Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

 

Βόλος, 28.9.13

 

Εὐχαριστῶ γιά τήν πρόσκληση τόν Σεβασμιώτατο ἅγιο Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο, καθώς καί τόν ἅγιο Πρωτοσύγκελλο π. Δαμασκηνό, ὅπως καί τόν π. Σεραφείμ γιά τήν ἐπικοινωνία καί τίς διευκολύνσεις.

Εὐχαριστῶ καί Σᾶς πού θά κάνετε ὑπομονή νά μέ άκούσετε, πατέρες καί ἀδελφοί, νά Σᾶς λέω ὄχι κάτι νέο καί ἄγνωστο, άλλά νά Σᾶς ξαναθυμίζω διδασκαλίες, πού ὄχι ἁπλῶς ξέρετε, ἀλλά καί διδάσκετε, εἴτε ὡς ἱερεῖς εἴτε ὡς κατηχητές.

Ἡ Ἐκκλησία κατ᾿ ἀρχήν δέν εἶναι ἕνα ἵδρυμα καί πολύ περισσότερο δέν εἶναι μιά θεσμική ὑπηρεσία καί ἐγκατάσταση. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι προπαντός μιά συνέλευση πού συγκαλεῖται ἀπό τόν Κύριό της καί συνενώνεται γύρω Του. Πρόκειται γιά μιά λέξη προερχόμενη ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά καί μάλιστα ἀπό τό πολιτικό λεξιλόγιο τῶν δημοκρατικῶν πόλεων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας καί ὄχι ἀπό τό θρησκευτικό! Προκειμένου γιά τούς πιστούς, ἡ Ἐκκλησία δηλώνει τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὄχι τοῦ Παντοδύναμου Ὑψίστου, πού ἔχει τήν ἕδρα του στούς οὐρανούς καί εἶναι κυρίαρχος τῆς δημιουργίας, ἀλλά τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι "ἀλήτης" καί ἐπαίτης τῆς ἀγάπης. Τοῦ Θεοῦ, πού χαμήλωσε πολύ, "ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη", καί ἦρθε ἀνάμεσά μας μέ μορφή δούλου.

Ἡ "πολιτική" τοῦ Θεοῦ εἶναι μιά πολιτική ὑπηρεσίας καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ σάρκωσή της! Ὁ Θεός βέβαια θά μποροῦσε νά μείνει στόν οὐρανό Του! Θά μπορούσαμε νά Τόν ἀγαπᾶμε ἀπό ἐδῶ κάτω καί Αὐτός θά μᾶς μιλοῦσε ἀπό ἐκεῖ πάνω. Θά ἦταν ἀρκετό νά κοιτᾶμε ψηλά γιά νά Τοῦ μιλήσουμε. Ὁ Θεός ὅμως κινήθηκε ἀπό ἕνα ἀκαταμάχητο πάθος γιά τόν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτό ἦρθε καί ἔγινε ἕνας ἀπό ἐμᾶς. Ἔκτοτε εἶναι ἀδύνατον νά δημιουργήσει κανείς σχέση πάνω σ᾿ αὐτή τη γῆ, χωρίς νά ἔχει νά κάνει μαζί Του. Ἀπό τήν ἄλλη βεβαίως, οὔτε μποροῦμε νά στραφοῦμε πρός Αὐτόν ξεχνώντας ὅλους αὐτούς γιά τούς ὁποίους ἦρθε Ἐκεῖνος, ἀφοῦ πλέον εἶναι οἱ ἀδελφοί καί οἱ ἀδελφές μας.

Ἐπειδή εἴμαστε ἄνθρωποι «φορτωμένοι» μέ ἕνα σῶμα, πού μᾶς κρατάει ριζωμένους στήν γῆ, ἡ τοπική μας κοινότητα καί οἱ εὐχαριστιακές συγκεντρώσεις πού γίνονται σ’ αὐτήν ἀφήνουν ἴχνη στή ζωή πού διάγουν οἱ ἄνθρωποι ἀπό κοινοῦ. Κάθε τέτοια συγκέντρωση εἶναι μιά πορεία πρός Ἐμμαούς, πού θαμπώνει τούς προσκυνητές καί φλέγει τήν καρδιά καί ἔχει θεσμοθετηθεῖ γιά νά μπορεί νά διαρκεῖ, νά μεταδίδεται, νά διαβιβάζεται.

