Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ, η αρχή της επικουρικότητας[1]

και ο κληρικαλισμός

π. Charles Klamut

(29 Οκτωβρίου 2018)

 

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματά μου στο κολλέγιο ήταν να διαβάσω το έργο του Αλεξίς ντε Τοκβίλ, Η Δημοκρατία στην Αμερική. Αυτό το αριστούργημα, που γράφτηκε τη δεκαετία του 1830, πραγματεύεται τους λόγους που έκαναν τη «δημοκρατία» να λειτουργήσει εδώ [στην Αμερική], μετά από πολλές ματαιωμένες ή παρ’ ολίγον επιτυχημένες απόπειρες. Το βιβλίο μού δόθηκε ως βιβλιογραφία στο πλαίσιο ενός μαθήματος ανώτερων ανθρωπιστικών σπουδών που είχε ως θέμα τον Καθολικισμό και την αμερικανική κουλτούρα. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα είχα την αυτοπεποίθηση να αντεπεξέλθω, εάν ο εμψυχωτικός καθηγητής του μαθήματος δεν με είχε πείσει ότι μπορώ. Περισσότερα γι’ αυτόν παρακάτω.

 

Μια από τις κύριες θέσεις του βιβλίου είναι ότι η επιτυχία του αμερικανικού πειράματος οφείλεται στη μοναδικότητα της [αμερικανικής] κωμόπολης. Αποτελούμενη χοντρικά από δύο έως τρεις χιλιάδες κατοίκους, η [αμερικανική] κωμόπολη τόνωσε τη δύναμη των ελεύθερων κατοίκων, μέσω αποκεντρωμένων τοπικών κοινοτήτων όπου τα έθιμα και οι πρακτικές των αυτο-κυβερνούμενων πολιτών μπορούσαν να ωριμάσουν.

Εν συντομία (και για την οικονομία της συζήτησης που ακολουθεί), ο Τοκβίλ αποκαλούσε τις κωμοπόλεις της Νέας Αγγλίας[2] «δημοτικό σχολείο», που έκανε αυτή την τοπική ελευθερία, «αυτό το σπάνιο και εύθραυστο πράγμα», εφικτό για τους κατοίκους· τους δίδαξε να εκτιμούν την ειρηνική απόλαυσή της, τους έμαθε να την χρησιμοποιούν (σ. 63). Η κωμόπολη καλλιέργησε μια αίσθηση αφοσίωσης, υπευθυνότητας και κυριότητας. «Ο νεο-εγγλέζος είναι συνδεδεμένος με την κωμόπολή του, όχι τόσο επειδή γεννήθηκε εδώ, αλλά επειδή θεωρεί την κωμόπολη ως έναν ελεύθερο και δυνατό οργανισμό, στον οποίο ανήκει και τον οποίο αξίζει τον κόπο να προσπαθήσει να διευθύνει» (σ. 68).

Έτσι, η [αμερικανική] κωμόπολη υπήρξε ένα εκπαιδευτήριο για την ωρίμανση και εξυγίανση της ιδιότητας του πολίτη, μ’ έναν τρόπο που, σύμφωνα με  τον Τοκβίλ, απουσίαζε στην Ευρώπη. «Εάν δημιουργήσουν δυνατούς και ανεξάρτητους δήμους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται ότι θα χρειαστεί να μοιραστούν την κοινωνική εξουσία και ότι θα εκθέσουν το κράτος στον κίνδυνο της αναρχίας. Ωστόσο, εάν αφαιρέσεις από έναν δήμο τη δύναμη και την ανεξαρτησία, μπορεί να έχεις πειθήνιους υπηκόους, αλλά δεν θα έχεις πολίτες» (σ. 69).

Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από τον καθηγητή James Gaston (χαϊδευτικά τον φωνάζαμε «Gaston»), όταν πήρα το πτυχίο μου και ήμουν έτοιμος να συνεχίσω στην ιερατική σχολή, ήταν τα εξής απροσδόκητα λόγια του: «Klamut, εάν πας να γίνεις ιερέας, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ θυμήσου τον Τοκβίλ. Η ενορία είναι μια κοινωνία, στην οποία ισχύουν οι ίδιοι κανόνες. Θυμήσου όλα αυτά για τις κωμοπόλεις. Οι άνθρωποι χρειάζονται ενδιάμεσες οργανώσεις για να αναπτυχθούν και για να συμμετέχουν. Κράτα τους χαλαρά και μετά άσ’ τους να φύγουν».

