Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Προσευχόμαστε ή γιορτάζουμε;

ή

Όταν οι παππούδες γράφουν «ἄρρητα ρήματα»!

 

Είμαι ένας απ’ τους «θλιβερούς στην ασχετοσύνη τους λειτουργούς», που θέλουν «ο κόσμος (να μπορεί...) να καταλαβαίνει». Μέχρις εκεί. Δεν... "βιάζω"... «την συναρπαστική παράδοση με βάναυσες ιδεολογικές ντιρεκτίβες και φτηνιάρικη μικρονοϊκή ηθικολογία»!! Γιορτάζω όμως επειδή ξέρω τον λόγο και όχι από φολκλορικό βίτσιο. Με νοιάζει το πρόσωπο του Χριστού και θέλω να καταλαβαίνω τι μου λέει, γιατί ο διώκτης Του καταλάβαινε την αυτοσύσταση που του έκανε λέγοντάς του: «Ἐγώ εἰμί Ἰησοῦς ὅν σύ διώκεις»! Λέτε τον Χριστό να τον ένοιαζε η γλώσσα της «αδιάκοπης (μακάρι να ήτανε...) εκκλησιαστικής συνέχειας», όταν απευθυνόταν στον Παύλο; Ή το να συνεννοηθεί;

Τι τραγικό!; Αρχίζοντας η επιφυλλίδα ο αρθρογράφος "στολίζει" την «ξύλινη γλώσσα πατριαρχικών "αποδείξεων", αρχιεπισκοπικών εγκυκλίων, επισκοπικών και ιεροκηρυκτικών ρητορευμάτων ή εντύπων», ένα γλωσσικό μόρφωμα που είναι το εγγύτερο προς την χρησιμοποιούμενη στην λατρεία... ιερά (τελικώς...) γλώσσα! Δηλαδή η γλώσσα όλων των παραπάνω είναι απαράδεκτη... για το περιεχόμενο; Όχι για την μορφή και το περιεχόμενο; Αν το περιεχόμενο ήταν ουσιαστικό, δεν θα μας πείραζε η γλωσσική μορφή; Δεν θα μας ένοιαζε η αγωνία του Αποστόλου Παύλου: «Ἐάν σάλπιγξ ἄδηλον φωνήν δῶ, οὐδείς ἐτοιμασθείσεται πρός πόλεμον»; Πιστεύουμε στα σοβαρά ότι θα ήταν διδασκαλία; Πιστεύουμε στα σοβαρά ότι η προσευχητική έκφραση δεν πρέπει να είναι διδασκαλία; Οι αιώνες (...ελληνικής παράδοσης) μας φωνάζουν κουνώντας μας το δάχτυλο: Lex Orandi, Lex Credendi. «Το περιεχόμενο της προσευχής μας, είναι η διδασκαλία της πίστης μας».

Θέλει «επιδερμική ψυχολογική ευεξία» να αυταπατάσαι νομίζοντας, σαν τον Περικλή Γιαννόπουλο, παράδοση τα σχήματα. Παράδοση της Εκκλησίας είναι μόνον ο Χριστός. Ούτε η γλώσσα. Ούτε τα τυπικά! Ούτε η μουσική. Ούτε οι συνήθειες. ΜΟΝΟΝ ο Χριστός. Αυτόν όμως Τον αγνοούν οι σημερινοί βαπτισμένοι, που... αχρεωστήτως ονομάζονται χριστιανοί! Ο Χριστός βέβαια είπε ότι όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι στο όνομά Του θα είναι ανάμεσά τους και οπωσδήποτε, για να συναχθούν, χρειάζονται γλώσσα, μουσική, τυπικά, συνήθειες πράγματα που φυσικῷ τῷ λόγῳ συνεχίζονται από γενιά σε γενιά, όμως εξυπακούεται ότι κάθε γενιά δέχεται να παραλάβει από το... παρελθόν, ως υπόθεση που την αφορά και βεβαίως την τρέφει! Η γενιά μας (ίσως και λίγο πιο πριν...) διέκοψε αυτή την συνέχεια και αυτήν την τροφοδοσία. Το μέγα πρόβλημα της Εκκλησίας σήμερα είναι η αναίρεση της πραγματικότητας που θέλει για την Εκκλησία Του ο Χριστός: «... και γινώσκω τά ἐμά καί γινώσκομαι ὑπό τῶν ἐμῶν...» (Ἰω. 10, 14). Σήμερα από καμία πλευρά δεν υπάρχει γνώση! Οι ιερείς δεν ξέρουν ποιοι είναι οι χριστιανοί (έχουν μόνο βαπτισμένους ασυνειδήτως...) και οι υποτιθέμενοι χριστιανοί αγνοούν Αυτόν τον Οποίον οι ιερείς υποτίθεται εκφράζουν. Και ζουν αυτοί καλά κι εμείς... χειρότερα.