Οἱ κοινωνιολόγοι θά ἔλεγαν ὅτι «γίνεται ρουτίνα». Μιά λέξη ὑποτιμητική, πού θέλει νά ἐπισημάνει ὅτι ἡ ἀρχική ζέση καί ἐμπειρία ἐξανεμίζεται. Μία λέξη πού προσδιορίζει κούραση ψυχική καί συνεπώς ἀδιαφορία καί ἀποφυγή. Μία λέξη πού φοβάται τήν συνήθεια ὡς μηχανιστική ἐπανάληψη, ἐνῶ κάλλιστα ἡ συνήθεια γίνεται ὡστική δύναμη σέ πολλά καλά πράγματα. Μιά λέξη ὑπερβολική ὅμως, ἀφοῦ ἡ ... μετάδοση (καί μέ τίς δύο ἔννοιες) εἶναι ἡ μεγάλη ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡς ἀπαίτηση στό κάλεσμά Του λοιπόν, βγαίνουμε ἀπό τό σπίτι μας, γιά νά συγκεντρωθοῦμε γύρω Του, ὅπως μᾶς τό ζήτησε. Ἐκεῖ στόν Ναό, τήν Ἐκκλησία ὅπως λέμε, πού στεγάζει τόν λαό-Ἐκκλησία, εἶναι καί Ἐκεῖνος Παρών διακριτικά μέσα σ᾿ αὐτή τη συγκέντρωση τήν πολύ συχνά… ἀφηρημένη. Συνήθως Αὐτός δέν μακρυγορεῖ…! Συχνά χρειάζεται νά τεντώσεις τό αὐτί σου γιά νά τόν ἀκούσεις. Βγαίνοντας ὄμως ἀπό τήν Ἐκκλησία καθένας μας εἶναι λίγο διαφορετικός… Μέσα μας «γλίστρησε» μιά χαρά! Μᾶς ἔκανε νά βλέπουμε μέ ἄλλο μάτι τούς ἀνθρώπους καί τίς καταστάσεις… Ἀπό Κυριακή σέ Κυριακή δεχόμαστε μικρά χτυπήματα στήν καρδιά, πού ἀνεπαίσθητα χαράζουν μέσα μας "κάτι" ἀπό Αὐτόν τόν Θεό, πού ἦρθε ἀνάμεσα στούς δικούς Του.

Κάποια μέρα τῆς ζωῆς μας κάνοντας μιά στάση, γυρίζουμε πίσω καί βλέποντας τήν πορεία πού διανύσαμε, συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἀλλάξαμε, ὅτι ὁ Χριστός μᾶς ἄλλαξε. Εἴμαστε προσεκτικότεροι ἀπέναντι στούς ἄλλους· δείχνουμε μεγαλύτερη φροντίδα· εἴμαστε διαφορετικοί! Ὅλες αὐτές οἱ μικρές ἀλλαγές συνιστοῦν τήν ἐσωτερική ἐνδόμυχη ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς δίνουν τήν πραγματική της ὑπόσταση.

