Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Συγγραφείς

ΟΡΘΙΟ ΜΑΛΛΙ, ΚΟΚΚΑΛΩΜΕΝΟ, ΞΥΡΙΣΜΕΝΟΙ ΚΡΟΤΑΦΟΙ, μαύρο γυαλί, πρόσωπο δίχως βλέμμα. Μπουφάν κατάστιχτο μεταλλικές αιχμές, κολλητό παντελόνι. Τόπος συνάθροισης πάντοτε κάποια θύρα. Θύρα 7, θύρα 9, θύρα 14. Η θύρα μυρίζει αχνιστό αίμα, όμως η συνάθροιση εκεί «και τα μυαλά στο κάγκελο». Να χτυπηθούν με τη μάζωξη μιας άλλης θύρας, να χτυ­πηθούν για το τίποτα — μόνο για να δηλώσουν με πρά­ξη ότι κάθε θύρα ανοίγει στο κενό, είναι άνοιγμα στο τίποτα. Η ώρα του αγώνα μυσταγωγία. Αδιάφοροι για το θέαμα — δεν ενδιαφέρουν τα γκολ, ούτε περι­μένουν νίκη. Κοπαδιαστά, πιασμένοι από τους ώμους, χοροπηδούν πάνω στις κερκίδες χορεύοντας την από­γνωση. Η καταστροφή παραμονεύει να ξεχυθεί σαν πυρετός μέσα από αυτή τη λατρεία του κενού. Οι δηλωσίες της απόγνωσης θα ξεχυθούν στους δρόμους, τρό­μος και φόβος καταστροφής κάθε εξωραϊσμένης προ­θήκης των δικών μας φανταχτερών συμβάσεων.

Περιθωριακή πρωτοπορία της απεγνωσμένης νεολαίας σήμερα. Γιατί θέλω να μιλήσω μαζί τους την Ανά­σταση; Για να βρω γλώσσα πραγματική, γλώσσα που να ανατριχιάζει στην ψηλάφηση της αμεσότητας. Για τους πολλούς, τους καλοβολεμένους αστούς, εμάς τους τακτοποιημένους μπροστά στη βραδινή τηλεόραση, έρμαια επιλογής της πιο αποτελεσματικής οδοντόπαστας, του πιο δραστικού απορρυπαντικού, του πιο κα­τακτητικού αρώματος, για μας η γεύση του θανάτου απωθημένη, η αίσθηση της Ανάστασης απροσπέλα­στη. Ρημαγμένοι αστοί, ψυχές επίπεδες, σιδερωμένες από τα καθημερινά πρωτοσέλιδα των παραισθησιογό­νων της πολιτικής, χαρτοκοπτικές φιγούρες της καλοφαγίας, των προοδευτικών ιδεών και των signé αμφιέσεων, δεν υπάρχει θύρα για μάς, δεν υπάρχει άνοιγμα στο κενό, στη γεύση του θανάτου. Γι’ αυτό και λογαριάζουμε την Ανάσταση του Χριστού ρομαντικό παραμύθι ή έστω νοηματικό σύμβολο, κάτι ανάλογο με τον νεκρό Άδωνι και την ανοιξιάτικη αφύπνιση του, κάποια υποτύπωση ελπίδας ότι ο τροχός της τυχαιότητας θα γυρίζει πάντα σε καλύτερες μέρες.