Εκείνο τον καιρό τα λόγια αυτά δεν σήμαιναν και πολλά για μένα. Δύο δεκαετίες αργότερα, όμως, απέκτησαν προφητική σημασία. Τώρα καταλαβαίνω ότι ο Gaston προσπαθούσε να με εμβολιάσει ενάντια στον κληρικαλισμό και με νουθετούσε να μην ξεχάσω το πολύτιμο μαργαριτάρι της Καθολικής κοινωνικής διδασκαλίας, την αρχή της επικουρικότητας.

 

Η αρχή της επικουρικότητας     

Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας (Compendium of the Social Doctrine of the Church), η αρχή της επικουρικότητας είναι ένας από τους τέσσερις «πυλώνες» της επίσημης κοινωνικής διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας, μαζί με την αξιοπρέπεια, το κοινό καλό και την αλληλεγγύη.

Η Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας δίνει τoν ακόλουθο ορισμό: «Η αρχή της επικουρικότητας τονίζει την μη-παρέμβαση υψηλότερων επιπέδων διακυβέρνησης σε κατώτερα επίπεδα, παρά μόνο όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο» (CCC, 1883).

Το Εγχειρίδιο αναφέρει: «Η αρχή της επικουρικότητας δίνει προτεραιότητα στις οργανώσεις που σχηματίζονται σε τοπικό επίπεδο και σε επίπεδο λαϊκής βάσης. Ενθαρρύνει την ατομική πρωτοβουλία, την ελευθερία και  την υπευθυνότητα. Στα αντίθετά της περιλαμβάνονται ο πατερναλισμός και οι καταχρήσεις από ανώτερες εξουσίες, που τείνουν προς τον συγκεντρωτισμό, τη γραφειοκρατία και την αποδυνάμωση του κράτους κοινωνικής πρόνοιας» (#187).

Το 2009 ο Πάπας Βενέδικτος, στην εγκύκλιο του με τίτλο Πραγματική Φιλανθρωπία, λέει, συνοπτικά, ότι η αρχή της επικουρικότητας εκφράζει τη φιλανθρωπία και συμβάλλει στη χειραφέτηση των ανθρώπων, γιατί καλλιεργεί την ελευθερία και τη συμμετοχικότητα. Προωθεί την ανάληψη ευθύνης και σέβεται την προσωπική αξιοπρέπεια, γιατί αναγνωρίζει ότι κάθε πρόσωπο είναι ένα υποκείμενο πάντοτε ικανό να προσφέρει κάτι στους άλλους. Η αρχή αυτή θεωρεί ότι η αμοιβαιότητα αποτελεί τον πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης και ένα αντίδοτο στη νοοτροπία που βλέπει τη φιλανθρωπία ως ελεημοσύνη προς τους ανήμπορους.  (Βλ. #57)

Γνωρίζω για την αρχή της επικουρικότητας εδώ και πολύ καιρό, και ως Καθολικός αναγνώριζα την αλήθεια και τη σημασία της. Ωστόσο, πάντοτε την θεωρούσα ως μια αρχή που αφορούσε στη σφαίρα της πολιτικής και της οικονομίας. Μόνο πρόσφατα η αρχή αυτή απέκτησε για μένα νέο νόημα. «Θυμήσου τον Τοκβίλ», είχε πει ο Gaston· «η ενορία είναι μια κοινωνία, στην οποία ισχύουν οι ίδιοι κανόνες».

Με ποιον τρόπο μια Καθολική κοινότητα, για παράδειγμα μια ενορία,  θα μπορούσε – ή θα έπρεπε – να μοιάζει με μια «κωμόπολη»; Σε ποιο βαθμό η ζωή των Καθολικών γενικά, ή η ζωή της ενορίας ειδικότερα, θα πρέπει να υιοθετήσει την αρχή της επικουρικότητας; Μπορούν τέτοιες ερωτήσεις να υποδείξουν νέους τρόπους σκέψης για το πώς θα αναπτυχθούν πιο πρόθυμες και ώριμες Καθολικές κοινότητες σε τοπικό επίπεδο;

Θα ήθελα να προτείνω να αρχίσουμε να βλέπουμε τέτοιες ερωτήσεις με περισσότερη προσοχή. Επίσης, θα ήθελα να προτείνω η τοπική εκκλησία να κοιτάξει με σοβαρότητα κατά πόσο εφαρμόζουμε αυτά που διδάσκουμε ... σχετικά με την αρχή της επικουρικότητας. Ένας Καθολικός φίλος μου, που έχει φοιτήσει σε ιερατική σχολή αλλά τώρα είναι ένας επιτυχημένος δικηγόρος, είπε κάποτε σκωπτικά: «Αρχή της επικουρικότητας ... να λοιπόν μια καλή ιδέα. Η Καθολική Εκκλησία θα ‘πρεπε να τη δοκιμάσει». Αν και κάπως εριστικά, τα λόγια του ήταν εύστοχα.  

Προτείνω, λοιπόν, εμείς (ειδικά οι εφημέριοι και όσοι διοικούν τις κατά τόπους ενορίες) να ανασύρουμε την αρχή της επικουρικότητας από τα φοιτητικά μας βιβλία, τα σχετικά με την Καθολική Κοινωνική Διδασκαλία, και να αρχίσουμε να την εφαρμόζουμε σκόπιμα ως καθοδηγητική αρχή στη διοίκησή μας. Η αρχή της επικουρικότητας δεν πρέπει να είναι απλώς ένας επιθυμητός σκοπός της κοινωνίας μας· πρέπει επίσης να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει τις ενορίες να καλλιεργήσουν και να ενθαρρύνουν την αυθεντική ελευθερία και την ωριμότητα. Η αρχή αυτή πρέπει να γίνει το κύριο λειτουργικό σύστημα κάθε υγιούς ενορίας.

 

Η αρχή της επικουρικότητας ως θεραπεία για τον κληρικαλισμό

Σύμφωνα με την εμπειρία μου – είκοσι χρόνια ως ιερέας και σχεδόν δέκα ως εφημέριος – το βασικό εμπόδιο για την εφαρμογή του οράματος του Τοκβίλ σε ενορίες που θέλουν να είναι αυτοδιοικούμενες, είναι ο παγιωμένος κληρικαλισμός. Οι κληρικαλιστικές συμπεριφορές σπανίως είναι μια εσκεμμένη στάση, απλώς έχουν εισχωρήσει βαθιά μέσα στην εκκλησιαστική κουλτούρα. Για να καταλάβουμε πλήρως το αντίδοτο που αντιπροσωπεύει η αρχή της επικουρικότητας, αυτές τις συμπεριφορές πρέπει να τις λάβουμε σοβαρά υπόψη και να τις κατανοήσουμε.

Το λεξικό Webster δίνει τον ακόλουθο ορισμό για τον κληρικαλισμό: «τακτική διατήρησης ή αύξησης της εξουσίας μιας θρησκευτικής ιεραρχίας». Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτός ο ορισμός αποδίδει όλες τις νοηματικές αποχρώσεις της λέξης, αλλά είναι μια καλή αρχή. Ο ορισμός δεν υποδεικνύει κάποια συμπληρωματικότητα, αλλά μια έμμεση διαλεκτική σχέση, ένα διαζευκτικό ή ανάμεσα στην ιεραρχία[3] και τους λαϊκούς. Γιατί εάν η ιεραρχία καταπιάνεται με τακτικές διατήρησης ή αύξησης της εξουσίας της, προφανώς οι τακτικές αυτές στρέφονται ενάντια στην άλλη πλευρά της δυάδας, που είναι ο λαός.    

