Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Τῷ αὐτῶ μηνὶ ΚΑ΄, ἡ ἐν τῷ Ναῶ Εἴσοδος τῆς Ὑπεραγἰας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.


Αὐτὴν λέγω τὴν Ὑπεραγίαν καὶ Δέσποιναν Θεοτόκον Μαρίαν ὅταν ἔγινε τριῶν χρόνων, ἐπῆραν αὐτὴν οἱ γονεῖς της, καὶ ἐπρόσφεραν κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν εἰς τὸν Ναόν. Καὶ πληροῦντες τὰς ὑποσχέσεις ὁποῦ ἔκαμαν, ἀφιέρωσαν τὴν θυγατέρα αὑτῶν εἰς τὸν χαρισάμενον ταύτην Θεόν. Καὶ παραδίδουσιν αὐτήν εἰς τοὺς ἱερεῖς, καῖ μάλιστα είς τὸν τότε Ἀρχιερέα Ζαχαρίαν. Ὁ ὁποῖος ταύτην παραλαβών ἔμβασε μέσα είς τὸ ἐνδότατον τοῦ Ναοῦ, ὅπου μόνος ὁ Ἀρχιερέας μίαν φορὰν τὸν χρὀνον εἰσήρχητο.  Καὶ τοῦτο ἐποίησε κατὰ βούλησιν Θεοῦ, ὅστις ἔμελλε μετά ὀλίγον νὰ γεννηθῇ ἐξ αὐτῆς, διὰ τὴν διόρθωσιν καὶ σωτηρίαν τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ λοιπόν ἡ Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα,  τρεφομένη ξενοπρεπῶς ἀπό τὸν Ἀρχάγγελον Γαβριὴλ μὲ τροφὴν οὐράνιον.


Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής, εκδ. Δομός, τ. I, σ. 523-4.

 

            Η όλη περιγραφή γεννάει στον αναγνώστη προβληματισμούς και απορίες. Το να διερωτάται κανείς για την ακρίβεια κάποιων θεμάτων ουσιαστικών ή λεπτομεριακών δεν απαγορεύεται. Το να απορεί δεν είναι… δαιμονικό! Το να δυσπιστεί είναι…αποστολικό! Όταν ο δισταγμός παραδοχής είναι αποδεκτός από τον Χριστό, για το γεγονός της Αναστάσεώς του, και μάλιστα εκ μέρους των μαθητών του, πολύ περισσότερο είναι ελεύθερος ο οποιοσδήποτε να διερωτάται για θέματα δευτερεύοντα και επουσιώδη σε σχέση με το πρόσωπο του Χριστού.

            Έτσι και τώρα η ανωτέρω περιγραφή και διήγηση γεννάει τις εξής απορίες:

i) Πώς, σε μία κοινωνία ανδροκρατούμενη και θεσμημένη με τις εντολές του Νόμου (Δευτερονομίου και του Λευιτικού) όσον αφορά την λατρεία του Γιαχβέ και τον τρόπο λατρείας (τυπικό-ιερείς) είναι νοητή είσοδος γυναίκας στα Άγια των Αγίων και μάλιστα για κατοικία της;

ii) Τι σημαίνει αφιέρωση[1] στην Παλαιά Διαθήκη; Ισχύει για γυναίκες η εποχιακή (για συγκεκριμένη χρονική περίοδο) αφιέρωση; Υπάρχουν Ναζηραίοι γυναίκες;

Και τρίτον και θεμελιακότερον για την γιορτή που διερευνούμε:

iii) ”Τριών χρονών παιδί μπορεί να ζήσει χωρίς τους γονείς του και χωρίς την φροντίδα τους”;

 

Αν δεχτούμε μια τέτοια πιθανότητα δεν αναγκαζόμαστε άραγε να αποδεχτούμε μια Μαρία χωρίς βούληση και προσωπικότητα που… ”αναγκάζεται” σε μια πορεία υποχρεωτική, για ένα έστω άγιο, και μέγιστο αξιολογικά, σκοπό;