Πάσχα των αστών, Πάσχα της ανεπίγνωστης νέκρας, δίχως απόγνωση θανάτου και γι’ αυτό δίχως ρίγος Ανάστασης. Σας είδα χθες στον Επιτάφιο, διαλέξατε καλό μαγαζί με ρομαντική χορωδία και γε­ρούς μπάσους στο Αι γενεαί πάσαι. Μείνατε για λίγο στην περιφορά αντί για το σινεμά που θα διασκέδαζε εξίσου την κορεσμένη πλήξη σας. Θα σας δω κι απόψε για λίγα λεπτά στον περίβολο της εκκλησιάς, με ένα άσπρο κερί για το έθιμο, σαν εκτοπλάσματα του τόπου που σας γέννησε, άσχετοι τουρίστες στο πανηγύρι της αναστάσιμης χαράς, δίχως σταυροκόπημα, γιατί δεν ταιριάζει σε σας τους προοδευτικούς. Σας αγαπώ, θλι­βεροί μου φίλοι, μα μυρίζετε πτώμα κι ο νους σας λά­σπωσε σε μόνη την αναμονή της μαγειρίτσας. Με σας αποκλείεται να συνεννοηθώ για την Ανάσταση, την Α­νάσταση την ψηλαφητή και χειροπιαστή που είναι ζωή αιώνια.

Θέλω τα συντρόφια της περιθωριακής απόγνωσης, αυτούς τους καβαλάρηδες του θανάτου, της σούζας, της κόντρας, να μιλήσω μαζί τους με τη γλώσσα του θανάτου το ρίγος της Ανάστασης. Και τα μυαλά στο κάγκελο.

Ξέχνα το δάσκαλο, φίλε, που σου έμαθε τα αρχαία ελ­ληνικά του ψυγείου. Κάνε απόψυξη στη γλώσσα σου και ρούφα το μέλι από τα λόγια που θα σου πω:

Λοιπόν, «οὐδέν ἰσχυρότερον τῆς ἀπογνώσεως. Αὕτη οὐ γιγνώσκει ἡττηθῆναι ὑπό τινος. Ὅτε ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ διανοίᾳ ἑαυτοῦ κόψει τήν ἐλπίδα ἐκ τῆς ζωῆς αὐτοῦ, οὐδέν θαρσαλεώτερον. Καί οὐκ ἔστι θλίψις ἧς τινος ἡ φήμη ἐξασθενῆσαι τό φρόνημα αὐτοῦ ποιεῖ. Διότι πᾶσα θλίψις γινομένη, ὑποκάτωθεν τοῦ θανάτου ἐστί. Καί αὐ­τός ἔκυψε δέξασθαι καθ᾿ ἑαυτοῦ τόν θάνατον».

Άκουσες; Καμιά θλίψη δεν μετράει κάτω από τη σύνθλιψη στη θύρα 7, όταν συνειδητά «κύψεις δέξασθαι κατά σεαυτοῦ τόν θάνατον». «Οὐδέν θαρσαλεώτερον», φίλε, από τη συνειδητή απόγνωση. Πίσω από το μαύρο γυαλί, στον ίλιγγο της σούζας με τη μηχανή, λάμπει ο απελπισμός σου. Απελπισμός για την πτωμαΐνη της καταναλωτικής ευζωίας, αηδία και απελπισμός για τον φανατισμό και τη στράτευση των μικρονοϊκών στο σιχαμερό πια πολιτικό παιχνίδι. Απόγνωση από την ψευτιά των «προοδευτικών», τα σημαδεμένα τραπου­λόχαρτα της φτηνής ανάγκης να ζητιανεύεις ανα­γνώριση και επιτυχία. Μείνε απελπισμένος, φίλε, εκεί, στη θύρα της επαναστατημένης άρνησης. Θύρα του μνημείου και, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα δεις έκθαμβος «τόν λίθον ἀποκυλισθέντα ἀπό τῆς θύρας τοῦ μνημείου». Εσύ έξω από τη θύρα και, μέσα, ψηλαφη­τά ζωντανός, με σημάδια θανάτου στις παλάμες και στην πλευρά, Αυτός που σε έχει ερωτευθεί τρελλά, εσένα, μοναδικά και ανεπανάληπτα. Μέσα από τη θύρα εσύ, υποκάτωθεν του θανάτου, κι απ᾿ έξω η ζωο­ποιός δύναμη του Εραστή σου και η φωνή Του ρομφαία έγερσης: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!»

Να πεις τη ζωή και το θάνατο, να φτάσεις στο μεδού­λι της ύπαρξης με τις 200 λέξεις των περιθωριακών της απόγνωσης; Ναι, δεν υπάρχει άλλη γλώσσα, βοήθεια! Λέξεις παχυλές, λιπαρά νοήμα­τα σαν καταστολισμένες λαμπάδες και σοκολατένια αυγά και ξέχειλες μαγειρίτσες δεν χωράνε την Ανάστα­ση. Ποιοι μας «προάγουν», ποιοι μας οδηγούν στην Α­νάσταση; Τελώνες, πόρνες, ληστές και άσωτοι, οι πε­ριθωριακοί της απόγνωσης. «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δι­καίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν». Βγάλτε και τη μετάνοια από την κατάψυξη, φίλοι. Δεν ση­μαίνει μετάνοιωμα, σημαίνει Ανάσταση: Να αλλάξει ο νους, να καταλαβαίνει τη ζωή με τα μέτρα της ζωής, τα μέτρα του έρωτα, όχι σαν βιολογική επιβίω­ση. Ο δίκαιος καταλαβαίνει για ζωή τη νομικίστικη αρετή του, ο προοδευτικός τη φαντασιωσική του υστερία για βελτιώσεις της θνητής επιβίωσης. Κοινωνικοί στόχοι, δικαιώματα, οικονομική ανάπτυξη, κολοκύθια στο πάτερο μπροστά στο θάνατο. Μόνο ο απελπισμένος απ᾿ όλα καταλαβαίνει για ζωή τη ζωή: Να είσαι εσύ, μοναδικός και ανεπανάληπτος, αέναα ερωτευμένος με τον Νυμφίο, τον νυμφαγωγό της ζωής, που ανέλαβε θάνατο σταυρικό, από παράφορα έρωτα για κάθε απεγνωσμένον. Και ανέστη εκ νε­κρών, γιατί μετάπλασε και τον βιολογικό θάνατο σε προσωπικό έρωτα. Η δική σου αμοιβαιότητα στον ε­ρωτά του είναι επίσης ανάσταση, ζωή πέρα από χρό­νο, χώρο και φθορά. Ακούς; Υπάρχουμε όχι όσο λει­τουργούν τα βιολογικά μιας κύτταρα, αλλά όσο ατε­λείωτα διαρκεί ο ερωτάς μας. Ακούς; Δέν θά πεθά­νουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη!

Πέρα από τις 200 λέξεις της απεγνωσμένης νέκρας αρχίζει ο διάλογος της Σόνιας της πόρνης με τον Ρασκόλνικοφ, τον «προοδευτικό» φονιά στο Έγκλημα και Τιμωρία. Του διαβάζει η Σόνια στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο την ανά­σταση του Λαζάρου. Διάλογος φονιά με πόρνη και το θέμα —ποιο άλλο;— η Ανάσταση.

Συχωράτε με, φίλοι, αλλά η Ανάσταση δεν είναι για μας τους βολεμένους, με τις σίγουρες ιδεολογικές πε­ποιθήσεις, το βιβλιάριο επιταγών στην τσέπη, τις ελ­πίδες στο κόμμα και στις προοπτικές κοινωνικών με­ταλλαγών. Λογαριάζουμε για πραγ­ματικό αυτό που μας πληροφορούν οι απατηλές μας αισθήσεις και η διαλεκτική μας οξύνοια. Θλιβερές μαριονέττες των βιολογικών μας λειτουργιών, ξέρουμε για θάνατο μόνο το ευθύγραμμο καρδιογράφημα, γι᾿ αυτό και δεν υποψιαζόμαστε τίποτα για τη ζωή.