Για κάποιους ο «κληρικαλισμός» παραπέμπει σε χαρακτηριστικές εικόνες με παχουλούς ιεράρχες μέσα σε μεγάλα μαύρα αυτοκίνητα, ντυμένοι στην πένα, με πολυτελή μανικετόκουμπα και γυαλιστερά παπούτσια, που χαίρονται με τους υψηλούς τίτλους τους και γενικώς συμπεριφέρονται ως σπουδαίοι, που τους αξίζουν τιμές και εκτίμηση από το δουλοπρεπές ποίμνιό τους. Μπορεί ακόμη να φέρνει στο μυαλό τους το φοβερό ρητό, «να προσεύχεσαι, να πληρώνεις και να υπακούς», που κάποιοι από τους παλαιότερους Καθολικούς χρησιμοποιούν για να περιγράψουν την εμπειρία τους από την Εκκλησία. Αυτές οι καρικατούρες, ωστόσο, αποτελούν μάλλον εξαιρέσεις και σίγουρα δεν αντιπροσωπεύουν το πραγματικό πρόβλημα σήμερα.

Σε μια συνέντευξή του προτού γίνει Πάπας, ο Jorge Bergoglio[4] μίλησε για τον πειρασμό του κληρικαλισμού με τον χαρακτηριστικά γλαφυρό του τρόπο: «Εμείς οι ιερείς έχουμε την τάση να επιβάλλουμε την εξουσία μας στους λαϊκούς. Δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά είναι σαν να τους μολύνουμε μ’ αυτό που έχουμε μέσα μας. Και οι λαϊκοί – όχι όλοι αλλά πολλοί – μας ζητούν γονατιστοί να τους κληρικοποιήσουμε, γιατί είναι πιο βολικό να είσαι παπαδάκι στο ιερό, παρά πρωταγωνιστής σ’ ένα μονοπάτι για λαϊκούς. Δεν πρέπει να πέσουμε σ’ αυτή την παγίδα· είναι μια αμαρτωλή συνενοχή» (30 Days)

Στην ίδια συνέντευξη ο Bergoglio εξέφρασε τον θαυμασμό του για τις χριστιανικές κοινότητες της Ιαπωνίας, που παρέμειναν χωρίς ιερείς για πάνω από διακόσια χρόνια. Όταν τελικά επέστρεψαν ιεραπόστολοι ιερείς ανακάλυψαν ότι «η πίστη είχε παραμείνει άθικτη μέσω των δώρων της χάρης που είχαν ευφράνει τη ζωή αυτών των λαϊκών, οι οποίοι είχαν λάβει μόνο το βάπτισμα, και είχαν επιτελέσει την αποστολική τους διακονία με βάση μόνο το βάπτισμά τους».  

Στηριζόμενος στην κριτική του Πάπα Φραγκίσκου για τον κληρικαλισμό, ο π. James Mallon στο αξιόλογο βιβλίο του Divine Renovation (Θεία ανακαίνιση) περιγράφει τον κληρικαλισμό ως μια στάση σύμφωνα με την οποία «για τον μέσο Καθολικό η αγιότητα και η ιεραποστολή δεν είναι δική του υπόθεση. Μόνο ο ιερέας, ο μοναχός και η μοναχή μπορούν να είναι άγιοι και να κηρύττουν το Ευαγγέλιο. Οι κανονικοί Καθολικοί δεν τα κάνουν αυτά. Βασικά δεν είναι ικανοί για τέτοια πράγματα». Ο κληρικαλισμός «είναι η ιδιοποίηση όσων ανήκουν στους βαπτισμένους από την τάξη των κληρικών. ... Εφόσον όλοι οι βαπτισμένοι έχουν κληθεί στην αποστολική διακονία, ο κληρικαλισμός συνιστά τελικά καταστολή της βαπτισματικής ταυτότητας». Μια συνολική ανάλυση των πολυάριθμων επιμέρους δηλώσεων του Πάπα Φραγκίσκου ενάντια στον κληρικαλισμό ξεπερνά τον στόχο αυτού του άρθρου. Μπορούμε, ωστόσο, να σταχυολογήσουμε ορισμένα από τα δεινά που, σύμφωνα με τον Πάπα, συνεπιφέρει ο κληρικαλισμός: αμαρτωλή συνενοχή ανάμεσα στους ιερείς και τους λαϊκούς, περιορισμό της ευαγγελικής τόλμης, παρεμπόδιση της ιεραποστολής, σβήσιμο της προφητικής φλόγας, υποβάθμιση και υποτίμηση της βαπτισματικής χάρης, αποθάρρυνση της ανάδειξης λαϊκών πρωταγωνιστών.

