνθρωποι είναι πνευματικά χωρισμένοι σε τρείς ουσιαστικά τάξεις-τοποθετήσεις. Πρώτον, στους Χριστιανούς, που θέλουν να είναι μέλη της Εκκλησίας και οι οποίοι όμως υποδιαιρούνται και πάλι, σε χριστιανούς υγιείς πνευματικά, ήρεμους και προσγειωμένους, και σε χριστιανούς, φανατικούς, ανασφαλείς και... αυταπατώμενους! Τόσο που τα παραπάνω να τα φαντάζονται ζήλο (τον φανατισμό) και εγρήγορση (την ανασφάλεια)! Δεύτερον, στους ήρεμα αμέτοχους αλλά και προβληματισμένους και ως προς το νόημα της ζωής, αλλά και για την ποιότητα του χριστιανισμού, όπως επίσης και για το κατά πόσον μπορεί να είναι και να γίνει και για αυτούς τρόπος ζωής, η σχέση με την Εκκλησία! Και τρίτον, στους ανθρώπους, που αντιτίθενται στον Χριστό και είτε αδιαφορούν είτε πολεμούν την Εκκλησία.

Λαμβανομένου ύπ’ όψιν του γεγονότος ότι ο Χριστός θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθείναι», οι ποιμένες της Εκκλησίας (ακριβώς εκ της ευθύνης του «διδόναι αὐτοῖς τό σιτομέτριον» Λουκ. 12,42) πρέπει στον τρόπο της ζωής τους και στις ενέργειές τους, να έχουν διαρκώς υπ’ όψιν τις παραπάνω μνημονευθείσες τρεις κατηγορίες ανθρώπων, και, κατά το παράδειγμα του Αρχηγού της Εκκλησίας, να έχουν μέριμνα και φροντίδα και αγωνία ποιμαντική, όχι για τα εις την μάνδραν ενεννήκοντα εννέα (... άλλες αυταπάτες!) αλλά για τα, εις τα όρη και τας ατραπούς περιπλανώμενα και να τους αγωνιά το σε ποια «γλώσσα» θα μιλήσουν σε αυτούς, ώστε να είναι κοινή και να συνεννοηθούν!

Όταν ο Χριστός στέλνει τους Αποστόλους στον κόσμο, τους διδάσκει να πηγαίνουν δύο-δύο, θέλοντας να δείξει ότι η πίστη πρέπει να μοιράζεται, και ότι αυτό είναι ο μόνος τρόπος ύπαρξής της. Να μοιράζονται και να δίνουν μαρτυρία. Αν η πίστη δεν ενσαρκώνεται, είναι πλέον, μία ακόμα θεωρία και συνεπώς ένα... μπλα-μπλα!! Χάνει τότε η πίστη κάθε αυθεντικότητα, παύει να είναι πρότυπο ζωής. Οι άνθρωποι όμως θέλουν η πίστη να εκφράζεται από αυθεντικούς χριστιανούς, συμπεριλαμβανομένων και των αποτυχημένων, αρκεί να είναι αυθεντικοί! Μετάνοια άλλωστε είναι η αγάπη της αλήθειας, το να θέλω δηλαδή να βλέπω τα λάθη μου, και να επιστρέφω στο Χριστό. Και ο Πρόδρομος και ο Χριστός "θυρεό" της προτεινόμενης πορείας ζωής έχουν το "Μετανοείτε".

Η Σύνοδος έπρεπε να γίνει (μετά από τόσες δεκαετίες προβληματισμών...) και όσοι ασχολούνταν με τον τρόπο που θα καθίσουν τα μέλη της, το αν θα φαίνονται στις φωτογραφίες οι παρατηρητές ή αν θα υπάρχουν παρατηρητές γυναίκες κληρικοί (Αγγλικανοί), ή το αν είναι Εκκλησίες οι χώροι προέλευσης των παρατηρητών, έχουν την στενοκαρδία του... «διϋλίζοντος τόν κώνωπα» και τον εγωϊσμό του... «οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί». Οδύνη αποτελεί για τους Χριστιανούς το ότι κάποια από αυτά τα απαράδεκτα έλαμψαν...!

