Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ποιος είναι ο παραδοσιακός τρόπος ποιμαντικής;

 

12 Ιουλίου 2016

Ποιος είναι ο παραδοσιακός τρόπος ποιμαντικής;

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, πρώτα πρέπει να κατανοήσουμε τι σημαίνει «εκκλησιαστική παράδοση» και, μετά, να διευκρινίσουμε τι είναι αυτό που αποτελεί την αυθεντία και το εκκλησιαστικό φρόνημα του ποιμένα.

Κατά τον Άγ. Ειρηναίο, η παράδοση της Εκκλησίας βασίζεται στην αποστολική διδαχή (στη συνέχεια της Θείας Χάριτος όπως αυτή δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής) και στο αποστολικό κήρυγμα, που διακηρύσσει την αγάπη και τη φιλανθρωπία του Τριαδικού Θεού και τη σωτηρία του κόσμου από τον θάνατο. Ο σκοπός της εκκλησιαστικής παράδοσης δεν είναι να διαφυλάσσει τις συνήθειες των τοπικών Εκκλησιών αλλά την Αλήθεια. Ο Άγ. Κυπριανός αναφέρει ότι ο Χριστός δεν είναι μια συνήθεια αλλά η Αλήθεια! Γι’ αυτό η αληθινή παράδοση διαφυλάσσει την ιερά παρακαταθήκη[1] και την ομοψυχία και ενότητα των πάντων. Επομένως, η παράδοση της Εκκλησίας δεν περιορίζεται σε ένα ιστορικό παρελθόν, αλλά είναι η ζωντανή άρθρωση της εκκλησιαστικής εμπειρίας όλων των εποχών. Η παράδοση της Εκκλησίας και το ποιμαντικό της έργο  είναι μια δυναμική αρχή, ένα γεγονός που διαρκώς πραγματοποιείται,  αυξάνεται και εξελίσσεται.[2]

Η αυθεντία του ποιμένα χαρίζεται από το σώμα της Εκκλησίας και αναγνωρίζεται από τα μέλη της όταν ο ίδιος βιώνει το γεγονός της Εκκλησίας ως μια  αγαπητική κοινωνία και σχέση. «Καμία αυθεντία και καμία πειθαναγκαστική αποκάλυψη δεν εγγυάται κατά λόγον την αλήθεια. Η αλήθεια μόνο κατορθώνεται με το άθλημα των κατά λόγον σχέσεων».[3] Η γνώση του ποιμένα δεν αποκτάται αποκλειστικά από έρευνες και μελέτες. Ο γνήσιος ποιμένας  διαρκώς διαμορφώνεται και ωριμάζει μέσα από τις εμπειρίες που αποκτά από τον προσωπικό του αγώνα, τις αποτυχίες και αμαρτίες του,  και  τη συμμετοχή του στις χαρές, τους πόνους και τις αγωνίες του συνανθρώπου του. Γνωρίζοντας τις αποτυχίες του και την αμαρτωλότητά του, δεν επιμένει ότι κατέχει όλη την αλήθεια. Ούτε είναι ισχυρογνώμων στις απόψεις του. Η δε αυθεντία του ποιμένα δεν εξαρτάται τόσο από τις πράξεις του αλλά κυρίως από το πόσο έχει αφήσει τον εαυτό του ανοιχτό ώστε να εισχωρήσει μέσα του και να εκφραστεί η αγάπη του Πατρός και η Χάρη του Αγ. Πνεύματος, που καθαγιάζει κάθε  ανθρώπινη ύπαρξη και την οικουμένη όλη.

Τέλος, ο αληθινός ποιμένας μαρτυρεί την αλήθεια και ζει στην πραγματικότητα. «Αλήθεια είναι εκείνη η γνώση που πιστοποιείται από την εμπειρία του καθενός (τη σχέση του με την πραγματικότητα) και βεβαιώνεται με μαρτυρία-διατύπωση στην οποία όλοι συμπίπτουν (μέσω της οποίας όλοι σχετίζονται μεταξύ τους και με την πραγματικότητα)». Ως κοινωνικό όν, επαληθεύει την  γνώση του όταν συνδέει τον τρόπο να γνωρίζει με τον τρόπο να υπάρχει. Συνδέει την αλήθεια  «με το κοινό άθλημα των σχέσεων κοινωνίας της ζωής». Με τον  τρόπο της υπάρξεώς του, γνωρίζει την πραγματικότητα. Αυτός ο  τρόπος υπάρξεως μαρτυρεί ότι γνωρίζει να υπάρχει (ξέρει να ζει) και γνωρίζει  τον τρόπο που η ύπαρξη και πραγματοποιείται και φανερώνεται.[4]

Η δε πραγματικότητα δεν είναι κάτι σχετικό. Δεν περιορίζεται στο παρόν. Συμπεριλαμβάνει «όσα ξέρουμε κι όσα δεν ξέρουμε, όσα βλέπουμε κι όσα δεν βλέπουμε», και ακόμη αυτά που δεν έχουμε μάθει και που δεν έχουν φανερωθεί. Ζώντας αυτή την  πραγματικότητα, η συνείδηση του ποιμένα δεν μαρτυρεί μόνο το παρελθόν και το παρόν αλλά, προπαντός, είναι η μαρτυρία της αιωνιότητας.

Επίλογος: Η έλλειψη ποιμαντικής συνείδησης που παρατηρείται στον σημερινό κλήρο μαρτυρεί πόσο έχουμε αγνοήσει και παρερμηνεύσει την αληθινή έννοια της εκκλησιαστικής παράδοσης, την αυθεντία του ποιμένα, το εκκλησιαστικό του φρόνημα, και τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην κοινωνία. Είναι προφανές ότι έχουμε ξεχάσει τον τρόπο να γνωρίζουμε και τον τρόπο να υπάρχουμε –τον τρόπο να ζούμε– ως κοινωνοί της Αλήθειας. Η Εκκλησία έχει την ποιμαντική ευθύνη να δείξει πώς ο άνθρωπος μπορεί να ξαναποκτήσει αυτούς τους τρόπος, ώστε να ζήσει πραγματικά. Ο περιορισμός της ποιμαντικής διακονίας σε απρόσωπα και επιφανειακά κοινωφελή έργα, που δεσπόζουν στην εποχή μας, το μόνο που κάνει είναι να μειώνει τη μέγιστη προσφορά που μπορεί να προσφέρει η διαχρονική παράδοση και η γνήσια μέριμνα της Εκκλησίας στον απογοητευμένο και πονεμένο άνθρωπο που αναζητά σωτηρία.      

+CK


[1] «Oύτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλʼ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3:16).

[2] Βλ. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του Ζώντος Χριστού – Μια ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, Μτφρ. Ι.Κ. Παπαδόπουλος, Εκδόσεις Αρμός, 1999, σσ. 87-120. 

[3] Χρήστος Γιανναράς, Οντολογία της σχέσης, Εκδόσεις Ίκαρος,  2008, 2.5.1-2.

[4] Ό.π., 2.5.3.

Κατηγορία: /