Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Συγγραφείς

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ είναι η Αισθητική. Επειδή η αισθητική είναι ξένη και εχθρική προς την πίστη, είναι αναίρεση της πίστης. Μια όμορφη λειτουργία είναι παράστα­ση. Μια όμορφη εικόνα είναι ζωγραφιά. Ένα όμορφο τροπάριο είναι τραγούδι. Δεν υπάρχουν όμορφες θρησκείες.

Αυτό, δεν μπόρεσε να το καταλάβει ο ιεροεξεταστής που ανέκρινε τον Γκρέκο. Τον ρωτούσε τί πιστεύει, για ν' ακούσει μήπως ο ζωγράφος παρεκκλίνει απ' τη διδασκαλία της Εκκλη­σίας, κοιτούσε με προσοχή τους πίνακες για να δει αν ο Χρι­στός κ' η Παναγία εικονίζονται σύμφωνα με τους δογματικούς κανόνες. Και δεν είδε τη Μεγάλη Αίρεση που υπάρχει σ' όλους τους πίνακες: την ομορφιά. Δεν κατάλαβε πώς αφού ο Χριστός είναι όμορφος, δεν είναι Θεός. Δεν κατάλαβε πώς ο ωραίος Χριστός δεν σώζει.

Μη κατηγορούμε τον Ισπανό Ιεροεξεταστή. Έπειτ’ από τόσους αιώνες άσκοπης διαμάχης, η Ορθοδοξία φαίνεται έτοι­μη να τον μιμηθεί: μιλάμε πια κι εμείς για την αισθητική της εικόνας. Ψαλτάδες και παπάδες μας οργανώνουν «συναυλίες βυζαντινής μουσικής», χωρίς να καταλαβαίνουν πώς μόνον ένας βαθειά μέσα του άθεος μπορεί να χειροκροτήσει το «τη Υπερμάχω», πως ξεκουφώνουμε την πίστη όταν τη μετατρέπουμε σε αισθητική απόλαυση.

Αυτά τα εισαγωγικά, για να συνειδητοποιήσουμε όλοι πως η λεγόμενη «θρησκευτική μουσική» (τα Πάθη, οι Λειτουργίες, τα Ρέκβιεμ κ.τ.ο) είναι τόσο θρησκευτική, όσο και η ζωγραφική με θρησκευτικά θέματα είναι αγιογραφία.

Για να είναι κάτι όμορφο, πρέπει να μην έχει θρησκευτική ση­μασία, να έχει αποκοπεί από τη θρησκευτικότητα του. Η πραγμα­τική του χρήση πρέπει νάναι ανάμνηση, να μη λειτουργεί πια, να μη λειτουργεί εδώ. Γι’ αυτό, μιαν εποχή, τα σπίτια της ιντελλιγκέντσιας γέμισαν αφρικανικά ταμπού, όπως τώρα είναι της μόδας νάχουν «βυζαντινές εικόνες» ανάμεσα σε έργα διασή­μων και όχι ζωγράφων. Ένας καλός αστός μου ’δειξε κάποτε υπερήφανος «ένα γοητευτικό δισκοπότηρο» στη βιτρίνα του «σύνθετου», ανάμεσα σε κάτι πορσελάνινα ανθοδοχεία.

Ένας από τους συνθέτες που δεν συνειδητοποίησαν τον σκληρό αυτό νόμο, είναι και ο Arvo Pärt.

Ο Άρβο Παιρτ γεννήθηκε στην Εσθονία το 1935. Άρχισε τη μουσική του σταδιοδρομία γράφοντας συμφωνίες κι ένα κονσέρτο για τσέλο, που κυκλοφόρησαν σε δίσκους και είχαν απήχηση στο μικρό κοινό της λεγόμενης (κακώς) «σύγχρονης» μουσικής. («Κακώς», διότι ένας άνθρωπος με κουλτούρα δεν ορίζει το τι και ποιος είναι σύγχρονος του από το ημερολόγιο, αλλ’ από τη συχνότητα και πυκνότητα επικοινωνίας του).

Γύρω στο 1970, ο Παιρτ εγκατέλειψε την ως τότε μουσική γραφή του, και στράφηκε σε αυτό που λέγεται (τι φρικτές ταμπέλες!) «μινιμαλισμός»:

«Ανακάλυψα ότι αρκούσε μια απλή νότα, παιγμένη θαυμάσια. Αυτή η μία νότα, ή το σιωπηλό χτύπημα, ή η στιγμή της σιωπής, με γέμιζε πληρότητα. Τώρα πια εργάζομαι με ελάχιστα μέσα, με μια φωνή ή δυο φωνές. Συνθέτω με τα πιο πρωτόγονα υλικά».