Κι όμως υπήρχαν μεγάλα θέματα γραμμένα στον κατάλογο (Νηστεία-Γάμος) ή και...απρόβλεπτα (Ενορία) με τα οποία έπρεπε να εξαντληθούν.

  1. Οδύνη για την Ενορία.

Οδύνη αποτελεί το γεγονός, ότι η Σύνοδος δεν είχε την διάθεση να ανοίξει δρόμους και να αναγγείλει το Ευαγγέλιο με καινούριους τρόπους, σ’ ένα κόσμο, που κάθε μέρα και περισσότερο, αποξενώνεται και απ’το Ευαγγέλιο και απ’ την Εκκλησία.

Οδύνη αποτελεί το γεγονός, ότι η Σύνοδος δεν ανταποκρίθηκε στο σκοπό της που ήταν να φέρει σε επαφή τον σύγχρονο κόσμο με την ζωοποιό και αιώνια δύναμη του Ευαγγελίου. Δεν παρουσίασε, την ενορία ως το ουσιαστικό κύτταρο ζωής της Εκκλησίας, στο οποίο κύτταρο καλείται να συνδεθεί οργανικά ο σημερινός... άστεγος πνευματικά άνθρωπος. Και αυτό είναι το πρώτιστο και απολύτως αναγκαίο, γιατί πολλοί σήμερα δεν αντιλαμβάνονται την σημασία της αποστολής της Εκκλησίας (έχοντας και τραυματικές πολλές φορές εμπειρίες) και ούτε είναι διατεθειμένοι να δεχθούν τις προτροπές της. Χωρίς την "ένσαρκη" πραγματικότητα της ενορίας η Εκκλησία κινδυνεύει να γίνει θεσμός, γραφεία, διοικητικός οργανισμός, που όσο μεγαλώνει, έστω κι αν είναι ο πιο σύγχρονος, τόσο λιγότερο χώρο αφήνει στο Πνεύμα, τόσο λιγότερο χώρο αφήνει στον Χριστό και στην ελευθερία που δημιουργεί η αλήθεια Του.

Οδύνη αποτελεί το γεγονός, ότι η Σύνοδος, δεν θέλησε να ασχοληθεί, με το εάν και κατά πόσον η ατμόσφαιρα και το πνεύμα που κυριαρχεί στο εσωτερικό των υπαρχουσών ενοριών είναι το Πνεύμα Κυρίου, δηλαδή Πνεύμα ελευθερίας, αφού «όπου το Πνεύμα Κυρίου εκεί ελευθερία» (Β’ Κορ. 3, 17). Δεν ασχολήθηκε με το αν ο σύγχρονος, υπό πλείστων θεμάτων και αγωνιών ταλαιπωρούμενος άνθρωπος, βρίσκει λιμένα υποδοχής και σωτηρίας. Aν εισέρχεται σε λειτουργικό περιβάλλον οικείο, κατανοητό, μεθεκτικό, με θεολογία συναπαρτισμού των χαρισμάτων όλων εν Χριστώ! Δεν ασχολήθηκε με το αν μπορεί η ενορία να πεί στον άνθρωπο: «Ἔρχου καί ἴδε. Δεν συλλαμβάνουμε άλλωστε την Εκκλησία παρά μόνο με την εμπειρία, με την χάρη, μετέχοντας στην ζωή της» (π. Σ. Μπουλγκάκωφ). Δεν ασχολήθηκε με το αν οι ενορίες έχουν καταλήξει θρησκευτικά... εκτονωτήρια, αγωνιών, φοβιών, θρησκοληψίας, "μαγικών" τελετών, με μέλη "ξένα" και ψυχικώς αμέτοχα, με μυστήρια διαδικασίες και Λειτουργία... επαναλαμβανόμενη συνήθεια.