Και να τώρα μέσα σ’ αυτό το ομιχλώδες τοπίο να έρχεται ο Καθηγητής και να σου μιλάει για την: «... βεβαιότητα, ότι στην Εκκλησία δεν πάμε για να "προσευχηθούμε", να "διδαχθούμε" ή να "σωθούμε", στην Εκκλησία πάμε για να γιορτάσουμε». Ευτυχώς τα βάζει (όλα αυτά: προσευχηθούμε... διδαχθούμε... σωθούμε...) σε εισαγωγικά, ελπίζουμε αμφισβητώντας το νόημα που έχουν στα χείλη «της θλιβερής ασχετοσύνης»! Ελπίζουμε δεν κυριολεκτεί σ’ αυτά τα "δεν"! Όμως και έτσι να είναι δημιουργείται σύγχυση, που μας εξέφρασαν αρκετοί, χάριν των οποίων γράφεται αυτό το κείμενο.

Τρίβεις τα μάτια σου... τσιμπάς την μούρη σου... το ξαναδιαβάζεις... εκπλήσσεσαι... απορείς μ’ όλα αυτά!

Ας τα δούμε ένα-ένα, ως θέματα και όχι ως τοποθετήσεις του κ. Καθηγητού:

α. «Δεν πάμε, να προσευχηθούμε»... Εκείνοι οι δύο της παραβολής δεν «ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι»; Η λατρεία της Συναγωγής δεν είναι η βάση την οποία συνεχίσαμε στην Εκκλησία; Στον ίδιο Θεό δεν απευθυνόμαστε; Οι απόστολοι δεν ανεβαίνουν «ἐπί τήν ὥραν τῆς προσευχῆς τήν ἐννάτην»; Φοβόμαστε την προσευχή «ως καθήκον» και την καταργούμε; Συγχρόνως επικαλούμαστε πατερικές ρήσεις «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον»! Δεν υπάρχει σχέση με τον Θεό χωρίς προσευχή. Προσευχή είναι η... μεταφυσική του σώματος. Προσευχόμαστε υλοποιούντες την προτροπή του Χριστού για... οικογενειακή προσευχή με το «Πάτερ ἡμῶν...». Η αναπνοή, η ζωή, και ο τρόπος της Εκκλησίας, είναι μια αέναος προσευχή. Η ποιητική λατρευτική γλώσσα, έχει άπειρες προτροπές προσευχής του κοινού σώματός της Εκκλησίας. Επιτέλους ας μη στήνουμε μορμολύκια και ας μη γινόμαστε εμείς οι ίδιοι οι τρομαγμένοι απ’ αυτά!

β. Ούτε «να διδαχθούμε»... Ώστε λοιπόν καταργείται η διακονία του λόγου; Οι θεολόγοι της γενιάς του ‘60 δεν φώναζαν για την αναβάθμιση του κηρύγματος; Το κήρυγμα δεν είναι διδαχή; Σεις δεν μας λέγατε (αβάσιμα!) ότι το κήρυγμα έχει την θέση του μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου; Δεν το θεωρούσατε ουσιώδες στοιχείο της παράδοσης; Ενώ... απλά βόλευε τελικώς η θέση, γιατί έπρεπε να ακούσουν την διδασκαλία («να διδαχθούν») και οι Κατηχούμενοι που οπωσδήποτε έφευγαν μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου! Νοείται λατρεία χωρίς κήρυγμα; Το ότι πλέον σήμερα είναι επιεικώς φρικτά και ουσιαστικώς αδιάφορα τα κηρύγματα που γίνονται, αυτό καθόλου δεν καταργεί, όχι το θέμα, αλλά φυσικά ούτε την ανάγκη του κηρύγματος! «Πῶς ἀκούσουσι χωρίς κηρύσσοντος...» (Ρωμ. 10, 14). Ευχαριστία και Διδασκαλία είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, από την Θεία Λειτουργία του μάρτυρος Ιουστίνου τον πρώτο αιώνα μέχρι σήμερα και τώρα. Τα υπόλοιπα νομίζουμε είναι στοχαστικές περιττολογίες.

γ. Ούτε για «να σωθούμε...»

Λοιπόν ούτε για να σωθούμε πάμε...! Τελικώς είναι διανοητική η υπόθεση της σωτηρίας; Δεν είναι σωτηρία η συσσωμάτωση στην Εκκλησία του Χριστού, όπου παραδίδεις τα κομμάτια του εαυτού σου στον Χριστό για να σε αρτιώσει; Να σε κάνει ολόκληρο...; Φυσικά δεν πάμε στην Εκκλησία για να σωθεί στους αιώνας των αιώνων το άρρωστο εγώ μας, αλλά για να το υγιάνει ο Χριστός να μάθει να υπηρετεί (το εγώ μας) τον Χριστό και τους αδελφούς του. Δεν θα σωθούμε, παρά μόνον μαζί με τους αδελφούς μας, στο σπίτι του πατέρα μας, συνειδητοποιώντας ότι «όσα έχει (ο πατέρας μας) είναι δικά μας». Φυσικά αιωνιότητα δεν είναι ένα... απέραντο ψυγείο, που συντηρεί τα εμβαλλόμενα...! «Είναι η αγκαλιά του Αβραάμ», που είναι πατέρας των πιστευόντων.

