Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Συγγραφείς

Ο ελληνικός εθνικισμός

από τον Όμηρο στον Ευριπίδη

Απόσπασμα

 

Αλλ’ ας καθίσουμε για λίγο στο θέατρο του Διονύσου, ας χαϊδέψουμε τούτα τα θραύσματα τα ερειπωμένα, τα φρυγμένα από τον καιρό και γλυμένα από το χρόνο, με τα ξερά χορτάρια ανάμεσά τους. Ας μείνουμε εδώ, μέσα στη ζέστη, στη στενή σκιά του μικρού πεύκου, ήρεμοι, μην ενοχλήσουμε το μικρό σαμιαμίδι που τρέχει γρήγορα κι έπειτα στέκει παγωμένο, σαν ν’ αυτιάζεται την ανάσα του αρχαίου πλήθους, σαν να νοιώθει το λαχάνιασμα του αρχαίου μένους. Ας σταθούμε στο θέατρο, πλάι στον άλλοτε ναό, μήπως ανάμεσα σε δυο ξέφρενα πείσματα του τζιτζικιού ακούσουμε το απόμακρο τραγούδι του θεού, του εν ετέρα μορφή πάντοτε, που την αλλότριο μέθη της αλήθειας -χάρμα βροτοῖσι- αποζητά.

 

Και να: ενθουσιασμένο το κοινό, θαρρεί πως ό,τι ήταν να λεχθεί ελέχθει, χειροκροτάει, φωνάζει, γελάει ευχαριστημένο με τον εαυτό του, φρουμάζει έτοιμο να ριχτεί στη μάχη - ανόθευτο αυτό, εναντίον των μπασταρδεμένων Ελλήνων. Η τραγωδία λοιπόν συνεχίζεται, οι αντιδράσεις του κοινού της ανήκουν: στο θέατρο αυτό, ο Ευριπίδης σήκωσε μιαν αυλαία που κανείς πια δεν μπορεί να κατεβάσει.

Το κοινό συνεχίζει το έργο: βγαίνει πηδώντας τις κερκίδες, ορμάει περήφανο στη Σικελία. Καθισμένοι στο σπασμένο μάρμαρο, διώχνοντας το ενοχλητικό έντομο και κάθε ξένο ήχο, ακούμε τις ιαχές, τους παιάνες, τις κοφτές οδηγίες των αξιωματικών. Ακούμε το στέρεο βήμα των αποφασισμένων ανθρώπων, νιώθουμε τα σκοτεινιασμένα πρόσωπα, έτοιμα να σφάξουν, να επιβάλλουν, να συνθλίψουν, να φτιάξουν τον κόσμο στα μέτρα που ο ποιητής τους δίδαξε ότι είναι τα δικά τους. Κι ακούμε αμέσως μετά το ίδιο ετούτο πλήθος να τρέχει για να σωθεί, παρατώντας τους νεκρούς του στα όρνια, αφήνοντας πίσω τους τραυματίες να κλαίνε και ν’ αρπάζονται από το λερό χιτώνα τους, να βογγάει πέφτοντας ανήμπορο στις λάσπες, να σφάζεται καθώς αλαλιασμένο χύθηκε στο μικρό ποτάμι για να πιει νερό, να σέρνεται αιχμάλωτο και διπλωμένο στα λατομεία για ολοήμερο σπάσιμο πέτρας χωρίς τροφή, να σαπίζει στις φυλακές, να χάνεται πνιγμένο στη ντροπή και τις ενοχές.

Μέσα στη λάσπη από αίμα και δάκρυα του πολέμου εκείνου, σωριάστηκε για πάντα η ελληνική πόλις. Ένας Συρακούσιος, ο Νικόλαος, ήταν ίσως ο τελευταίος Έλληνας που σε δημηγορία του θέλησε να σώσει την ιερά καρδία του Ελληνισμού. Μίλησε με πάθος για τις αρετές που πρέπει να διατηρήσουν οι Έλληνες και πάντως η πόλις, η οποία πρέπει να μένει πάντοτε αγαθή και φιλάνθρωπος, μίλησε και για τους Αθηναίους ικετεύοντας να σταματήσει η σφαγή τους, μια κι αυτοί βρήκαν τους νόμους, αυτοί δίδαξαν στους άλλους 'Έλληνες τον ήμερο και φιλάνθρωπο βίο. Ζήτησε από τους συμπατριώτες του να χαρίσουν τη ζωή στους Αθηναίους λέγοντας:

«Όσοι αποκτήσατε παιδεία και μάθατε την τέχνη του λόγου, δείξτε έλεος σ’ αυτούς που η πατρίδα τους είναι το κοινό σχολείο όπου μορφώνονται όλοι οι άνθρωποι, κι όσοι μυηθήκατε στα αγνότατα μυστήρια [τα Ελευσίνια], σώστε τους μυημένους!»