Οδύνη αποτελεί το γεγονός, ότι η Σύνοδος θεώρησε αυτονόητη την Εκκλησία και δεν νοιάστηκε να έχει βασική της προτεραιότητα την παρουσίαση, όχι του ιστορικού υπόβαθρου της Εκκλησίας, αλλά του Μυστηρίου του Αποκαλυπτικού, μέσα στο οποίο, και ο σύγχρονος άνθρωπος, θα συνειδητοποιήσει και θα αποδεχθεί την Διαθήκη του Χριστού προς αυτόν. Μέσα στο οποίο Μυστήριο θα πλουτίσει με τον θησαυρό της Πίστης και θα εξαγιαστεί με την Χάρη, που θα τον διαποτίσει, όταν ο κάθε άνθρωπος πει προς τον Χριστό, σαν τον αρχαίο εκείνον προφήτη «Λάλει, Κύριε, ο δούλος σου ακούει» (Α’ Βασ. 3, 10). Στο Μυστήριο που εντός του μεγαλώνοντας θα γνωρίσει την Εκκλησία ως μητέρα του, αφού «απ’ αυτήν γεννηθήκαμε, από το γάλα της τραφήκαμε και ζούμε από το πνεύμα της» (Αγ. Κυπριανός, Περί της ενότητας της Καθολικής Εκκλησίας).

Οδύνη αποτελεί το γεγονός, ότι οι πατέρες μας έχοντας υποστεί (από «ατμοσφαιρική όσμωση») οθνείες επιρροές συζητούν και γράφουν περί Εκκλησίας, ωσάν αυτή να είναι μόνον η Ιεραρχία, που σαν τα πάλαι ποτέ πολιτικά γραφεία, εκδίδει ντιρεκτίβα για τον σωστό προσανατολισμό! Λες και δεν συγκεντρώθηκαν, ως εκφραστές του συνόλου σώματος, μεταφέροντας καθένας τους την ανάσα και την αγωνία και τους προβληματισμούς, των κατά τόπους χριστιανικών κοινοτήτων, αλλά σαν να έγινε σύσκεψη... διευθυντών, για καλύτερη απόδοση της δραστηριότητας της εταιρείας! Ενώ ο κόσμος πράγματι έχει ανάγκη τον Χριστό, και είναι οι Χριστιανοί που απαρτίζουν την Εκκλησία, αυτοί που πρέπει να φέρουν τον Χριστό στον κόσμο.

  1. Οδύνη για την Νηστεία.

Οδύνη αποτελεί το γεγονός, ότι παρότι στον κατάλογο των θεμάτων της υπήρχαν και η νηστεία και ο γάμος, η Σύνοδος δεν ασχολήθηκε με το ανθρώπινο σώμα και δεν «λέρωσε τα χέρια της» να καθαρίσει ακάθαρτες συγχύσεις, "βρεγμένες" συζυγίες και μεταμοντέρνες... αμφισημίες!

Δεν παρουσίασε στα φίλαυτα μάτια και μυαλά των σημερινών ανθρώπων, το πολυεδρικό διαμάντι της νηστείας, ως κυρίως αγαπητικής θυσιαστικής προσφοράς ελευθερίας. Οι σημερινοί άνθρωποι, ακόμα και οι χριστιανοί, "διαβάζουν" την νηστεία ως μια στέρηση που ικανοποιεί ένα απροσδιόριστο... θεϊκό βίτσιο. Η εκ προοιμίου καταδίκη της απόλαυσης, την "καταδικάζει" να μπει στη ζωή μας από μια κρυφή πόρτα. Όπως ένα λάστιχο που τεντώνεται... σπάει και μας έρχεται στο πρόσωπο, με όλη την φόρα που συσσώρευε, έτσι και το «ακάθαρτο πνεύμα» ξανάρχεται να εγκατασταθεί μέσα στην "τακτοποιημένη" ψυχή μας μαζί με «άλλα επτά πνεύματα ακόμα χειρότερα από αυτό» (Ματθ. 12, 45). Και έτσι η άρνηση της απόλαυσης και η άρνηση της ταλαιπωρίας της θυσίας είναι δύο τρόποι να μη ζούμε πραγματικά. Ανοίγουμε με όλα αυτά ένα παιχνίδι με τον θάνατο, ενώ παριστάνουμε ότι αγαπάμε τη ζωή, κάνοντας λάθος και για την ζωή και για τον θάνατο.