Ἐκκλησία λοιπόν εἶναι αὐτό τό μακρύ προσκύνημα τῶν πιστῶν οἱ ὁποῖοι πορευόμενοι (οἱ τῆς ὁδοῦ) ἀλλάζουν λίγο-λίγο μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά πιστέψουμε νά ἀφεθοῦμε καί νά κρατήσουμε τό βλέμμα προσηλωμένο σ᾿ αὐτόν τόν σκοπό. Ἀτυχῶς ἀστοχοῦμε πολύ ἤ λίγο. Ἡ ἀγάπη δέν γίνεται πάντοτε δεκτή ὅπως θά ἔπρεπε. Ν᾿ ἀγαπᾶς σημαίνει νά πονᾶς, νά θυσιάζεις. Ἔτσι… ἀστοχεῖ καί ἡ Ἐκκλησία σέ σχέση μέ τήν ἰδανική εἰκόνα πού ἔχουμε γιά ἐκείνη. Ἀργοπορεῖ καί τεμπελιάζει στήν πορεία. Κάποτε χάνεται κιόλας (παρεκτρέπεται) γιατί εἴμαστε βραδεῖς στό νά ἀφηνόμαστε στήν ἀγάπη νά μᾶς ἀλλάξει μέχρι τό μεδούλι. Ταυτόχρονα βεβαίως ἐπιτυγχάνει, γιατί, σ᾿ ὅποιον Τόν ζητάει, ὁ Θεός πάντοτε ἀνταποκρίνεται, ἔστω καί ἄν συχνά εἶναι μέ περίεργους ὀδυνηρούς δικούς Του τρόπους.

Εἴμαστε οἱ χριστιανοί τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνος ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς μέν δέν ἔχουμε τήν θερμότητα τῆς πίστεως τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ἔχουμε ὅμως νά ἀπολογούμαστε γιά ἱστορίες καί γεγονότα τοῦ παρελθόντος καί νά πρέπει νά πείσουμε γιά τήν εἰλικρίνεια τῶν κινήτρων καί τῶν προθέσεων τῶν πρό ἡμῶν χριστιανῶν σέ διάφορες ἱστορικές φάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

Ἐδῶ ἀρχίζουν τά προβλήματα.

Στή σχέση ἐπικοινωνίας μέ τούς συγχρόνους μας ἀνθρώπους συνηθίζουμε νά κάνουμε πολλές φορές τό λάθος νά συζητοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία ὡς πολιτιστικό καί ἱστορικό μόρφωμα καί γιά τήν προσφορά της στόν τόπο. Ἄν τό κάνουμε, ἤδη χάσαμε τό "παιχνίδι". Ὁ ἱερέας καί ὁ κατηχητής δέν ἀνέλαβε ἱστορικός ἀπολογητής τῆς διαδρομῆς τῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν παρελθόντα χρόνο. Ἀνέλαβε τήν Ἀπολογία "περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος". Ἀνέλαβε νά ἀπολογηθεῖ γιά τό μυστήριο τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν Σάρκωση αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου στήν φανέρωσή του ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὅπως λέμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: "Πιστεύω εἰς μίαν ἀγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν". Δηλαδή ὅπως πιστεύω στόν Χριστό, ἔτσι πιστεύω καί στήν Ἐκκλησία. Ὅμως τά ἔχουμε… καταφέρει καί ἀκούγοντας ἀπολογητική οἱ σημερινοί ἄνθρωποι σταυροκουμπώνονται, γιατί νομίζουν ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἐνέργεια κάποιου, πού δέν ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀλήθεια, ἀλλά γιά τό πῶς φανατικά θά δικαιολογήσει τά ἀδικαιολόγητα μιᾶς αὐθαίρετης πίστεως.

Ἐμεῖς ὅμως ἔχουμε ἀναλάβει νά ἐξηγήσουμε τήν πίστη μας στόν ἄσχετο καί τόν πολέμιο. Νά τοῦ ποῦμε ὅτι ἡ πίστη μας εἶναι ἡ σταυρωμένη χριστιανική ἀλήθεια. (Θ. Ζιάκας)

Ὁ Χριστιανισμός βέβαια δέν εἶναι μιά διδασκαλία, πού τήν γνωρίζεις καί τήν προσκτᾶσαι μέ μιά ἐκπαίδευση, ἀλλά εἶναι ζωή, στήν ὁποία πρέπει νά μετέχουμε οὐσιαστικά καί πού εἶναι δυνατόν νά τήν ἀποκτήσουμε, μονάχα ἄν γεννηθοῦμε ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς. Στό σύνολό της ἡ χριστιανική διδασκαλία εἶναι διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή περιγραφή τῆς ἐμπειρίας Της καί μαρτυρία Της γιά τήν πίστη. Ἡ Ἐκκλησία προηγεῖται τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτή σχημάτισε τόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀποκτᾶ τό κῦρος Της ἀπό τό Εὐαγγέλιο. Ἀντιθέτως τό Εὐαγγέλιο μαρτυρεῖται καί κηρύττεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, καί μόνον χάρις στήν μαρτυρία Της θεωρεῖται ἄξιο ἐμπιστοσύνης καί θεόπνευστο.