Δεν θα ήταν, σε τέτοια περίπτωση, τελικώς ένα (θεολογικώς) ”ενεργούμενο” αφού, λόγω ηλικίας, ήταν χωρίς δυνατότητα άλλης γνώμης;

Ερευνώντας τα θέματα της γιορτής, βρίσκει κανείς οκτώ συγγραφείς ασχολούμενους με τα Εισόδια μέχρι τον δέκατο αιώνα. Οι μεταγενέστεροι, ακόμα και οι άγιοι (π.χ Γρηγόριος Παλαμάς), απλώς επαναλαμβάνουν τα υπό των προηγηθέντων λεχθέντα. Η γλώσσα κάποιων εξ αυτών των συγγραφέων (Γερμανός & Ταράσιος Κων/πόλεως) είναι ποιητική, υπερβολική και πολλές φορές «χάνεται λογικά» στην θαυμαστική υπερβολή! Ο τελευταίος όμως (μέχρι τον Ι΄ αιώνα) που είναι ο μοναχός Επιφάνιος (1015 μ.Χ) είναι και ο πλέον ”προσγειωμένος”.

Μεταφράσαμε λοιπόν και παραθέτουμε κατωτέρω το ουσιαστικότερο μέρος του λόγου του μοναχού Επιφανίου για τον «Βίο της Μαρίας»  στον οποίο παρουσιάζει το προφανές αίτιο του γεγονότος της κατοικίας στο Ναό, την ορφάνια της μικρής Μαρίας και την φροντίδα των ιερέων γι’ αυτήν. Η προοπτική αυτή μάς φαίνεται θεολογικά ορθή.

Τα περί της κατοικήσεως της Μαρίας εις τα Άγια των Αγίων είναι αδιανόητα για την θεολογία του Νόμου και τις ιερατικές πράξεις στον Ναό του Θεού. ”Πᾶς ὁ ἁπτόμενος” ἐτελεύτα. Πώς μια γυναίκα θα γινόταν δεκτή εκεί όπου μόνον ”ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ καί μόνος ὁ Ἀρχιερεύς εἰσέρχεται”; Ακόμα και ισόβιος αφιέρωση να είχε υπάρξει, κάτι τέτοιο δεν ήταν επιτρεπτό. Και βέβαια, αν, είχε υπάρξει ισόβιος αφιέρωση, [”κἀγώ κιχρῶ αὐτόν τῷ Κυρίῳ, πάσας τάς ἡμέρας, ἅς ζῇ αὐτός, χρῆσιν τῷ Κυρίῳ ” (Α΄ Βασ. 1,28)] , πώς εκ των υστέρων οι ιερείς (που θα ήταν σαφώς γνώστες του θέματος) την υπάνδρευσαν με τον Ιωσήφ; 

Ας δούμε όμως το κείμενο του μοναχού Επιφανίου και ας σκεφτούμε ότι δεν τιμώνται οι άγιοι, και πολύ περισσότερο ο Χριστός και η Παναγία, με υπερβολές. Το θαύμα είναι ελευθερία από την λογική «αναγκαιότητα», δεν είναι αυθαιρεσία του σκακιστή προς τα πιόνια του..!!

 

2. Το κυρίως θέμα.

………………………………………………………………………………

Δ. Όταν έγινε το κοριτσάκι τριών χρονών το ανέβασαν οι γονείς του στην Ιερουσαλήμ  και το «παρουσίασαν» στον Κύριο, προσφέροντας και δώρα. Την δέχθηκε με τα δώρα της ο ιερέας Οδαέ που ονομαζόταν και Βαραχίας και ήταν πατέρας του Ζαχαρία. Όλοι οι ιερείς του ναού χαίρονταν και εύχονταν στην Μαριάμ και ευλογούσαν τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα. Μετά από αυτά επέστρεψαν στην Ναζαρέτ.

Όταν η Μαριάμ έγινε επτά ετών την ανέβασαν και πάλιν στα Ιεροσόλυμα, και την δώρισαν στον Κύριο αφιερώνοντάς την για όλη της την ζωή. Αφού το έκαναν αυτό, μετά από λίγο πέθανε ο πατέρας της Ιωακείμ σε ηλικία ογδόντα ετών. Η Μαρία πλέον δεν εγκατέλειπε τον ναό όλο το εικοσιτετράωρο (ημέρα και νύκτα). Η μητέρα της Άννα άφησε την Ναζαρέτ και ήλθε στην Ιερουσαλήμ όπου ζούσε μαζί με την θυγατέρα της Μαριάμ. Η Άννα έζησε ακόμα δύο χρόνια και πέθανε εβδομήντα δύο ετών.

Ε.Η Μαρία λοιπόν ορφάνεψε και από τους δύο γονείς της στα εννιά της χρόνια και έμεινε ˝ανεπιμέλητος˝. Για τον λόγο αυτό δεν έβγαινε καν από τον ναό του Κυρίου. Όταν χρειαζόταν κάτι, πήγαινε μόνο στην Ελισάβετ.

Είχε μάθει τα Εβραϊκά γράμματα ενώ ακόμα ζούσε ο πατέρας της. Μάθαινε εύκολα και αγάπησε την μάθηση. Παρ’ ότι έμεινε μόνη (μετά τον θάνατο των γονέων της) συνέχισε να ασχολείται επισταμένως με την επίπονη μελέτη των Θείων Γραφών.

Είχε θαυμαστή επιμέλεια και απόδοση στην επεξεργασία του μαλλιού, του λιναριού, του μεταξιού και του βύσσου (λεπτού μαλλιού ή μεταξιού).

Απ’ όλες τις συνομήλικές της κοπέλες ήταν σε σοφία και σύνεση ˝θαυμασιότερη˝  ώστε να βρίσκει σ’ αυτήν υλοποίηση ο λόγος του Σολομώντα (και πράγματι γι’ αυτήν προφητικά τον έγραψε): Γυναίκα με ανδρικό φρόνημα ποιος θα βρει; Καθώς και όλα τα παρακάτω.

ΣΤ. Υπήρχε καθορισμένος χώρος στον ναό του Κυρίου κοντά στο εξέχον μέρος του θυσιαστηρίου όπου στέκονταν μόνον οι παρθένες κοπέλες, οι οποίες μετά την απόλυση κάθε προσευχητικής σύναξης, πήγαιναν στους  δικούς τους. Η Μαρία όμως συνέχιζε να παραμένει εκεί «φυλάττουσα» το θυσιαστήριο και τον ναό και εξυπηρετώντας τους ιερείς.

Η συμπεριφορά της ήταν άψογη: σεμνότατη σε όλα, σιωπηλή, υπάκουη, ευπροσήγορη, ταπεινή προς τους ανθρώπους, χωρίς ανόητα γέλια, ήρεμη, γαλήνια, ευσεβής (ευπροσκύνητος), σεβαστική. Τιμούσε και «προσκυνούσε» κάθε καλόν άνθρωπο και όλοι θαύμαζαν την σοβαρότητα και τον λόγο της.

Στην σωματική διάπλαση ήταν μεσαίου ύψους, μελαχρινή, με μαύρα μαλλιά, με «ανοιχτούς» και όμορφους οφθαλμούς, με μαύρα φρύδια, με λίγο καμπύλη μύτη, με μακριά μεγάλα χέρια, με μεγάλα δάκτυλα καθώς και με μακρουλό πρόσωπο γεμάτη ομορφιά και θεία χάρη. Μετριόφρων και χωρίς «μεγαλοπιάσματα» (ασχημάτιστος), χωρίς ανόητες εκδηλώσεις, έχοντας υπερβολική ταπείνωση, πράγμα για το οποίο «επέβλεψε επ’ αυτήν» ο Κύριος, όπως και ίδια είπε μεγαλύνοντας τον Κύριο. Της άρεσε να φορά ρούχα στο φυσικό χρώμα του υλικού τους όπως καταλαβαίνει όποιος βλέπει το άγιο μαφόριό της.[2]

     Έγνεθε τα μαλλιά για τα υφασμάτινα καλύμματα του ναού και εξασφάλιζε την τροφή της από τον ναό. Είχε μεγάλη καρτερικότητα, στις προσευχές και στη μελέτη, στη νηστεία, στις εργασίες καθώς και σε κάθε αρετή. Με την ποιότητα των εργοχείρων της και με τον τρόπο της ζωής της, έγινε η αγία Μαρία διδάσκαλος πολλών γυναικών.

Όταν έγινε δώδεκα χρονών κάποια νύχτα που προσευχόταν κοντά στην πόρτα του θυσιαστηρίου, τα μεσάνυχτα, την εκάλυψε φως δυνατότερο από το φως του ηλίου και άκουσε φωνή από το θυσιαστήριο να λέει προς αυτήν: Θα γεννήσεις τον Υιό μου. Αυτή εσιώπησε το γεγονός, δεν ανέφερε σε κανένα το μυστήριο αυτό, μέχρις ότου ανελήφθη ο Χριστός.-

……………………………………………………………………………

(P.G. τομ. 120, 192Α-Β. Μοναχός Επιφάνιος (1015 μ. Χ.).Περί του βίου της υπεραγίας Θεοτόκου

 

3. Η θεολογία της γιορτής.

Η παραπάνω διήγηση είναι η πλέον προφανής και λογική βάση για την γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, που δεν αναφέρεται σε κανένα κανονικό κείμενο (Ευαγγέλιο – Επιστολή) ούτε από κανένα των αποστολικών πατέρων, ούτε καν από κάποιον τυχαίο συγγραφέα των πρώτων αιώνων! Υπάρχει μόνο στο απόκρυφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου». Πιθανότατα αυτό το απόκρυφο κείμενο παρουσιάζει παραλλαγμένη προφορική διήγηση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων για τα πρώτα χρόνια της ζωής της Θεοτόκου.

Η ίδια η Θεοτόκος, πλην των τριών στιγμών [ παρουσίας της στον Γάμο της Κανά και συμβουλές προς τους υπηρέτες του τραπεζιού (Ιω 21, 10) Μετά των αδελφών αυτού έρχεται να τον φροντισει, όταν οι Ιουδαίοι διαδίδουν ότι εξέστη (Μαρ 3, 20-34) και κάτω από τον Σταυρό (StabatMater) (Ματθ 27, 55 & Μαρκ 15, 40 Λουκ 23, 49 Ιωαν 20) συμπαρίσταται με της εκπνοής τετέλεσται και του τάφου.- Μάρκου 3,31 – κάτωθε του Σταυρού (stabatMater) ], δεν εμφανίζεται στη δημόσια ζωή του Χριστού.

Στην ζωή του Χριστού η Μαρία υπάρχει ως πρόσωπο των γεγονότων. Χωρίς αυτόνομη παρουσία και αυτενέργεια (πλην των τριών περιπτώσεων που προαναφέρθηκαν είναι ακόμα τα ακόλουθα χωρία: Ματθ. 1,16-20/2,11 και Λουκ. 2, 5-48). Αναφέρεται σ’ αυτήν ο Ματθαίος όταν περιγράφει πώς τοποθετούσαν τον Ιησού οι σύγχρονοί του στο συγγενικό του περιβάλλον (Ματθ. 13,55)· το ίδιο και ο Μάρκος (Μαρκ. 6,3). Στο Ευαγγέλιο του Λουκά κεφ.1 στίχοι 27 έως 46 υπάρχει η περιγραφή της ελεύθερης και μεγαλειώδους αποδοχής από την Μαρία του θελήματος του Θεού, να γίνει μητέρα του! Είναι ανταπόκριση λογική (πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω) και Θεολογική-πνευματική (Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου)! Φανερώνεται στο περιστατικό η ποιότητα, η αγνότητα, και η υγιής ελευθερία του προσώπου της Μαρίας! Αυτά είναι τα αποτελέσματα μιας παραμονής στον Ναό η οποία καρποφόρησε ελευθερία και αγάπη. Η πανέμορφη ωδή, η ευχαριστήρια και «επινίκια» στην οποίαν «ξεσπά» η Μαρία μετά την «τελείωσιν τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρά Κυρίου» δείχνει την πνευματική τελειότητα της δοξολογικής προσευχής στην οποία είχε φτάσει.

Στις μετά την Ανάσταση εμφανίσεις του Χριστού η Παναγία υπάρχει στην σιωπή των υπονοιαστικών ενδείξεων «…καί ἡ ἄλλη Μαρία» (Ματθ. 27, 61 & 28,1) και με σαφή μαρτυρία ευρίσκεται μαζί με τους αποστόλους στο υπερώον (Πραξ. 1,14) στο οποίο μετά από λίγο συμβαίνει η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Εβραϊκής και της Χριστιανικής πλέον Πεντηκοστής!  Αυτή που ήταν ήδη κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος δεν γινόταν να απουσιάζει από την εμφανή παρουσία του Πνεύματος του Αγίου… λόγω «συγγένειας»!

Φυσικά η ”απουσία” αυτή (κατά τα ανωτέρω) υπάρχει από απόφαση της Θεοτόκου, η οποία από την προσωπική της ποιότητα, προφανώς, επεδίωξε να μην γίνει το πρόσωπό της αντικείμενο προσοχής, σκιάζον, έστω και ως πιθανότητα, το πρόσωπο του Χριστού! «Ιδού ο Υιός σου» «Ιδού η μήτηρ σου» και «απ’εκείνης της ώρας έλαβεν αυτήν ο μαθητής εις τα ίδια»! Πόσα δεν θα είχε να του πει! Προφανώς, με επιβληθέν από την Θεοτόκο απόρρητο, να γνωσθούν όλα, όχι από τώρα αλλά στην ”μυστική” προοπτική της γνώσεως, του μέλλοντος αιώνος! Όταν δηλαδή το όραμα του Ανδρέα του σαλού*, για την σκέπη και την ˝θαλπωρή˝ του μαφορίου της, θα γίνει γνωστό σε όλα τα εξ υιοθεσίας τέκνα της, αφού η υιοθεσία του ενός (Ιωάννη) σημαίνει την υιοθεσία πάντων των χριστιανών.

 

4. Το ιστορικό πλαίσιο της εορτής.

Ο Βασιλεύς των Ρωμαίων Ιουστιανιανός ο Α΄(527-565 μ.Χ.) ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό της Θεοτόκου, στη νότια πλευρά του ναού του Σολομώντος, που πήρε το όνομα «Αγία Μαρία η Νέα», πιθανόν εις τιμήν των προαναφερομένων γεγονότων, τα οποία εκεί (στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων) ήταν παράδοσις. Στις 20 Νοεμβρίου του 543 μ.Χ. έγιναν τα εγκαίνια αυτού του Ναού. Προκειμένου να μη συγχέεται η γιορτή, με την κατ’ έτος εορταστική ανάμνηση των εγκαινίων, προσδιορίστηκε η επομένη 21η  Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής των Εισοδίων.  Άλλωστε στα Ιεροσόλυμα υπήρχε το ακριβώς ανάλογο για τον ναό της Αναστάσως. Ανάμνησις των εγκαινίων του Ναού της Αναστάσεως στις 13 Σεπτεμβρίου κατ΄ έτος, και εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού την επομένη, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης ο Ιεροσολυμίτης μεταφέρει τον εορτασμό των Εισοδίων (άγνωστον μέχρι τότε) όταν έρχεται στην Κωνσταντινούπολη το έτος 685 μ.Χ. Ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Γερμανός το έτος 715 μ.Χ. εγκωμιάζοντας την εορτή την ονομάζει «αρτιύμνητη» δηλαδή νεοσύστατη και ως εκ τούτου μόλις τώρα τιμωμένη.

Ο βασιλεύς Μανουήλ Α΄ ο Κομνηνός (1143-1180μ.Χ) την καθιερώνει ως ημέρα αργίας!