"Φοβήθηκαν" λοιπόν οι Πατέρες της Συνόδου να «κηρύξουν ἐπί τῶν δωμάτων» (Ματθ. 10, 27) ότι η νηστεία είναι απάντηση στην αγωνία του Μπέργκμαν (και φυσικά του καθένα μας) κατά πόσον είναι δυνατόν να αισθανθεί κάνεις τον Θεό σωματικά.

"Φοβήθηκαν" να πουν ότι οι Τετάρτες και οι Παρασκευές του έτους είναι διαρκείς υπομνήσεις της Προδοσίας και της Σταυρώσεως και δεν νοείται χριστιανός χωρίς θυσιαστική συμμετοχή στην προσπάθεια για "αποκλεισμό" από την ζωή του, του φρικαλέου αλλά πάντοτε ανοιχτού ενδεχόμενου, να προδόσει και να σταυρώσει κι ο ίδιος τον Χριστό.

"Φοβήθηκαν" να αποσαφηνίσουν ότι αυτές οι ημέρες μαζί με την Τεσσαρακοστή του Πάσχα είναι οι κύριες νηστείες, οι αδιαπραγμάτευτες, που ελέγχουν και φανερώνουν την υπαρξιακή (και όχι μόνον την διανοητική) διαθεσιμότητα  σχέσης του χριστιανού με τον Χριστό. Οι υπόλοιπες νηστείες είναι συνήθειες που παρεισήλθαν «καθ’ ἕλξιν» στην χριστιανική ζωή, όταν επλεόναζε η αγάπη για τον Χριστό και οι χριστιανοί όχι απλώς αύξαναν τις νηστείες αλλά έκαναν υπερθέσεις (μεταφορά στην άλλη μέρα) της ώρας λήψεως τροφής! (Ποιμήν του Ερμά, Διδαχή των Αποστόλων, Επιστολές Κλήμεντος Ρώμης).

Σήμερα αυτά... παρήλθαν. Οι χριστιανοί ατυχώς δεν νηστεύουν... δεν αγαπούν... δεν υπάρχουν. Περιμέναμε τονισμό των αδιαπραγμάτευτων και παραπομπή των υπολοίπων στην διάκριση του πνευματικού πατέρα. Αντί τούτου μια μακροσκελής πραγματεία άψογος και εις λογίαν γλώσσαν, με τον ίδιο τίτλο όπως είχε γραφεί το 1986 εμπλουτισμένη και με άλλα πατερικά «τσιτάτα», στα Πορίσματα, και μια σμικρότατη αναφορά, στο Μήνυμα, περί εγκράτειας και για τον... νεοπλατωνικό κίνδυνο του «δυαρχικού ασκητισμού»!! Φόβος μορμολυκίων!! Φανέρωση της... εργαστηριακής ποιμαντορίας των πατέρων... όχι της κλινικής!

 