Στό σύνολό Της ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι ἡ φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Γράφτηκε γιά τούς χριστιανούς καί ἀπευθύνεται σέ ἀνθρώπους, πού ἔχουν ἤδη λάβει τό φώτισμα. Οὔτε ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἑαυτήν οὔτε ἡ διδασκαλία Της παίρνουν τό κῦρος τους ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ἡ Ἐκκλησία δίνει κῦρος στήν Γραφή. Γιά τήν Ἐκκλησία ἡ Γραφή εἶναι ὅ,τι καί ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά ἄλλα Μυστήρια, δηλαδή μιά δωρεά τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅλες μαζί οἱ θεϊκές αὐτές δωρεές «συγκροτοῦν» τήν Ἐκκλησία.

Σ’ αὐτό τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας (δηλαδή τοῦ χώρου, στόν ὁποῖο ὁ Χριστός μᾶς κάνει σώους-ὁλόκληρους, μᾶς σώζει) μπαίνουμε μέ τό Βάπτισμα. Στό Βαπτιστήριο τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στό Λατερανό λόφο τῆς Ρώμης ὑπάρχει μιά ἐπιγραφή πού περιγράφει πολύ οὐσιαστικά τήν γέννηση τῶν Χριστιανῶν. Γράφει: «Ἐδῶ γεννιέται ἕνας λαός θεϊκῆς καταγωγῆς, γεννημένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού γονιμοποιεῖ αὐτό τό νερό. Ἡ Μητέρα Ἐκκλησία φέρνει στήν ζωή τά παιδιά Της μέσα σ’ αὐτά τά ὕδατα».

Ἡ εἰκόνα τῆς μητέρας κάνει πιό κατανοητή τήν φύση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κάθε μητέρα δίνει τήν ζωή. Κυοφορεῖ ἐννέα μῆνες τό παιδί της καί κατόπιν τό γεννάει καί τό φέρνει στήν ζωή καί στό φῶς. Καί ἐμᾶς ἡ Ἐκκλησία μᾶς γεννάει καί μᾶς φέρνει στήν Ζωή καί στό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τήν πίστη τήν δεχόμαστε ἀπό τούς ἄλλους. Μέσα στήν οἰκογένεια, μέσα στήν κοινότητα. Τά τρία ρήματα στό Σύμβολο τῆς Πίστεως κατ’ ἀρχάς ἦταν στόν πληθυντικό (Πιστεύομεν - ὁμολογοῦμεν - προσδοκῶμεν). Ἔγιναν ἑνικός γιά τό Βάπτισμα τοῦ καθενός μας, πού εἶναι πράξη προσωπικῆς ἀνταπόκρισης στό Θεό. Βέβαια ὅπως λέει ὁ Θωμᾶς Merton, κανένας δέν εἶναι νησί. Δέν γίνεσαι χριστιανός, μόνος, αὐτοδύναμα, στό ἐργαστήριο. Ἡ πίστη εἶναι περιπέτεια καί δῶρο. Περιπέτεια στήν ὁποία μπαίνουμε μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μητέρα τῶν Χριστιανῶν. Δέν ἀνήκει κάποιος στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἀνήκει σέ ὁποιαδήποτε ἑταιρεία ἤ σέ ἕνα κόμμα ἤ σέ μιά ὀργάνωση. Ὁ δεσμός εἶναι ζωντανός, ὅπως τῆς μητέρας καί τοῦ παιδιοῦ. Ἀγαπᾶμε τήν Ἐκκλησία, ὅπως τήν μητέρα μας κατανοώντας ἐπίσης καί τίς ἐλλείψεις Της. Ὅλες οἱ μητέρες ἔχουν ἐλλείψεις. Ὅταν γίνεται κουβέντα γιά τίς ἐλλείψεις τῆς μητέρας μας, τίς συγχωροῦμε. Ἀγαπᾶμε τήν μητέρα, ὅπως εἶναι.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς συντηρεῖ καί μᾶς μεγαλώνει. Μᾶς διορθώνει καί μᾶς θεραπεύει. Ζητάει ἀπό μᾶς αὐτό πού ζήτησε ὁ Χριστός ἀπό τόν Πέτρο: «Καί σύ ποτέ ἐπιστρέψας, στήριξον τούς ἀδελφούς σου». Μᾶς συνοδεύει στήν πνευματική μας ὡρίμανση καί ζητάει, μεταδίδοντάς μας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά βγοῦμε ἀπό τόν ἑαυτό μας καί νά περάσουμε στήν ὡριμότητα τῆς εὐθύνης γιά τούς μικρότερους ἀδελφούς μας.