Τίποτε δεν εμπόδισε ο Νικόλαος· ούτε τη σφαγή, ούτε την εξαλλοίωση των συνειδήσεων. Ο Ευριπίδης θα φύγει, και αυτός, από το θέατρο του Διονύσου και θα εγκατασταθεί στη Μακεδονία - προαισθανόμενος, ίσως, τα βήματα της μοίρας.

Το θέατρο, όμως, περίμενε το νέο κοινό του. Ο αχόρταγος βωμός του στο κέντρο, είδε να γοητεύονται και να πέφτουν στη φωτιά του πολλές κορυθαίολες περηφάνειες. Το περισσότερο όμως και το πιο αποφασισμένο κοινό, του το έφερε ο Πρωθυπουργός της Βαϊμάρης: ο Γκαίτε, βρήκε στον Ευριπίδη όλο το υλικό που του επέτρεψε να υψώσει το λάβαρο του γερμανικού εθνικισμού. Κι όταν έγραφε το β’ μέρος του Φάουστ, αυτή τη Βίβλο του Γερμανισμού, έγραψε όλος έξαψη στο ημερολόγιό του:

«Μα έχει βγάλει κανένα έθνος του κόσμου ποιητήν άξιο να κρατήσει τις παντόφλες του Ευριπίδη;»

Ο Γκαίτε άνοιξε το δρόμο· το γερμανικό κοινό ανταποκρίθηκε αμέσως. Κι εμείς, καθισμένοι ακόμη στο θέατρο κι ας έχουν όλα πια τυλιχτεί με το εύθραυστο φως του δειλινού, ακούμε τις νέες ιαχές, τις νέες κοφτές διαταγές, το νέο και πολύ πιο κρύο βήμα των υπερβορείων στρατιωτών που κι αυτοί δεν μπόρεσαν να νιώσουν το αθόρυβο πίσω τους βήμα της Νέμεσης, τις νέες -πόσο πράγματι νέες;- κραυγές του θριάμβου που τόσο σύντομα μεταλλάσσεται σε συντριβή, της εγκατάλειψης, της απόγνωσης και του πόνου - ενός απέραντου πόνου που οδηγεί κατ’ ευθείαν εδώ, μπροστά μας, στην πυγμένη απ’ το αίμα των ιερών σφαγίων θυμέλη.

Στο θέατρο του Διονύσου, στο θέατρο της ιστορίας, έχουν μετρηθεί τα ζύγια του Ευριπίδειου αετού: ο εθνικισμός ειν’ ένας τρόπος κατασπάραξης του λαού που τον ακολουθεί, ειν’ ένα γιορτάσι του θανάτου. Αλλ’ είναι ανάγκη εδώ να συγκεντρώσουμε το νου μας: ο Ευριπίδης, είναι πολύ μεγάλος ποιητής για να μας δώσει μιαν επιταγή χωρίς αντίκρυσμα, μιαν ιδέα χωρίς στέρεα ερείσματα στο πραγματικό. Μόλις πας να την αποδιώξεις σαν αστήρικτη ή θυμωμένος για τις καταστροφές και τις σφαγές να την πετάξεις σπάζοντας ακόμη και το κιούπι της, προβάλλει ευθύς η αρχέγονη Σφίγγα, αυτή που δεν νοιάζεται για τις κατάστροφές αλλά για την αλήθεια.

Η Σφίγγα μας κοιτά και περιμένει - και τη θυμάμαι πολύ καλά την αιγυπτιακή, στην πλευρά του λόφου όπου η μεγάλη πυραμίδα, διαβρωμένη από τον άνεμο και το χώμα της ερήμου, με σπασμένη μύτη αλλ’ ακέραιη ματιά, να θέτει το ερώτημά της (που οχι μόνον ο τουρισμός μα κι οι λογής μέριμνες το πνίγουν με τη σκόνη και τη στάχτη τους): ποιος είσαι; Πού και γιατί πηγαίνεις;

Το ερώτημα της Σφίγγας που έχουμε εμείς τώρα εμπρός μας, μικρότερης απ’ την αιγύπτια μα όχι λιγώτερο γαμψής, είναι τούτο: μπορείς νάχεις ιδιοπροσωπία χωρίς νάχεις υπεροψία; Μπορείς νάχεις ιστορικότητα χωρίς νάχεις εθνικισμό;

Σ’ αυτή τη συζήτηση μπορούν να μπουν μόνον όσοι θέλουν ένα μπουκάλι κρασί Ακουιτανίας για το κρασί, κι όχι για το μπουκάλι. Γιατί η Σφίγγα, η όποια Σφίγγα, προϋποθέτει ότι η ύπαρξη δεν αυτονοηματοδοτείται. Όποιος πιστεύει ότι η ζωή και η Ιστορία δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα που πρέπει να πασχίσεις για να το νιώθεις, όποιος πιστεύει ότι όλα τα νοήματα βρίσκονται λιπόθυμα στα χέρια του, έρμαια των διαθέσεών του, όποιος πιστεύει ότι ο κάθε άνθρωπος κι ο κάθε λαός δεν έχει πρόσωπο άλλο απ’ αυτό που του δίνουν οι περιστάσεις, μένει έξω από κάθε διάλογο με τη Σφίγγα, ως άλλος Πενθεύς, λογίζων εαυτόν όλβιον. Εμείς οι άλλοι όμως, όσοι καθόμαστε στο θέατρο νιώθοντας μέσα στο δείλι πως βρισκόμαστε σ’ ένα χώρο που μας συνιστά, όσοι νιώθουμε πως ο τόπος μας και η ιστορία μας είναι τάφος των δικών μας και μήτρα του προσώπου μας, είμαστε καρφωμένοι εμπρός στη Σφίγγα.

Είναι, πράγματι, αδύνατο νάχεις ιδιοπροσωπία χωρίς μοναδικότητα· υπεροψία, όμως, γιατί; Η μοναδικότητα δεν συνεπάγεται αναγκαίως περιφρόνηση του άλλου, ακριβώς όπως η αναγνώριση της ετερότητας δεν συνεπιφέρει αναπόδραστα την εχθρότητα. Ο Όμηρος κι ο Αισχύλος μας μεταφέρουν εμπειρίες ηφαιστειακών συγκρούσεων απ’ τις όποιες γεννήθηκε κι ανδρώθηκεν ένδοξος ο Ελληνισμός με όλως ιδιαίτερο πνεύμα και πολιτισμό που στάθηκε μήτρα πολλών ακόμη, χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί κανέν’ από τα όπλα του Ευριπίδη.

Είναι, επίσης, αδύνατο νάχεις μακρά Ιστορία, έκτυπο ιδιοπροσωπία και διιστορική, πολιτιστική προσφορά, χωρίς πεποίθηση σε κάποιαν ιδιαίτερη αποστολή του έθνους σου. Αλλά ιστορία σημαίνει επιμιξία - στην καλύτερη περίπτωση, η επιμιξία να σημαίνει αφομοίωση. Ο ρατσισμός είναι ανιστόρητος παραλογισμός, ακόμη και για τους απομονωμένους στον πόλο Εσκιμώους. Εξ άλλου, ένα ισχυρό έθνος δεν το ενδιαφέρει η καθαρότατα της φυλής του αλλά η διαύγεια των αξιών του και το λαμπρόν φάος του πολιτισμού που δημιουργεί.

Ο εθνικισμός είναι «χρήσιμος» μόνο σε σάπια κόκκαλα, σε έθνη ανίκανα κι ανίσχυρα, σε έθνη που ζουν περίοδο κατάρρευσης και διάλυσης. Είναι ομολογία χρεωκοπίας ενός έθνους. Δεν είναι διόλου υποχρεωτική η μετάβαση από την αυτοσυνειδησία του Ομήρου στον εθνικισμό του Ευριπίδη· είναι όμως αμφίβολο αν το κήρυγμα του Ευριπίδη θ’ ακουγόταν από μιαν Αθήνα εύρωστη, με ισχυρές τις δημιουργικές δυνάμεις. Αλλ’ η Αθήνα της δημοκρατίας είχε αντικατασταθεί από την Αθήνα του κυνισμού, της ανατροπής των αξιών που θεμελίωσαν το μεγαλείο της.

Ο λόγος του Ευριπίδη, είναι το ποιητικότατο, το υπέροχο εγχειρίδιο, που η Αθήνα μπήγει στην καρδιά της, όταν έπαψε πια νάναι μάνα πολιτισμού.

Π. Δρακόπουλος

σελ. 57-62