  1. Οδύνη για τον Γάμο

 Η ευχαρίστηση στη ζωή μας και στην κοινωνία μας παίζει ρόλο πολύ σημαντικότερο από παλιά. Η αναφορά στην ηδονή ζυγιάζεται και πουλιέται. Και αυτό φυσικά δουλεύει γιατί ταιριάζει με το πνεύμα των καιρών. Τα σχετικά δημοσιεύματα διαβάζονται άπληστα και τα προϊόντα αγοράζονται. Οι έμποροι ισορροπούν πάνω στο κύμα. Έχουμε ουσιαστικά... επιστροφή του Διονύσου. Της προσωποποίησης της αναστάτωσης, των ρέιβ πάρτυ, της κάθε είδους γιορτής, του φανταστικού, του «κόψε τώρα τα ρόδα της ζωής». Ζούμε περισσότερο από ποτέ άλλοτε την στιγμή. Carpe diem. Το σώμα μας γίνεται αντικείμενο λατρείας. Ακόμα και τώρα, που Διόνυσος άρχισε να δείχνει με την ‘’κρίση’’ και το άλλο του πρόσωπο το αποτρόπαιο.  Άλλοτε ήταν εργαλείο παραγωγής και αναπαραγωγής, σήμερα έχει αυτόνομη αξία: το ντύνουμε (υποδούλωση στην μόδα), το φροντίζουμε (διαιτολογία), το χτίζουμε (μπόντι-μπίλντινγκ, γυμναστική). Κολυμπάμε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ερωτισμού και σεξουαλικοποίησης της ύπαρξης, που ταιριάζει με τη λατρεία του σώματος που προαναφέραμε. Ένας «ιμπεριαλισμός του σεξ» καλύπτει τα πάντα. Υπάρχει σήμερα, ιδίως στο ίντερνετ, μια απίστευτα προσοδοφόρα αγορά του σεξ. Πλέον έχει αποσυνδεθεί, τόσο από την τεκνοποίηση, όσο και από την καρδιά. Κυκλοφορούν πλέον... σώματα δίχως καρδιά! Χώρια που εξαχνώνονται κι αυτά σε μια εικονική πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτήν την Βαβελική σύγχυση θα θέλαμε να ακούσουμε μια διδασκαλία όχι για το κοινωνικό γεγονός του γάμου, αλλά για το Μυστήριο του γάμου, που να επισημαίνει ότι το ανθρώπινο κρασί της καλής διαθέσεως και του έρωτα δεν φτάνει για... «να βγει πέρα» ο γάμος και χρειάζεται να «κληθεί» και ο Χριστός για να φτιάξει (ελεύθερος απο δεσμεύσεις προϋποθέσεων) το δικό Του κρασί, τον «καλόν οἶνον», με τον οποίο "βαστάει" ο γάμος. Να ακούσουμε όχι κοινωνιολογικές παρατηρήσεις για την ανατροφή των τέκνων, αλλά τον τρόπο που η χριστιανική ταυτότητα είναι ορατή σε αυτόν τον κόσμο.

Καταφανώς οι Πατέρες εξαντλούνται να παρουσιάσουν την Ορθόδοξη Διδασκαλία για τον γάμο (πράγμα που υπάρχει σε άπειρα θεολογικά εγχειρίδια) και όχι να πείσουν τον σύγχρονο άνθρωπο για την ποιότητα και την αξία της λύσης που «δείχνει» στα μέλη της η Εκκλησία. Τα τεχνικά μέρη του θέματος (κωλύματα αίματος και συγγενείας, διαφορετικού θρησκεύματος και άλλες υποπεριπτώσεις εξειδικευμένες) είναι εργαλεία για τον «γιατρό», η υπόθεση όμως που ενδιαφέρει και μένει είναι, ποια είναι η πρόταση υγείας στον «άρρωστο».

Ήδη το 1890 ο μέγας Παπαδιαμάντης προτείνει υποχρεωτικό τον πολιτικό γάμο, ώστε το Μυστήριο του Γάμου να είναι λειτουργική ενσωμάτωσις, ενός προαιώνιου ανθρώπινου γεγονότος, στη ζωή της Εκκλησίας που είναι ο Χριστός. Σήμερα που διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας αρνούμενοι τον πολιτικό γάμο παντοιοτρόπως, τι έγινε και αυτοί οι ονομαζόμενοι θρησκευτικοί γάμοι διαλύονται σε ποσοστό σχεδόν ένας στους δύο στην … ορθόδοξη Ελλάδα;  Ξεχάσαμε το «ναι ναι και το ου ου» του Χριστού, ξεχάσαμε το «οσάκις αν πέσης έγειραι και σωθήση», και θέλουμε να γιατρέψουμε κοινωνικές πληγές. Χωρίς την προϋπόθεση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Χριστού και της συσσωμάτωσης την εκκλησία, τι νόημα έχει ένας κοινωνικός διδακτισμός; Ο Παπαδιαμάντης που προτείνει τον πολιτικό γάμο, γράφει το τραγικά μεγαλειώδες διήγημα «Ο γάμος του Καραχμέτη» σκανδαλίζοντας φεμινιστές και φεμινίστριες και πάσης φύσεως εκδικητές ανθρωπίνων δικαιωμάτων… Αλλού λοιπόν είναι το θέμα. Ο σημερινός κόσμος ζει στο τέλμα της κουλτούρας του προσωρινού. Φαντάζεται την μη δέσμευση ελευθερία, όχι αναπηρία. Ο ψυχισμός του «ανισορροπεί», μετακινούμενος κατά τις υποδείξεις των επιθυμιών του, τις οποίες επιθυμίες, ταυτίζει με τον εαυτό του. Δεν είναι χωρίς σημασία, η πολλάκις επαναλαμβανόμενη υπό των χριστιανών προσευχή «στερέωσον την καρδίαν μου». Μυστήριο του γάμου είναι η κοινή απόφαση συμπόρευσης σε αλληλοδέσμευση με τον Χριστό που ανεβαίνει στον Γολγοθά. Η άρμοση των χεριών είναι το όντως μυστήριο, όχι οι βέρες και τα στέφανα που αποτελούν υπομνηστικούς συμβολισμούς.