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι μητέρα τῶν Χριστιανῶν, ἐνῶ αὐτή γεννάει τούς Χριστιανούς, συγχρόνως καί αὐτή «γίνεται» καί ἀπαρτίζεται ἀπό τούς Χριστιανούς. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κάτι διαφορετικό ἀπό μᾶς τούς ἴδιους. Εἶναι τό «ἐμεῖς» τῶν Χριστιανῶν. Εἶναι οἱ ψυχές ἐκείνων πού πιστεύουν στόν Χριστό. Ὅλοι μας ἔχουμε τήν εὐθύνη νά γεννηθοῦν στήν πίστη καινούργιοι Χριστιανοί. Μᾶς κάλεσε ὁ Χριστός νά εἴμαστε παιδαγωγοί στήν πίστη. Νά κηρύττουμε μέ τήν ζωή μας τό Εὐαγγέλιο. Πόση δυστυχία καί γιά μᾶς καί γιά τούς ἄλλους ὅταν «δι’ ἡμᾶς βλασφημεῖται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσι»; Ἡ ποιότητα τῆς ζωῆς τῶν Χριστιανῶν εἶναι γιά τούς ἔξω ὁ δείκτης ἀποδοχῆς ἤ σκανδαλισμοῦ γι’ αὐτούς ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν μπορεῖ κανείς νά παραθεωρήσει οὔτε εἶναι εὔκολο νά διευκρινήσει μέσα του τό θεματολογικό περιεχόμενο μέ τά "προβλήματα" τοῦ ρητοῦ-παρατήρησης: «ἀπό τῶν καρπῶν τό δένδρον ἐπιγινώσκεται».

«Δέν θά πρέπει στ’ ἀλήθεια αὐτοί πού βρῆκαν τόν πολύτιμο μαργαρίτη νά τρέξουν ἀμέσως καί νά πουλήσουν τά ἄλλα τους ἀγαθά γι’ Αὐτόν; Ἄν εἶναι ἀλήθεια αὐτό πού ὅλοι παραδεχόμαστε, ὅτι ἡ παρακμή καί ἡ κατάρρευση τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ ἔγινε ἀπό τό χάσιμο τῆς πίστεως, πού ἐκδηλώνεται μέ τήν ἀποστασία ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν πρέπει οἱ Χριστιανοί νά ἐνδιαφερθοῦμε πρωταρχικά ἄν ὄχι ἀποκλειστικά γιά τήν ἀνοικοδόμηση τῆς πίστεως καί τήν ἐπιστροφή τοῦ κόσμου στήν Ἐκκλησία, καί ὄχι γιά τήν διάσωση καί περιφρούρηση ἑνός καταποντιζόμενου πολιτισμοῦ;» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκι).