Επιπλέον, ο Φραγκίσκος (και πολλοί άλλοι) έχουν πρόσφατα επισημάνει το ρόλο του κληρικαλισμού ως σημαντικού παράγοντα στα σκάνδαλα σεξουαλικής κακοποίησης, που αυτή την εποχή ταλανίζουν την Εκκλησία. Στην επιστολή του προς τους πιστούς σχετικά με τα σκάνδαλα κακοποίησης, που δημοσιοποίησε το περασμένο καλοκαίρι, ο Φραγκίσκος αναφέρει: «Ο Κληρικαλισμός, είτε καλλιεργείται από τους ίδιους τους ιερείς είτε από λαϊκούς, οδηγεί στον ακρωτηριασμό του σώματος της Εκκλησίας, ο οποίος υποστηρίζει και υποβοηθά τη διαιώνιση πολλών από τα κακά που σήμερα καταδικάζουμε. Λέγοντας «όχι» στην κακοποίηση, λέμε ένα εμφατικό «όχι» σε κάθε μορφή κληρικαλισμού». Σε πρακτικό και όχι θεωρητικό επίπεδο, βλέπουμε τώρα, με ανησυχητική σαφήνεια, άλλη μια ύπουλη συνέπεια του κληρικαλισμού: εκκλησιαστικές παραδόσεις μέσα στις οποίες η ιεροσύνη είναι αυτομάτως συνδεδεμένη με την αγιότητα, κάτι που έχει οδηγήσει σε απαράδεκτες καταχρήσεις εξουσίας και σοβαρή απουσία λογοδοσίας – παραδόσεις μέσα στις οποίες ιερείς-αρπακτικά χειραγωγούσαν και κακοποιούσαν ατιμωρητί.

Κάποιες δεκαετίες πριν τον Φραγκίσκο, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ περιέγραψε τη ζωή και την αποστολή των λαϊκών πιστών ως «κλήση για ανάπτυξη και διαρκή διαδικασία ωρίμανσης, ώστε πάντοτε να αποδίδουν πλούσιους καρπούς ... μια διαρκή ατομική διαδικασία ωρίμανσης στην πίστη και μια πορεία ομοίωσης με τον Χριστό, σύμφωνα με το θέλημα του Πατρός, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος» (CL #59)  

Η εστίαση στην ωριμότητα μάς βοηθά να αναδιατυπώσουμε την ερώτηση του ρόλου των λαϊκών με καταλληλότερους όρους, με όρους δηλαδή που δεν παραπέμπουν στα συνήθη παραδείγματα κατανομής της εξουσίας, που μας οδηγούν πίσω στην «κληρικοποίηση» των λαϊκών, λες και η «εξουσία» των κληρικών είναι το μόνο πραγματικό αξίωμα και η μόνη πραγματική δράση που υπάρχει. Αυτή είναι η «κληρικοποίηση» των λαϊκών, την οποία τόσο συχνά επικαλούνται κάποιοι στο όνομα της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου, ενάντια στην οποία ο Πάπας Φραγκίσκος είναι τόσο επικριτικός.

Μια απλή ανάγνωση δύο μόνο παραγράφων (των 36 και 37) από το κείμενο Lumen Gentium (Φως εθνών)[5] της Δεύτερης Βατικανής αποκαλύπτει ότι οι λαϊκοί όχι μόνο δεν υποβιβάζονται σ’ ένα δευτερεύοντα ρόλο, αλλά είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της κήρυξης του Ευαγγελίου. Συμπράττοντας με τους ποιμένες της Εκκλησίας, οι λαϊκοί είναι αυτοί που μπορούν να εισχωρήσουν σε χώρους επιρροής, στους οποίους οι κληρικοί δεν έχουν πρόσβαση. Ο κλήρος οφείλει να υπηρετεί, να φροντίζει, να τροφοδοτεί και να εξοπλίζει τους λαϊκούς, για να μπορούν οι τελευταίοι να εκπληρώνουν την ιεραποστολική τους διακονία στον κόσμο.

 

Η αρχή της επικουρικότητας και ο κληρικαλισμός

Επιστρέφουμε τώρα στην αρχή της επικουρικότητας...