 Τα άλλα πορίσματα (Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον -  Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού – Η Ορθόδοξος διασπορά – Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω) είναι για θέματα παντελώς αδιάφορα στους καθ’ ημέραν χριστιανούς και κάποια αποτελούν μια θλίψη, για το «σπασμένο κορμί» της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Εντύπωση τέλος αποτελεί το γεγονός, ότι καμμία τοπική Εκκλησία και κανένας (έστω ατομικά) επίσκοπος δεν έθεσε το θέμα της απλούστευσης (ή μάλλον της επιστροφής στην Ιερατική περιβολή) της αρχιερατικής ενδυμασίας, που πλέον είναι στις συνειδήσεις των ανθρώπων, αστείο υπόλοιπο ενός παρελθόντος, που δεν υπάρχει και που συγχρόνως αλλοιώνει την σωστή συμβολική των αμφίων και σκανδαλίζει τον σημερινό κόσμο, ο οποίος έχει προπορευθεί σε αποδοχή της χρηστικής απλότητας.

  1. Μετά δε ταῦτα...κρίσις.

Μετά την Πεντηκοστή, και κατά το θέρος, συγκεντρωνόμαστε συχνά για στιγμές εορταστικές. Είναι πολύ ευχάριστο. Όλοι έχουμε λόγους να ευχαριστούμε γι’ αυτούς που μας βοηθούν να γιορτάσουμε μαζί και με άλλους, Εκείνον, που δίνει νόημα στη ζωή μας.

Αύριο όμως, ποιο θα είναι το πρόσωπο της Εκκλησίας; Στην Ελλάδα; Στην Ρωσία; Στην Ευρώπη; Στην Αφρική; Παντού...; Βλέπουμε έναν κόσμο να καταρρέει, χωρίς να ξέρουμε τί θ’ ακολουθήσει. Σ’ αυτόν τον τομέα κανείς (έστω κι αν κάποιοι θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε κάτι τέτοιο) δεν διαθέτει μια λύση-θαύμα. Η ανησυχία μπορεί να θολώσει την κρίση. Με την κούραση μπορεί να στερέψει η μεγαλοψυχία.

Εντούτοις, ο Θεός εργάζεται, και μπορεί κανείς να χαίρεται με τα ζητούμενα και τα επινοούμενα. Αρκεί να αφήσουμε τον Θεό να φωτίζει τα ερωτήματα που τίθενται ανέκαθεν στην Εκκλησία: Τι θέλουμε να βιώσουμε ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τους άλλους; Τι θέλουμε να γνωστοποιήσουμε στην κοινωνία στην οποία ζούμε;

Μόνο ο Χριστός θα μπορέσει να βοηθήσει τις κοινότητές μας να ζήσουν με εμπιστοσύνη και ειρήνη και να επιτύχουν το Πασχάλιο πέρασμα στο οποίο Εκείνος μας καλεί.

Λοιπόν, Του Κυρίου δεηθώμεν…

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος