Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

O διπρόσωπος Λουίτζι Πιραντέλο

Του Franco Zeffirelli - The Guardian

Οταν ήμουν παιδί το πιο δημοφιλές τραγούδι την Ιταλία ήταν ένα που έλεγε: «Είναι ο Μπρουνέρι ή είναι ο Κανέλα;» Ηταν εμπνευσμένο από μια δίκη που είχε συναρπάσει ολόκληρη την Ιταλία. Τον Μάρτιο του 1926 ένας άνδρας βρέθηκε να κλέβει λάμπες από το εβραϊκό νεκροταφείο. Είχε χάσει τη μνήμη του και δεν είχε ιδέα ποιος είναι. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και οι εφημερίδες δημοσίευσαν μία φωτογραφία του με τον υπότιτλο «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;». Μια γυναίκα ισχυρίστηκε ότι αναγνώρισε σ' αυτόν τον σύζυγό της, τον καθηγητή ιστορίας Κανέλα, ο οποίος είχε εξαφανιστεί χρόνια πριν. Το ζευγάρι συναντήθηκε μέσα σε ένα παραλήρημα χαράς και ζήσανε μαζί από τότε.

Λίγο μετά παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος και αναγνώρισε στο πρόσωπο του ανθρώπου αυτού τον αδελφό του, Μπρουνέρι, έναν μικροαπατεώνα. H αστυνομία είχε τα δακτυλικά αποτυπώματα του πραγματικού Μπρουνέρι και είδε ότι ήταν πανομοιότυπα με αυτά του αγνώστου ξένου, οπότε τον συνέλαβαν αμέσως. H κυρία Κανέλα ήταν συντετριμμένη: προφανώς το ερωτικό της πάθος για τον άνδρα που ισχυριζόταν ότι είναι σύζυγός της, είχε αναζωπυρωθεί. H υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια και κράτησε πολύ καιρό. Ηταν σχεδόν το μόνο θέμα που συζητούσε ο κόσμος: ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Μπρουνέρι ή ο Κανέλα;

Η υπερβολική κάλυψη του θέματος από τις εφημερίδες ενισχύθηκε από τον Μουσολίνι, ο οποίος ήθελε να αποσπάσει την προσοχή του κοινού από την καταστρεπτική εσωτερική του πολιτική. Τελικά το δικαστήριο απεφάνθη ότι ήταν ο Μπρουνέρι, αλλά τότε πια το ζεύγος Κανέλα είχε καταφύγει στη Βραζιλία, όπου έζησε ζωή χαρισάμενη μέχρι τέλους. Χρόνια αργότερα μια εκκλησιαστική απόφαση όριζε ότι ο άνθρωπος εκείνος ήταν πράγματι ο Κανέλα και έτσι νομιμοποιήθηκαν τα παιδιά του. Πάλι όμως δεν ήταν τίποτα εκατό τοις εκατό βέβαιο.

Μυστήριο

Οι θρύλοι της Σικελίας βρίθουν από ιστορίες παρόμοιες με την υπόθεση Μπρουνέρι-Κανέλα, ανθρώπους που χάνουν την αίσθηση του ποιοι είναι και συμπεριφέρονται με εξωφρενικό τρόπο. O Λουίτζι Πιραντέλο ένιωθε πάντοτε έλξη για τέτοιους ανθρώπους και για παρόμοιες ιστορίες: τα βιβλία του είναι στοιχειωμένα απ' αυτές. Το θεατρικό έργο του «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε», που παίζεται αυτές τις μέρες στο Λονδίνο, έχει να κάνει με το μυστήριο της ταυτότητας και με την ακόρεστη γοητεία που ασκεί στο κοινό η ζωή των άλλων ανθρώπων καθώς και την αδυναμία να μάθει τελικά κανείς την αλήθεια για οτιδήποτε.

Το «Ετσι είναι...» ο Πιραντέλο το εμπνεύσθηκε από μιαν άλλη πραγματική περίπτωση, στην οποία ένας άνδρας, η γυναίκα του και η πεθερά του έχασαν όλα τα χαρτιά τους σε ένα σεισμό και άρχισαν να διηγούνται ιστορίες που δεν μπορούσαν να αποδειχθούν. O Πιραντέλο έγραψε δύο διηγήματα στηριγμένα σ' αυτά τα γεγονότα: ένα για τον σύζυγο και ένα για την πεθερά. Και τα δύο αυτά διηγήματα τον άφησαν ανικανοποίητο, γι' αυτό τα συνδύασε σε ένα θεατρικό έργο. Μπορεί να πει κανείς ότι ούτε ο ίδιος δεν ήθελε να αποφασίσει ποια ήταν η αλήθεια.