Στην δυτική Εκκλησία μόλις το 1372 γίνεται επισήμως αποδεκτή. Μεταφέρεται εκεί από τον πρέσβη στην Κύπρο του Βασιλέως Καρόλου της Γαλλίας, PhilippedeMezieres,που ευλαβείτο και αγαπούσε την Παναγία. Αυτά για την διαδρομή της εορτής.

 

5. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

 Πέραν της ιστορικής διαδρομής και βάσεως των γεγονότων η Εκκλησία του Χριστού με την γιορτή αυτή εκφράζει την αγάπη και τον σεβασμό των Χριστιανών στην «Γέφυρα της σωτηρίας» μας Υπεραγία Θεοτόκο:

Την αγαπά ως Μητέρα.

Την σέβεται ως Παναγία.

Την αποδέχεται ως Θεοτόκο.

Και την παρακαλεί:

«…κατάνευσον πρὸς τὴν ἐμὴν ἱκεσίαν καὶ σύναψὸν με σὺν Σοί τῇ συγγόνῳ καὶ συνδούλῃ, τῇ γῆ τῶν πραέων, ταῖς σκηναῖς τῶν δικαίων, τοῦ χοροῦ τῶν ἁγίων καὶ ἀξίωσόν με ἀπολαῦσαι τῶν τοῦ Υἱοῦ Σου ἀνεκδιηγήτων καὶ ἀκαταλήπτων δωρεῶν, ἐν τῇ ἐπουρανίῳ διαμονῇ». ΑΜΗΝ

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

 

[1]: Πλήν των τυπικών και υποχρεωτικών θυσιών υπήρχε στην ΠΔ και μια θυσία όχι επηβεβλημένη αλλά αυτοπροαίρετου και ήταν η υλοποίηση του να ζήσει κάποιος ως Ναζήρ(Ναζωραίος) κάνοντας μεγαλύτερη δηλαδή θυσία, αποκλείνοντας για τον εαυτό του και τα…επητρεπόμενα! Ναζήρ σημαίνει ἀπότμησις, χώρισμα, αφιέρωμα στον Θεό. Μπορούν να το κάνουν αυτό και άντρες και γυναίκες (ἀνήρ ἠ γυνή, Αριθμ 6, 1). Υπόσχονταν ότι θα άφηναν ανεπιμέλητα πώγωνα και μαλλιά και δεν θα κατανάλωναν οινόπνευμα και θα ζούσαν καθαροί. Στο τέλος της περιόδου της αφιερώσεως, θυσιάζουν τα μαλλιά τους στο θυσιαστήριο για να ακούσουν τον παπά να του λέει: «Εὐλογήσαι σε κύριος καὶ φυλάξαι σε, ἐπιφάναι κύριος τὸ πρόσωπον αὐτοῦ έπὶ σὲ καῖ ἐλεήσαι σε, ἐπάραι κύριος τὸ πρόσωπον αύτοῦ ἐπὶ σὲ και δῷη σοι εἰρήνην».(Αριθμ 6, 24-26)

[2] Στον βίο του αγίου Ανδρέου του διά Χριστόν Σαλού αναφέρεται όρασις του αγίου στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Η Παναγία εισήλθε και άπλωσε πάνω στους προσευχόμενους πιστούς το μαφόριόν της (καλύπτρα κεφαλής και ώμων), εικόνα, δείγμα και φανέρωση της αγάπης και φροντίδας της γι’ αυτούς. Φαίνεται ότι για πολλά χρόνια υπήρχε σε παρεκκλήσιο των Βλαχερνών με την επωνυμία Αγία Σορός το μαφόριο της Παναγίας, πάγκοινο προσκύνημα και θέαμα. Συνεπώς η μαρτυρία του μοναχού Επιφανίου (1015 μ.Χ.) για την κοινήν θέαν του μαφορίου ευσταθεί. Μαρτυρείται ότι ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Α΄ ο Λεκαπηνός (από τα Λέκαπα ή Λάκαπα της Καππαδοκίας) 870-947μ.Χ, το μαφόριο της Θεοτόκου «ὡς θώρακα περιέβαλε καί ἐξῆλθε κατά τοῦ πολιορκοῦντος τήν πόλιν Συμεών τοῦ Βουλγάρου».