Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Πολλές φορές έρχονται να με δουν ξένοι δημοσιογράφοι. Τους φοβάμαι, καθώς στέκομαι διχασμένος ανάμεσα στην επιθυμία μου να εξωτερικεύσω τη σκέψη μου και το φόβο μήπως δώσω όπλα σ’ ένα συνομιλητή που δεν γνωρίζω τα αισθήματά του. Σ’ αυτού του είδους τις συναντήσεις κρατώ πάντα κάποιες επιφυλάξεις.

Εκείνο το πρωινό ο νεαρός Ισραηλινός, που μου έπαιρνε συνέντευξη για λογαριασμό μιας εφημερίδας του Τελ Αβίβ, κέρδισε αμέσως τη συμπάθεια μου κι έτσι δεν χρειάστηκε να αντισταθώ πολύ, αφού η συζήτησή μας πήρε αμέσως έναν προσωπικό τόνο.

Στο τέλος καταλήξαμε να ανακαλώ αναμνήσεις από την εποχή της Κατοχής. Οι καταστάσεις στις οποίες είχαμε άμεση ανάμειξη δεν είναι πάντα αυτές που μας αγγίζουν πιο πολύ. Εξομολογήθηκα στον νεαρό μου επισκέπτη ότι από κείνα τα σκοτεινά χρόνια καμιά εικόνα δεν με σημάδεψε τόσο πολύ, όσο τα τρένα, γεμάτα εβραιόπουλα, που ’ταν σταματημένα στο σταθμό Αούστερλιτς... Και παρ’ όλ’ αυτά, δεν τα είχα δει με τα μάτια μου, αλλά μου τα είχε περιγράψει η γυναίκα μου, η οποία ήταν ακόμη γεμάτη από τη φρίκη που είχε αισθανθεί βλέποντας τα. Τότε δεν ξέραμε τίποτα για τις μεθόδους εξολόθρευσης που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί. Ποιος να το φανταστεί! Όμως η αρπαγή αυτών των άκακων αμνών από τη μάνα τους ξεπερνούσε τα όρια και της πιο τρελής φαντασίας. Εκείνη τη μέρα νομίζω πως άγγιξα πρώτη φορά το μυστήριο της αδικίας και της αμαρτίας, που η αποκάλυψή του σημαδεύει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Το όνειρο που συνέλαβε ο δυτικός άνθρωπος τον 18ο αιώνα και που πίστεψε πως άρχισε να το αγγίζει το 1789, το όνειρο που μέχρι τις 2 Αυγούστου 1914 ενισχύθηκε από την πρόοδο των φώτων και τις ανακαλύψεις της επιστήμης, αυτό το όνειρο διαλύθηκε οριστικά για μένα μπροστά σ' αυτά τα τρένα, γεμάτα με μικρά παιδιά - και, παρ’ όλ' αυτά, δεν είχα κανένα λόγο να υποθέσω πως τα παιδιά αυτά θα δίνονταν βορά στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια.

Ορίστε τι εξομολογήθηκα στον νεαρό δημοσιογράφο αναστενάζοντας: «Πόσες φορές δεν σκέφτηκα εκείνα τα παιδιά!». Κι εκείνος μου λέει: «Είμαι ένα απ' αυτά τα παιδιά». Ένα απ' αυτά τα παιδιά! Είδε τη μάνα του, την αγαπημένη του μικρή αδελφούλα και όλους τους δικούς του να χάνονται μέσα σ' έναν κλίβανο που, για να συντηρούν τη φωτιά του, πετούσαν μέσα ζωντανά ανθρώπινα πλάσματα. Όσο για τον πατέρα του, ο νεαρός υποχρεώθηκε να παρίσταται, μέρα με τη μέρα, στο μαρτύριο, το ψυχομάχημα και το θάνατό του. Και τι θάνατος! Το βιβλίο περιγράφει τις συνθήκες αυτού του θανάτου και το παραδίδω στους αναγνώστες για να το ανακαλύψουν - αναγνώστες που πρέπει να είναι τόσοι πολλοί, όσοι και των ημερολογίων της Άννας Φρανκ. Ακόμα, το βιβλίο περιγράφει πως κατόρθωσε αυτό το παιδί να γλιτώσει ως εκ θαύματος από το θάνατο.