Μόνο εκεί, στις θύρες της απόγνωσης, στη θύρα του μνημείου, που χάσκει ανοιχτή όπως το στόμα του κή­τους, σε κείνη την κόψη ανθοβολεί η Ανάσταση: ο αναστημένος πατάει με το θάνατο το θάνατο —θανάτῳ θάνατον πατήσας— και βεβαιώνει πώς μοναδικό ση­μάδι της Ανάστασης, μοναδικό «σημεῖον», είναι η κά­θοδος στον Άδη, στην κοιλία του κήτους, στα βάθη της αβύσσου — μοναδικό σημείο ο Ιωνάς. Ξέρετε τον Ιωνά, φίλοι μου; Θα χαρώ πολύ να σας κάνω τις συστά­σεις: Μέγα Σάββατο πρωί, ραντεβού με τον Ιωνά στον Μέγα Εσπερινό. Έτσι: πρωί στον εσπερινό, βγάζο­ντας τη γλώσσα στη γραμμική διαδοχή του χρόνου.

Φίλοι μου, ποιος αλήθεια σας πρωτομίλησε για το Θεό; Σίγουρα σας τον περάσαμε για σιγουριά, τόσο θωρακισμένη όσο και όλες οι νεκρές έννοιες της λογικής μας. Κάτι σαν υπέρτατο μπάτσο, εγγύηση της έννομης αποχαύνω­σης, με κλομπ που κοπανάει κατακέφαλα κάθε ατίθα­ση παρεκτροπή της σάπιας ηρεμίας μας.

Όμως εσείς, παιδιά του Ιωνά, βγαλμένα μέσα από την κοιλιά του κήτους, απλώστε τα χέρια και ψηλαφίστε στη θύρα της απόγνωσης το μοναδικό έγκυρο σημάδι: Ο Θεός είναι αβεβαιότητα, ο Θεός είναι ρί­σκο, γνωρίζουμε το Θεό παλεύοντας μια σχέση, όχι κατανοώντας ένα νόημα. Πετάξτε την έννοια, κρατή­στε το όνομα — μιλάμε για επώνυμο έρωτα, όχι για φαντάσματα νοημάτων. Δεν σας λέω το Όνομα, φο­βάμαι μη σας το σερβίρω σαν ιδέα. Ελάτε να χορέψουμε, χοροπηδώντας κοπαδιαστά με τους πε­θαμένους, που είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς, τους δικούς μας εγγύτατους ζωντανούς της ζωτικής απόγνωσης, να τραγουδήσουμε το όνομα που ανέστη στη δική μας μάζωξη, στη δική μας θύρα, τη θύρα του μνημείου. Όσοι γεύτηκαν το τι θα πει «ὑποκάτωθεν τοῦ θανάτου», όλοι όσοι ζουν, γιατί συνειδητά πα­ραιτήθηκαν από τις παρηγοριές των ψευδαισθήσεων, όλοι θα είναι εκεί. Οι περιθωριακοί πρωτοπόροι, λη­στές, πόρνες, τελώνες και άσωτοι, αναστημένοι όλοι στο πανηγύρι του έρωτα για τον Αναστημένο. Όλοι οι απελπισμένοι από όλα, θα χορέψουμε την Ανάστα­ση, θα χορέψουμε την απόγνωση που ανθοβολάει ζωή μεταλλάζοντας το θάνατο σε έρωτα.

Το γλέντι θα αρχίσει αργά, όταν σκορπίσουν τα τουριστικά εκτοπλάσματα της ανέορτης εθιμοτυπίας, οι χοντρονοικοκυραίοι, που θα ᾿ρθουν εκεί μόνο σαν για απεριτίφ πριν από τη μαγειρίτσα ή οι ασταυροκόπητοι προοδευτικοί, πιο πεθαμένοι κι απ᾿ τους πεθαμένους. Να σκορπίσουν αυτοί, οι παρασιτικοί, και θα αρχίσει το γλέντι, το πανηγύρι της Ανάστασης.

Ραντεβού, φίλοι, στη δική μας θύρα, εκεί που μο­σχοβολάει ανάσταση. Μέρα όγδοη της Κυριακής, ρα­ντεβού στην Ανάσταση.