Αποτέλεσμα αυτής της γοητείας που του ασκούσε η αβεβαιότητα ήταν μια σύγχυση της φαντασίας με την πραγματικότητα, κάτι που διατρέχει ολόκληρο το έργο του. Για να το κατανοήσει κανείς αυτό, για να καταλάβει τον Πιραντέλο, πρέπει να μάθει κάποια πράγματα για τη ζωή του και τα πολιτισμικά στοιχεία που τον επηρέασαν. Παραδείγματος χάρη, η γυναίκα του έχασε την αίσθηση της ταυτότητάς της και ο Πιραντέλο φαίνεται ότι τότε την ερωτεύθηκε. Πριν από αυτό το γεγονός τα αισθήματά του απέναντί της ήταν χλιαρά.

Ο γάμος τους ήταν από συνοικέσιο. Δεν είχαν συναντηθεί νωρίτερα ποτέ. H μέλλουσα γυναίκα του ήταν η κόρη του συνεταίρου του πατέρα του στην επιχείρηση που είχε. O πατέρας της δεν ήταν κι αυτός πρότυπο διανοητικής ισορροπίας: η γυναίκα του πέθανε στη διάρκεια ενός τοκετού επειδή, έχοντας πάθει κρίση ζήλιας, ο σύζυγός της δεν ήθελε να τη δει γιατρός. Στην αρχή ο γάμος του ήταν πολύ ιταλικού στυλ, δηλαδή ο Πιραντέλο είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες. H δουλειά του στο θέατρο του επέτρεπε να συνδέεται με ηθοποιούς, εφόσον την εποχή εκείνη το επάγγελμα της θεατρίνας ήταν συνώνυμο της αμαρτίας. Είχε πολλές ερωμένες, μεταξύ των οποίων και μια σχεδόν επίσημη ερωμένη: την ηθοποιό Μάρτα Αμπα, στην οποία άφησε τα δικαιώματα μερικών θεατρικών του έργων.

Οι γυναίκες στην Ιταλία, την εποχή εκείνη, ήσαν αποδέκτες τρομερών πιέσεων και μεγάλης υποκρισίας που καμιά φορά είχαν αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους. H γυναίκα του πατέρα μου με ακολουθούσε όταν πήγαινα στο σχολείο και μου φώναζε προστυχιές επειδή ήμουν νόθος γιος του συζύγου της. Κατά τα άλλα ήταν μια καλοκάγαθη γυναίκα. Αλλά η κοινωνική συμπεριφορά του πατέρα μου και η ανομολόγητη αποδοχή αυτής της συμπεριφοράς από την κοινωνία, μερικές φορές την αποσυναρμολογούσαν.

Η γυναίκα του Πιραντέλο δεν κατρακύλησε στην τρέλα μόνον εξ αιτίας των ερωτικών περιπετειών του συζύγου της. O πατέρας της αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και αυτό την είχε επηρεάσει ψυχολογικά. H οικονομική αυτή καταστροφή είχε προκληθεί από μια πλημμύρα. Αντίστοιχα, στο «Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε» τα συναισθηματικά τραύματα προκαλούνται από ένα σεισμό.

Η κατάστασή της έγινε τόσο σοβαρή ώστε μάλλον θα έπρεπε να τεθεί υπό περιορισμό σε κάποιο άσυλο φρενοβλαβών, ο συγγραφέας όμως την κράτησε στο σπίτι επί 17 χρόνια. Οι φίλοι του πίστευαν ότι ήταν ένας εξαιρετικά ευαίσθητος άνθρωπος, γιατί όταν τον χρειαζόταν η γυναίκα του άφηνε τα πάντα για χάρη της. Οταν ήταν μακριά από το σπίτι, της τηλεφωνούσε κάθε μέρα. Οταν βρισκόταν σπίτι περνούσε ώρες ολόκληρες μαζί της, οι δυο τους κλειδωμένοι στο δωμάτιό της. Δεν ήταν όμως από αγιοσύνη: τον σαγήνευαν οι διεργασίες που συντελούνταν στον εγκέφαλό της, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που τις παραβίαζε εκείνη συνεχώς, η ακύρωση όλων των κανόνων που συνήθως ρυθμίζουν όλα όσα πράττει ο άνθρωπος υπό φυσιολογικές συνθήκες.