Σας διαβεβαιώνω όμως ότι αυτή η μαρτυρία, που έρχεται να προστεθεί σε τόσες άλλες και η οποία περιγράφει ένα ανοσιούργημα για το οποίο νομίζαμε ότι τα ξέραμε όλα, είναι μια μαρτυρία διαφορετική, ιδιότυπη, μοναδική. Τα όσα συμβαίνουν στους Εβραίους μιας πολίχνης της Τρανσυλβανίας που φέρει το όνομα Σιγκέτ, η τύφλωσή τους μπροστά σε μια μοίρα που είχαν το χρόνο να αποφύγουν και στην οποία παραδίδονται με μια αδιανόητη παθητικότητα, κωφεύοντας στις προειδοποιήσεις και τις ικεσίες ενός μάρτυρα που γλίτωσε τη σφαγή, ο οποίος τους περιγράφει αυτά που είδε με τα ίδια του τα μάτια· αυτοί όμως αρνούνται να τον πιστέψουν και τον παίρνουν για τρελό - όλα αυτά τα στοιχεία είναι αρκετά για να αποτελέσουν τη βάση ενός έργου με το οποίο, νομίζω, κανένα άλλο δεν μπορεί να συγκριθεί.

Παρ’ όλ' αυτά, το εκπληκτικό αυτό βιβλίο με κέρδισε για έναν άλλο λόγο. Το παιδί που διηγείται εδώ την ιστορία του είναι ένας από τους εκλεκτούς του Θεού. Από το πρώτο κιόλας ξύπνημα της συνείδησής του, ζούσε μόνο για τον Θεό, και ήταν αφιερωμένος στον Αιώνιο Θεό. Σκεφτήκαμε άραγε ποτέ μας αυτήν τη συνέπεια της φρίκης, μια συνέπεια λιγότερο αισθητή, λιγότερο εντυπωσιακή από τα υπόλοιπα ανοσιουργήματα, η οποία όμως είναι η χειρότερη απ' όλες για όσους από μας είμαστε πιστοί; Μιλώ για το θάνατο του Θεού μέσα σ' αυτή την παιδική ψυχή, η οποία ανακαλύπτει διαμιάς το απόλυτο κακό.

Ας επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα του τη στιγμή που τα μάτια του βλέπουν να διαλύονται στον ουρανό οι μαύρες τολύπες καπνού που αναδίδονται από τον κλίβανο στον οποίο έριξαν τη μάνα του και τη μικρή του αδελφή μαζί με χιλιάδες άλλους:

«Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα, την πρώτη νύχτα που πέρασα στο στρατόπεδο, που μετέτρεψε όλη μου τη ζωή σε μια μακριά, επτασφράγιστη νύχτα.

»Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο τον καπνό.

»Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα προσωπάκια των παιδιών που ’χα δει τα κορμάκια τους να μετατρέπονται σε τολύπες καπνού κάτω από το βουβό γαλάζιο τ’ ουρανού.

»Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις φλόγες που έκαψαν για πάντα την πίστη μου.

»Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σιωπή εκείνης της νύχτας, που μου στέρησε για πάντα την επιθυμία για ζωή.

»Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που σκότωσαν τον Θεό μου, την ψυχή μου και τα όνειρά μου, που πήραν την όψη της ερήμου.

»Ποτέ δεν θα τα ξεχάσω όλα αυτά, ακόμα κι αν με καταδίκαζαν να ζήσω όσους αιώνες ζει και ο Θεός. Ποτέ».

Τότε κατάλαβα τι ήταν αυτό που μου άρεσε ευθύς εξαρχής στον νεαρό Ισραηλινό: ήταν το βλέμμα αναστημένου Λαζάρου που είχε, το οποίο όμως παρέμενε για πάντα αιχμάλωτο των σκοτεινών περιοχών όπου περιπλανήθηκε σκοντάφτοντας σε άταφα, ατιμασμένα πτώματα. Γι' αυτόν η κραυγή του Νίτσε εξέφραζε μια σχεδόν σωματική πραγματικότητα: ο Θεός πέθανε, ο Θεός της αγάπης, της τρυφερότητας, της παρηγοριάς, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ χάθηκε για πάντα, κάτω από το βλέμμα αυτού του παιδιού, μες στον καπνό του ανθρώπινου ολοκαυτώματος που απαίτησε η φυλή, η πιο άπληστη απ’ όλα τα είδωλα. Σε πόσους και πόσους πιστούς και ευσεβείς Εβραίους δεν συντελέστηκε αυτός ο θάνατος; Και την τρομερή εκείνη μέρα -την πιο τρομερή απ’ όλες- που το παιδί ήταν παρόν στον απαγχονισμό (μάλιστα!) ενός άλλου παιδιού που το πρόσωπό του, απ’ ο,τι μας λέει, έμοιαζε με δυστυχισμένο άγγελο, άκουσε κάποιον πίσω του να στενάζει: «Μα που είναι ο Θεός, που είναι; Που είναι τέλος πάντων ο Θεός; Και μέσα μου μια φωνή του απαντούσε: Που είναι; Να τος, μπροστά σου -είναι κρεμασμένος εδώ, σ' αυτή την κρεμάλα».