 

Παρότι ο όρος δεν χρησιμοποιείται σε σχέση με τα θέματα που εξετάζουμε εδώ, ίσως είναι καιρός αυτό να αλλάξει. Η διδασκαλία της Εκκλησίας επιμένει ότι «η αρχή της επικουρικότητας τονίζει τη μη-παρέμβαση υψηλότερων επιπέδων διακυβέρνησης σε κατώτερα επίπεδα, παρά μόνο όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο» (CCC, 1883)· ότι «η αρχή της επικουρικότητας δίνει προτεραιότητα στις οργανώσεις που σχηματίζονται σε τοπικό επίπεδο και σε επίπεδο λαϊκής βάσης. Ενθαρρύνει την ατομική πρωτοβουλία, την ελευθερία και  την υπευθυνότητα· ότι «η αρχή της επικουρικότητας εκφράζει τη φιλανθρωπία και συμβάλλει στη χειραφέτηση των ανθρώπων, γιατί καλλιεργεί την ελευθερία και τη συμμετοχικότητα. Προωθεί την ανάληψη ευθύνης και σέβεται την προσωπική αξιοπρέπεια».

Ιδωμένο υπό το φως αυτών των διακηρύξεων, το πρόβλημα του κληρικαλισμού δείχνει αυτό που πραγματικά είναι: μια παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας, που άπτεται της πνευματικής ζωής των πιστών. Στο βαθμό που οι ενορίες είναι κοινωνίες, οι αρχές της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας έχουν εφαρμογή και εδώ. Έτσι δεν είναι;   

Εάν καρποί της αρχή της επικουρικότητας είναι η ανάπτυξη των ενδιάμεσων οργανώσεων, η ατομική πρωτοβουλία, η ελευθερία και η υπευθυνότητα, η χειραφέτηση μέσω της ελευθερίας και της ανάληψης ευθύνης, είναι προφανές ότι από τέτοιους καρπούς οι Καθολικές ενορίες καθώς και άλλες κοινότητες δεν μπορούν παρά να ωφεληθούν. 

Στο βαθμό που ο κλήρος εμπλέκεται σε «τακτικές διατήρησης ή αύξησης της εξουσίας μιας θρησκευτικής ιεραρχίας», παραβιάζει την αρχή της επικουρικότητας και συμβάλλει σ’ έναν μη-βιβλικό, εξουσιαστικό πατερναλισμό, που ματαιώνει την ανάληψη ευθύνης και οδηγεί σε μια νοσηρή αλληλεξάρτηση και – θα τολμούσαμε να πούμε – σ’ ένα είδος χριστιανικού κράτους πρόνοιας[6]. Κάτι τέτοιο, βέβαια, ελάχιστη σχέση έχει με την κωμόπολη του Τοκβίλ και, το σημαντικότερο, με την αποστολή της Εκκλησίας, έτσι όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα στα Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων, τις ζωές των Αγίων, τις διακηρύξεις της Δεύτερης Βατικανής και των  πρόσφατων Παπών. Μέσα σ’ ένα χριστιανικό πλαίσιο, κάθε είδους «ηγεσία» αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας για την ανάπτυξη της ωριμότητας που εξασφαλίζει την πρόοδο της αποστολικής διακονίας, κατά το πρότυπο του Χριστού με τους μαθητές του.  

 

Επίλογος

 

Ο Gaston δεν ήταν ο αγαπημένος όλων των φοιτητών. Η αποτελεσματικότητά του ως καθηγητής δεν ήταν απαραιτήτως προφανής στις παραδόσεις του. Κάποιοι φοιτητές είχαν παράπονα, επειδή δεν τους σέρβιρε εύκολες διαλέξεις, ούτε ήταν ετοιμόλογος με εντυπωσιακές ατάκες. Όχι, ο Gaston μάς έβαζε προκλήσεις. Ήθελε να μάς κάνει να πάμε βαθιά, να παλέψουμε με τα κείμενα, και τελικά να αποφασίσουμε από μόνοι μας. Άναψε μέσα μας τη φλόγα της γνώσης, κάνοντάς μας έτσι πρωταγωνιστές στη δική μας εκπαίδευση. Αυτοί που απλώς ήθελαν να ξέρουν τι θα μπει στο επόμενο τεστ, πήγαιναν σπίτι τους απογοητευμένοι. Αναρωτιέμαι εάν η ίδια δυναμική υφίσταται και στις ενορίες. Πόσο συχνά οι εφημέριοι προκαλούν αληθινά τους λαϊκούς να αναλάβουν τον ρόλο τους ως ώριμοι ιεραπόστολοι; Και αν όχι, γιατί;

Αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι: τι είδους εφημέριος είμαι εγώ; Έχω τιμήσει την κληρονομιά του Gaston και την αποχαιρετιστήρια πρόκληση που μου έθεσε; «Θυμάμαι τον Τοκβίλ»; Προωθώ μια αληθινή αυτοδιοίκηση, ικανή να αφυπνίσει το πνευματικό στοιχείο και να υποδαυλίσει την επιθυμία στους πιστούς να αναλάβουν με ωριμότητα την ευθύνη που τους αναλογεί ως ιεραπόστολοι; Η ποιμαντική διακονία μου δημιουργεί πρωταγωνιστές, ανθρώπους έτοιμους να εκπληρώσουν την κλήση τους στη ιεραποστολή μέσα στο κοσμικό πεδίο επιρροής τους; Ή μήπως επιστρατεύω κι άλλα «παπαδάκια» για να με συνοδεύουν στο ιερό, ενώ ο κόσμος στερείται απελπιστικά εργάτες για τον θερισμό;

Σύμφωνα με τον Τοκβίλ, η κύρια μονάδα για την ακμή της Αμερικής ήταν η υγιής κωμόπολη. Κατ’ αναλογία, εάν η κύρια μονάδα για μια ακμάζουσα Εκκλησία είναι η υγιής ενορία, ποια μορφή θα έπαιρνε εάν εφαρμοζόταν στη ζωή της η αυτοδιοίκηση, και πώς θα μπορούσαμε να προωθήσουμε αποτελεσματικά αυτό το εγχείρημα;

Φανταστείτε ενορίες που καλλιεργούν «μια αίσθηση αφοσίωσης, υπευθυνότητας και κυριότητας», όπου οι άνθρωποι θεωρούν πολύτιμη την ιδιότητα του μέλους σ’ «έναν ελεύθερο και δυνατό οργανισμό, στον οποίο ανήκουν και τον οποίο αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουν να διευθύνουν». Ενορίες όπου τα μέλη αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους όχι ως καταναλωτές ενός ειδικού θρησκευτικού προϊόντος μία φορά την εβδομάδα, που τους σερβίρεται από επαγγελματίες, αλλά ως ιεραπόστολους πλήρως αφοσιωμένους στον Θεό τους, στη γειτονιά τους και ο ένας στον άλλον. Φανταστείτε μια ενορία τόσο γεμάτη από δημιουργικές και δραστήριες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ανθρώπους πλήρεις από ζήλο για τον ευαγγελισμό του κόσμου και την εν Χριστώ ανακαίνιση των πάντων, που θα γίνει το εκπαιδευτήριο για την απόκτηση υγειών συνηθειών, πρακτικών και ικανοτήτων – τόσο υγιών για την οικουμενική Εκκλησία, όσο ήταν η υγιής κωμόπολη για το έθνος.

Τέτοιες ενορίες υπάρχουν και, ευτυχώς, φαίνεται ότι αυξάνονται. Βέβαια, βρίσκονται κάτω από τη φροντίδα ενός εξουσιοδοτημένου ποιμένα. Ωστόσο, ο «ιεραρχικός» ρόλος του ποιμένα, νοούμενος ξεκάθαρα ως ρόλος διακονίας, χρησιμοποιείται για να βοηθήσει, να θρέψει και να προετοιμάσει τους λαϊκούς να ΕΙΝΑΙ λαϊκοί, δηλαδή ώριμοι και συνειδητοποιημένοι μαθητές που προάγουν τη Βασιλεία του Θεού πορευόμενοι μέσα στον κόσμο και εξαγιάζοντας τον από μέσα.