Ισως και ο ίδιος να ήταν λιγάκι τρελός προς το τέλος της ζωής του, γιατί τα δύο τελευταία του έργα εμφανίζουν κάποιες περίεργες συσπάσεις.

Ο ίδιος ο Πιραντέλο δέχτηκε την επιρροή από δύο διαφορετικές κουλτούρες. Ηταν γέννημα θρέμμα της Μεσογείου: γεννήθηκε στο Τζιρτζέντι της Σικελίας το 1867 και εκεί πέθανε και τάφηκε το 1936. Το Τζιρτζέντι είναι γεωγραφικά πιο νότια από την Τύνιδα, με έντονη την επίδραση του Ισλάμ και περισσότερο αραβικό παρά ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Στη μικρή αυτή πόλη κυκλοφορεί πάθος, ένταση και βία. Αλλά όταν ήταν νέος, ο Πιραντέλο πήγε να σπουδάσει στη Βόννη και η Βόρεια Ευρώπη αιχμαλώτισε τη φαντασία του. Ενθουσιάστηκε από τα μεγάλα κινήματα ιδεών και τέχνης της Αυστρίας και της Γερμανίας -την έκρηξη του συμβολισμού, επί παραδείγματι- που ήταν πιο μπροστά απ' οτιδήποτε αντίστοιχο στην Ιταλία την εποχή εκείνη.

Η καλλιτεχνική ψυχή του Πιραντέλο διαμορφώθηκε από τη σύνθεση δύο διαφορετικών πολιτισμικών ρευμάτων. Ηταν φορέας αυτών των διαφορετικών προσωπικοτήτων και προσπαθούσε να τις συνενώσει σε ένα ενιαίο σύνολο. Αυτός που σκηνοθετεί τα θεατρικά του έργα πρέπει να σέβεται και τις δύο εξίσου. Αν επιλέξεις τη μία, βλάπτεις την άλλη. Αν σκεφθεί κανείς τον Πιραντέλο ως ένα λαμπερό Σιτσιλιάνο θεατρικό συγγραφέα, τον αδικεί, γιατί είναι ταυτόχρονα και ένας καταπληκτικός Βορειοευρωπαίος στοχαστής.

Πρόβλημα

Και αυτό δεν είναι το μόνο λάθος που κάνει ο κόσμος όταν προσπαθεί να αποτιμήσει τον Πιραντέλο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει ένα τεράστιας εμβέλειας χιούμορ. Το πρόβλημα όμως είναι ότι εξέφραζε τη χιουμοριστική του διάθεση σε μία καθαρά κλασικού τύπου γλώσσα, κάτι τελείως έξω από την πεπατημένη. Δεν χρησιμοποιούσε τη συνηθισμένη γλώσσα των κωμωδιών, τουλάχιστον όχι όπως το εννοούν αυτό στα αγγλικά. H ουσία, όμως, των έργων του είναι κωμική. Πολλοί από τους μεγάλους Ιταλούς συγγραφείς που ήταν σύγχρονοι του Πιραντέλο ήταν Σικελοί και εσκεμμένα προσπαθούσαν να γράφουν τέλεια ιταλικά. Ομως αυτή η γλωσσική φόρμα ξένιζε το θεατρικό κοινό, ειδικά αυτούς που είχαν αδυναμία στην κωμωδία.

Η αντίδραση του κοινού στην πρεμιέρα του «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε» το 1918 στη Ρώμη, ήταν η απόλυτη σχεδόν εικονογράφηση του πιραντελικού χιούμορ και της ικανότητάς του να αναστατώνει το ακροατήριο. O κόσμος εξοργίστηκε με το τέλος του έργου, που ήταν πρωτοφανές στην ιστορία του θεάτρου. Παραβίαζε όλους τους κανόνες. Οταν υψώθηκε η αυλαία και εμφανίστηκε ο συγγραφέας μερικοί ζητωκραύγασαν.

Μερικοί όμως εκτόξευσαν αισχρότητες εναντίον του. Ενας εξαιρετικά οργισμένος θεατής ξήλωσε μία καρέκλα και την εξακόντισε στη σκηνή. Παρά τρίχα δεν έπεσε στο κεφάλι του Πιραντέλο και προσγειώθηκε στα πόδια του. Εκείνος έσκυψε, τη σήκωσε, κάθησε πάνω της και είπε: «Σας ευχαριστώ πολύ, η ημέρα μου ήταν πολύ κουραστική σήμερα».

Κατηγορία: /