Γνωρίζω τόν Θεό δέν σημαίνει ξέρω τί εἶναι. Σημαίνει δημιουργῶ σχέση μαζί Του. Ὅπως καί κάθε σχέση μέ ἕνα πρόσωπο, πρόκειται γιά μιά ἀποκάλυψη, πού δέν ἐξαντλεῖται ποτέ. Μέσα στήν Ἐκκλησία αὐτή ἡ γνωριμία καί σχέση θά σαρκωθεῖ μέ τήν θυσιαστική ἔμπρακτη ἀγάπη μου γιά τούς ὁμοίους μου καί γιά τόν Θεό. Σιγά-σιγά, λίγο-λίγο θά βαθύνουμε τήν γνώση μας καί γιά τούς ἄλλους καί γιά τόν Θεό.

Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶναι κανείς χριστιανός στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰώνα; Σημαίνει νά σαρκώνει τό Εὐαγγέλιο. Σημαίνει νά ζῆ κανείς σάν τόν Χριστό. Εἶναι τό ἴδιο, πού συμβαίνει ἐδῶ καί 2.000 χρόνια. Πρέπει ὅμως νά ἑρμηνεύσουμε αὐτό πού συμβαίνει καθώς καί τό Εὐαγγέλιο, ἔτσι ὥστε νά κατανοοῦμε τί ζητάει ἀπό μᾶς σήμερα. Φυσικά πρόκειται γιά τήν ἴδια ἀρχή. Νά εἶναι κανείς σάν τόν Ἰησοῦ! Νά ἀγαπάει ὅπως ἀγάπησε Αὐτός! Νά βοηθάει τούς ἄλλους ὅπως τούς βοήθησε Αὐτός! Νά ἀγαπάει τόν Πατέρα! Νά ἀγαπάει τόν κόσμο! Νά δίνει τήν ζωή του ὅπως τήν ἔδωσε Ἐκεῖνος! Αὐτά εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νά εἶναι κανείς Χριστιανός.

Πῶς μποροῦμε ὅμως νά ἑτοιμαστοῦμε γιά νά δεχθοῦμε αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καί νά τό βιώσουμε;

Καθώς πρόκειται γιά ἕνα χάρισμα, δέν μποροῦμε νά τό βροῦμε στήν ἀγορά. Πρέπει νά ἀναζητήσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ταπεινά, γιά νά μᾶς δοθεῖ. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι εἴμαστε γυμνοί, ὥστε νά ἀναζητήσουμε τόν στολισμό τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ διεξοδικά στίς σελίδες τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτό θά μᾶς βάλει σέ συνάφεια καί οἰκειότητα καί κοινωνία μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί θά μᾶς βοηθήσει νά ἐπιλέξουμε τό σωστό. Πολλοί ἄνθρωποι σήμερα, πιστοί ἤ ἄπιστοι, φοβοῦνται πολύ νά ἐπιλέξουν, νά δεσμευτοῦν σέ κάτι ὁριστικά. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει μιά ἀποστολή γιά τόν καθένα μας. Εἶναι δουλειά τοῦ καθενός μας νά τήν ἀνακαλύψει. Αὐτό δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τά λόγια καί τίς ἐξηγήσεις ἀλλά μέ τήν συχνή ἐπαφή μέ τό Εὐαγγέλιο, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά μποῦμε στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Γιατί τό Εὐαγγέλιο μᾶς εἰσάγει στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ.

 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά ἱστορία ἀγάπης καί μεῖς μετέχουμε σ’ αὐτήν. Εἶναι μιά μητρότητα πού παράγεται ὄχι ἀπό ἀνθρώπινες δυνάμεις ἀλλά ἀπό τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά καρδιά πολύ γερή καί πολύ παλιά. Χρειάζεται «νά ντύνεται» πιό σύγχρονα, γιατί στούς ἐπιπόλαιους καιρούς μας οἱ ἄνθρωποι δέν καταλαβαίνουν τήν νεανική φροντίδα γι’ αὐτούς, τῆς γηραιᾶς μητέρας τους!!

Category: /