Την τελευταία μέρα του εβραϊκού έτους το παιδί παρακολουθεί την επίσημη τελετή του Ρος Χασάνα. Ακούει τους χιλιάδες σκλάβους να φωνάζουν με μια φωνή: «Ευλογητό το όνομα του Θεού!». Ακόμα και τότε ξαναγονάτισε, κι αυτός, με λατρεία, με δέος, με αγάπη! Και σήμερα ξανασηκώνεται, αντιστέκεται. Το ανθρώπινο πλάσμα που ευτελίστηκε και ταπεινώθηκε πέρα από κάθε όριο το οποίο μπορούν να συλλάβουν ο νους και η καρδιά προκαλεί την τυφλή, άφωνη θεότητα:

«Τώρα δεν τον ικέτευα πια. Δεν μπορούσα πια ούτε ν’ αναστενάξω. Αντιθέτως, ένιωθα πολύ δυνατός. Εγώ ήμουν ο κατήγορος, κι ο Θεός ο κατηγορούμενος. Είχα ανοίξει τα μάτια μου κι ήμουν μόνος, τρομερό μόνος μέσα στον κόσμο, χωρίς Θεό, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς αγάπη, χωρίς συμπόνια. Τώρα πια δεν ήμουν τίποτε άλλο παρά ένας σωρός από στάχτες, μα ένιωθα πιο δυνατός από τον παντοδύναμο Θεό, με τον οποίο είχαν συνδέσει τη ζωή μου τόσο καιρό. Μέσα σ’ αυτό το πλήθος που προσευχόταν, εγώ ήμουν ξένος, ένας απλός παρατηρητής».

Κι εγώ τώρα, που είμαι χριστιανός και πιστεύω πως ο Θεός είναι αγάπη, τι απάντηση μπορούσα να δώσω στον νεαρό συνομιλητή μου, που τα γαλάζια μάτια του κρατούσαν ακόμη την αντανάκλαση της αγγελικής θλίψης, η οποία του παρουσιάστηκε μια μέρα στο πρόσωπο του απαγχονισμένου παιδιού; Τι να του πω; Να του μιλήσω για κείνον τον Ισραηλίτη, τον αδελφό του, που μπορεί να του έμοιαζε κιόλας, για κείνον τον Εσταυρωμένο που ο σταυρός του νίκησε τον κόσμο; Να τον διαβεβαιώσω πως αυτό που για κείνον ήταν η λυδία λίθος, για μένα είχε γίνει ο ακρογωνιαίος λίθος όλου του οικοδομήματος και πως η αναλογία ανάμεσα στο Σταυρό του μαρτυρίου του Χριστού και τις δοκιμασίες των ανθρώπων είναι, κατά τη γνώμη μου, το κλειδί αυτού του ανεξιχνίαστου μυστηρίου μέσα στο οποίο χάθηκε η παιδική του πίστη; Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει ούτε τι κοστίζει έστω και μια σταγόνα αίμα, έστω κι ένα δάκρυ. Όλα είναι Χάρις. Αν ο Άχρονος Θεός είναι Άχρονος Θεός, τότε η τελευταία λέξη για τον καθένα από εμάς Του ανήκει. Αυτά θα 'πρεπε να πω σ’ εκείνο το εβραιόπουλο. Μα το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω κλαίγοντας.

ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΜΩΡΙΑΚ

Πρόλογος στο βιβλίο

του Ελί Βιζέλ «Η Νύχτα»

εκδ. Μεταίχμιο