Η απλότητα αυτή, συνδυάστηκε με μια θρησκευτικότητα. Ο Παιρτ έγινε πιστός χριστιανός και επηρεάστηκε από την εκκλησιαστική μουσική. Τον μινιμαλισμό του τον οφείλει στη θρησκεία, και έτσι τον εξηγεί:

«Ξέρετε πώς μαγειρεύουν σούπα σ’ ένα μοναστήρι; Κάθε στιγμή ο μάγειρας λέει προσευχές και ρίχνει αγιασμό μέσα. Αυτά την κάνουν μιαν εντελώς διαφορετική σούπα. Δεν το πιστεύετε αν δεν την έχετε δοκιμάσει. Και πρέπει να σας πω ότι η διαφορά της δεν βρίσκεται στη γεύση».

Η θρησκεία έχει τους δικούς της τρόπους ν’ αναζητά το κάλλος —που, πάντως, δεν έχει καμιά σχέση με το κάλλος της αισθητικής. Ο Παιρτ αδιαφορεί γι’ αυτό ή θέλει να φθάσει στο θρησκευτικό κάλλος μέσ’ από την αισθητική οδό, και συνθέτει τη «Missa Syllabica» για σοπράνο και τενόρο. Η Λειτουργία κρατάει δώδεκα λεπτά και αντιστοιχεί στο «τεριρέμ»: οι δυο φωνές επαναλαμβάνουν μια-δυο συλλαβές. Δεν υπάρχει κείμενο.

Στην ίδια δομή έγραψε το 1981 και τα «Κατά Ιωάννην Πάθη». Στην αρχή, το έργο γράφτηκε για βαρύτονο (Ιησούς), τενόρο (Πιλάτος), τετραμελή χορωδία και εκκλησιαστικό όργανο. Αργότερα ο Παιρτ έκανε μιαν υποχώρηση από τις μινιμαλιστικές του αρχές και προσέθεσε όμποε, φαγκότο, βιολί και τσέλο. Το έργο αυτό (PassioDomini Nostri Jesu Christi Secundum Ioannem) κυκλοφόρησε το 1988 σε δίσκο (ECM) με το Hilliard Enseble και τη Western Wind Chamber Choir υπό τη διεύθυνση του Πωλ Χίλιερ. Ο Παιρτ δεν άφησε, βέβαια, τα πράγματα στην τύχη: πήγε στην Αγγλία, βρήκε την κατάλληλη Εκκλησία και απαίτησε να γίνει εκεί η ηχογράφηση. Την παρακολούθησε με προσοχή, ώστε να μη χαθεί ο θρησκευτικός χαρακτήρας, επενέβη εκεί που χρειάσθηκε και, επί τέλους, «έδωσε το τυπωθήτω».

Ο δίσκος γνώρισε σοβαρή καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία (για το είδος του), και την Άνοιξη φέτος, «ανέβηκε» στη Νέα Υόρκη. Η αίθουσα συναυλιών Alice Tullyστο Λίνκολν Σέντερ ήταν κατάμεστη: οι νεοϋορκέζοι συγκεντρώθη­καν ν’ ακούσουν για πρώτη τους φορά έργο ενός συνθέτη που ως τώρα γνώριζαν μόνο από δίσκους.

Και εδώ είναι τώρα το ζητούμενο. Το κοινό άκουγε επί 70 λεπτά σε λα μινόρε τον διάλογο Ιησού-Πιλάτου. Άλλοι βαρέθη­καν, άλλοι κοιμήθηκαν, άλλοι χάρηκαν, άλλοι ενθουσιάστη­καν. Ενθουσιάστηκαν, όμως, με τι; Όχι βέβαια με το τί είπε ο Ιησούς στον Πιλάτο, αλλά με τον Παιρτ, με τον μαέστρο Πωλ Χίλιερ (ο ίδιος και στον δίσκο), με τον τενόρο Τζων Πότερ (κι αυτός συμμετείχε στο δίσκο) ή τον βαρύτονο Τζέραλντ Φίνλεϋ. Μερικοί γκρίνιαξαν ότι το εκκλησιαστικό όργανο στο δίσκο ήταν καλύτερο από αυτό της νεοϋορκέζικης συναυλίας, άλλοι εκτίμησαν ιδιαιτέρως τη φινέτσα της χορωδίας.

Σε πείσμα του τι ονειρεύτηκε ο Παιρτ, τα «Κατά Ιωάννην Πάθη» του είναι ένα αισθητικό γεγονός. Γι’ αυτό και το παρηκολούθησαν χριστιανοί, άθεοι και αλλόθρησκοι μαζί, χωρίς κανείς να ενοχληθεί από τα διαδραματιζόμενα.

Δεν θέλω μ’ όλα αυτά να απορρίψω τη «θρησκευτική» μουσική· ίσα-ίσα, την αγαπώ περισσότερο από τα άλλα είδη μουσικής. Ως μουσική, όμως, την αγαπώ. Ποτέ δεν μου ’ρθε να κάνω το σταυρό μου ακούγοντας την. Ακόμα κι η συγκίνηση, η άφατη συγκίνηση που προκαλεί, αισθητική συγκίνηση είναι. Κι αυτό, δεν πρέπει να το ξεχνάμε.