Σωτηρία είναι ο αγιασμός του ορατού και αισθητού κόσμου, κατά την σταθερή πεποίθηση της Εκκλησίας, πράγμα που συναρτάται σαφώς και στενά με την ενσάρκωση Χριστού του Θεού Λόγου. «Δεν προσκυνώ την ύλη, προσκυνώ τον Δημιουργό της ύλης, που έγινε ύλη για μένα και καταδέχθηκε να κατοικήσει την ύλη και να πραγματοποιήσει την σωτηρία μου με την ύλη. Δεν θα παύσω να σέβομαι την ύλη, διά της οποίας κατηργάσθη η σωτηρία μου» Ιωάννης Δαμασκηνός, Α’ Απολογητικός.

δ. «Πάμε για να γιορτάσουμε...»

Όχι ακριβώς...!! Πάμε για να θυμηθούμε όλοι μαζί αυτό που ο Χριστός μας είπε (και αναφέραμε και παραπάνω), ότι: «Όσες φορές θέλουμε να Τον θυμόμαστε να μαζευόμαστε και να τελούμε την Ευχαριστία» την ελπίδα δηλαδή της μεταβολής της ζωής μας! Αυτό που οι Πατέρες ταύτισαν με την Εκκλησία. Μέσα εκεί συνεχίζεται ο Μυστικός Δείπνος. Εκεί παρακαλούμε προσευχόμενοι: «Δός αὐτοῖς τόπον καί μονήν ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου» (Αλεξανδρινή Λειτουργία). Εκεί βασιλεύει ο Sol salutis. Εκεί, κοντά στον Άρτον, ζητάμε «σύναξον τήν Ἐκκλησίαν Σου ἀπό τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τήν Βασιλείαν Σου».

Όλα αυτά τα γράφω, γιατί οι αναγνώστες και της επιφυλλίδας και αυτού του κειμένου δεν τα ξέρουν!

Λοιπόν, πιστεύω και ο κ. Καθηγητής συμφωνεί, ότι ακόμη και αν δούμε σαν γιορτή και πανηγύρι το θέμα (γεγονός που όχι απλώς και μόνον είναι, αλλά είναι Πανήγυρις Πανηγύρεων... Αναστάσιμος Κανόνας από τα κηρύγματα του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου) και τότε είναι απαραίτητο (με ακυρωτικό βέτο) να ξέρουμε τι γιορτάζουμε, πράγμα βεβαίως που δεν εξαντλείται στην δυνατότητα κατανόησης της γλώσσας, αλλά οπωσδήποτε την προϋποθέτει! Τσιτάτα όμως αδιευκρίνιστα απλώς δημιουργούν συγχύσεις και ερμηνεύονται αυθαίρετα! Υπάρχει θεολόγος που διδάσκει ότι... φτάνει να πηγαίνεις στη Λειτουργία και όλα... είναι καλά!! Θέλει να ξεχνάει ότι στην Λειτουργία παρευρισκόταν κάποτε και... ο Ιούδας!

Ο θάνατος «πατεῖται θανάτῳ» από τον Χριστό, ο Οποίος μπήκε στο... «σκοτεινό δωμάτιο» και δεν επέστρεψε απλώς, όπως ο Λάζαρος και οι λοιποί αναστάντες, αλλά συνέτριψε τα πάντα και πέρασε "απέναντι" και νίκησε για μας, ώστε πλέον «μόνον ο θάνατος πεθαίνει». Αυτόν το Νικητή του Θανάτου πρέπει να γνωρίσουμε και να εμπιστευθούμε... για να γιορτάσουμε την ανάμνηση Του και να λάβουμε το Σώμα και το Αίμα Του, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Μια πληρέστερη "περιγραφή" της εμπειρίας της γιορτής από τον Νομπελίστα Tomas Tranströmer, όπου ενεχυροδανειστήριο η Εκκλησία και ασημικά η θεολογία της για τον Χριστό, που όμως, παρότι απρόσιτη, αστράφτει και επιβεβαιώνει, αυτό που θέλω να πω!

«Το μόνο που θέλω να πω

Αστράφτει απρόσιτο

Σαν τα ασημικά

Στο ενεχυροδανειστήριο»

  1. T. Tranströmer

Απρίλιος και σιωπή,

Από την «Πένθιμη Γόνδολα»

Αληθώς Ανέστη, Θωμά.

Θεοδόσιος Υμέτερος

 

Υ.Γ. "Απαντητικό" ψέλλισμα στην επιφυλλίδα του Καθηγητή Χρ. Γιανναρά «Το άρρητο πιο πραγματικό από το θαύμα», που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή, Μ. Σάββατο 7 - Κυριακή του Πάσχα 8 Απριλίου 2018.

Category: /