Σε ό,τι με αφορά, ακόμη μελετώ τον τρόπο για να γίνω ένας ποιμένας που να μπορεί να συμβάλλει σ’ αυτό το όραμα. Χάρη όμως σε όσα μου δίδαξε ο Gaston και η Εκκλησία για την αυτοδιοίκηση, έχω μια ξεκάθαρη άποψη για τον προορισμό. Εάν κάνουμε την αυτοδιοίκηση σκοπό μας, η ωριμότητα δεν μπορεί παρά να αυξηθεί, και ο κληρικαλισμός δεν μπορεί παρά να μειωθεί. Έτσι, θα δούμε την Βασιλεία του Θεού να εξαπλώνεται.     

 

Σχετικά με τον π. Charles Klamut

Ο π. Charles Klamut είναι ιερέας στην Επισκοπή της Πεόρια (Κομητεία της Πεόρια στην Πολιτεία του Ιλλινόι). Χειροτονήθηκε το 1999. Έχει υπηρετήσει ως ιερέας σε Λύκειο και σε Κολλέγιο, και ως εφημέριος σε ενορίες. Τώρα είναι εφημέριος στον Άγιο Αμβρόσιο (στο Μιλάνο του Ιλλινόι) και στον Άγιο Πατρίκιο (στην Ανδαλουσία του Ιλλινόι). Έχει δική του σελίδα στο διαδίκτυο, με τίτλο «Pastoral Quotient» (Ποιμαντικός δείκτης). Επίσης, είναι μουσικός και γράφει τραγούδια, ενώ έχει κυκλοφορήσει αρκετά άλμπουμ. 

 

[1] Με τον όρο «αρχή της επικουρικότητας» αποδίδεται εδώ ο αγγλικός όρος subsidiarity, που θα μπορούσε επίσης να ερμηνευτεί γενικά και ως «αυτοδιοίκηση». Η πρώτη ερμηνεία, ωστόσο, είναι ακριβέστερη. Στην παρούσα μετάφραση, ανάλογα με τη συνάφεια, χρησιμοποιώ και τις δύο ερμηνείες. Η «αρχή της επικουρικότητας» είναι μια αρχή της κοινωνικής οργάνωσης κατά την οποία τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα διευθετούνται στο πιο άμεσο (ή τοπικό) επίπεδο που είναι κατάλληλο για την επίλυσή τους. Κατά άλλον ορισμό (Αγγλικό Λεξικό Oxford), είναι η αρχή κατά την οποία μια κεντρική εξουσία πρέπει να έχει επικουρικό ρόλο, εκτελώντας μόνο αυτές τις πράξεις που δεν μπορούν να εκτελεστούν σε περισσότερο τοπικό επίπεδο. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται στους χώρους της διοίκησης, των πολιτικών επιστημών, της κυβερνητικής κλπ. Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά το 1891 από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στο πλαίσιο της κοινωνικής διδασκαλίας της. Η διδασκαλία αυτή θεμελιώνεται στο ανθρώπινο πρόσωπο ως αρχή, υποκείμενο και αντικείμενο κάθε κοινωνικής οργάνωσης. Η «αρχή της επικουρικότητας» είναι μια από τις κεντρικές αρχές αυτής της διδασκαλίας. Η αρχή αυτή υποστηρίζει ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις διευθετούνται με τον καλύτερο τρόπο στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, στο επίπεδο που βρίσκεται πλησιέστερα στα άτομα που εμπλέκονται άμεσα. [Σ.τ.Μ.]

[2] Η Νέα Αγγλία (New England) είναι βορειοανατολική περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπήρξε αγγλική αποικία, που ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αι. [Σ.τ.Μ.]

[3] Εννοεί την κλίμακα της ιεραρχίας των κληρικών γενικά, και όχι την Ιεραρχία, δηλαδή το σώμα των επισκόπων. [Σ.τ.Μ.]

[4] Πρόκειται για τον τωρινό Πάπα Φραγκίσκο. [Σ.τ.Μ.]

[5] Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κείμενα που προήλθαν από τις εργασίες της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου και αφορά στη δογματική διδασκαλία του Ρωμαιοκαθολικισμού για την Εκκλησία. [Σ.τ.Μ.]

[6] Μάλλον εννοεί την άνιση, και ενίοτε ταπεινωτική, σχέση και συναλλαγή που υφίσταται ανάμεσα στον αποδέκτη και τον χορηγό της κρατικής πρόνοιας. [Σ.τ.Μ.]

Category: /