Γενικού Ενδιαφέροντος

Συγγραφέας: Williams Rowan

Ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, dr Rowan Williams, μίλησε στον Sameer Rahim της Telegraph σχετικά με τα βιβλία "Narnia" του C. S. Lewis. Το βιβλίο του Αρχιεπισκόπου "The Lion's World: a Journey to the Heart of Narnia" θα εκδοθεί τον Αύγουστο. («Ο Κόσμος του Λιονταριού-Οδοιπορικό στην καρδιά της Νάρνια», εκδόσεις ΙΩΝΑΣ, 2019).

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο, όπως δημοσιεύτηκε στην Telegraph στις 28.7.2012.

 Μπαίνω στο Lambeth Palace μέσω ενός κόκκινου μεσαιωνικού πύργου νότια του Τάμεση. Πλησιάζω τις πύλες της εσωτερικής αυλής και, μαγικά, ανοίγουν πριν προλάβω να χτυπήσω. Ήδη φαίνεται να υπάρχει κάτι εξωπραγματικό σ’ αυτό το συννεφιασμένο πρωί.

Είμαι εδώ για να μιλήσω με τον Rowan Williams, ο οποίος, στον ελεύθερο χρόνο του από αυτό που αποκαλεί «καθημερινή εργασία» ως 104ος Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, έχει γράψει ένα διεισδυτικό και πλήρως κατανοητό βιβλίο για τις παιδικές ιστορίες του C. S. Lewis, με τίτλο «Ο Κόσμος του Λιονταριού· Οδοιπορικό στην καρδιά της Νάρνια». Εντρυφώντας κάποιος στη μελέτη του Αρχιεπισκόπου αισθάνεται λίγο κι αυτός σαν ένα παιδί των Pevensie, που ακούει τον καθηγητή Kirke από το «Το Λιοντάρι, η μάγισσα και η ντουλάπα». Στα κοντινά ράφια υπάρχουν βιβλία γραμμένα σε πολλές γλώσσες -ο Williams διαβάζει 11, συμπεριλαμβανομένων των Ουαλικών, Ρωσικών, Εβραϊκών και Ελληνικών- και εικόνες του Χριστού βρίσκονται κάτω από το τζάκι.

Γεννημένος στο Σουάνσι το 1950, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της Νάρνια, ο Williams έκανε το ασυνήθιστο άλμα από μια ακαδημαϊκή καριέρα στην Ουαλική Εκκλησία, που αργότερα έγινε επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας το 2002. Ο χρόνος παραμονής του στην εξουσία χαρακτηρίστηκε από διαμάχες σχετικά με τους ομοφυλόφιλους κληρικούς και τις γυναίκες επισκόπους· αλλά για όσους δεν ενδιαφέρονται τόσο για τα εκκλησιαστικά θέματα -και που ίσως δεν είναι καν Χριστιανοί- τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Ο Williams έχει ήδη δημοσιεύσει ποιήματα και γράφει τακτικά σοβαρές κριτικές σε μυθιστοριογράφους: Έχει κάνει βιβλιοκριτική στο βιβλίο «Absence of Mind» της Μαριλίν Ρόμπινσον σ’ αυτές εδώ τις σελίδες της Telegraph, δημοσίευσε ένα βιβλίο για τον Ντοστογιέφσκι και συμμετείχε με μια απλώς δεινή πραγματεία σε μια συλλογή προς τιμήν του ποιητή Geoffrey Hill. Δεδομένου ότι του αρέσει η λογοτεχνία του όπως και η εκκλησία του (και τα δύο με κεφαλαία), θα εκπλήξει μερικούς που ο Williams στράφηκε στον C. S. Lewis – σε κάποιον του οποίου τα απολογητικά κείμενα φαίνεται να ενσωματώνουν έναν βολικό συντηρητισμό μακριά από τον διερευνητικό χριστιανισμό του.

 

«Όταν είσαι 14 ή 15 ετών, όπως ήμουν εγώ όταν διάβαζα μερικά από αυτά τα βιβλία, σκέφτεσαι: "Ουάου! Έχουμε έναν έξυπνο άνθρωπο από την πλευρά μας! Δεν είναι τέλειο;!", μου λέει ο Williams. Τώρα παραδέχεται ότι είναι «σε κάποιο βαθμό μια επιχειρηματολογία που σε βγάζει νοκ άουτ, του είδος που θα είχε προσπεράσει σχεδόν στον αυτόματο». Μας λέει ίσως κάτι για τον έφηβο Williams που η θεολογία τον αιχμαλώτισε πριν από τα μυθιστορήματα της Νάρνια, αλλά όταν διάβασε σωστά τις ιστορίες ως φοιτητής τις βρήκε εκπληκτικές -τόσο ως συναρπαστικές περιπέτειες όσο και ως θρησκευτικό ανάγνωσμα.

Όταν ήμουν παιδί, πρέπει να έχω διαβάσει ολόκληρη τη σειρά έως και μισή ντουζίνα φορές. Όταν ένας συμμαθητής μού έδειξε τους παραλληλισμούς μεταξύ του Ασλάν και του Ιησού, ένιωσα εξαπατημένος· ήταν σαν ο Lewis να κάνει κεκαλυμμένη προπαγάνδα.

«"Το λιοντάρι, η μάγισσα και η ντουλάπα" είναι ξεκάθαρα ένα βιβλίο για τη ζωή του Χριστού», λέει ο Williams με την ήρεμη φωνή του, «με τρόπο που δεν ισχύει για τους άλλους». Ρωτώ γιατί ο Williams δεν γράφει πολλά για τη περίφημη σκηνή στην οποία ο Ασλάν σκοτώνεται και ανασταίνεται θαυματουργά. «Νομίζω ότι είναι τόσο προφανής ο παραλληλισμός», λέει. «Αυτό που έχει πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι ο τρόπος που ο Lewis μεταφέρει την αίσθηση του θρησκευτικού κλίματος, της θρησκευτικής ευαισθησίας σε έναν άλλο κόσμο; Αυτό είναι το πραγματικά προκλητικό".

Γιατί να μετατρέψουμε το Αρνί-Χριστό, σε Λιοντάρι-Χριστό; Στην αυτοβιογραφία του «Surprised by Joy», ο Lewis γράφει για τον ενθουσιασμό της μεταστροφής του από τον αθεϊσμό στον Χριστιανισμό. Υπάρχει μια αίσθηση, λέει ο Williams, «ότι κάτι πολύ βίαιο και τρομακτικό συγκρατεί τους ανθρώπους» όταν στραφούν στον Θεό. «Πάντα το έχω συνδέσει στο μυαλό μου με την εικόνα του T. S. Eliot για τον τίγρη-Χριστό στο "Gerontion" -κάτι σου πηγαίνει».

Η φοβικότητα δεν είναι μια ιδιότητα που πολλοί άνθρωποι συνδέουν με την Εκκλησία της Αγγλίας - ή ειδικά με τον Williams. Οι Ευαγγελικοί εχθροί του τον κατηγορούν ότι είναι υπερβολικά άχρωμος, ιδεολογικά ουδέτερος και ανοιχτόμυαλος· ακριβώς οι ίδιες ιδιότητες οδήγησαν ορισμένους κοσμικούς διανοούμενους να τον διεκδικήσουν. (Όπως μου το έθεσε ένας άθεος: «Ξέρουμε ότι κατά βάθος δεν πιστεύει όλα όσα σχετίζονται με τον Ιησού και τον Θεό. Απλώς πιστεύει ότι είναι εξαιρετικές μεταφορές».)

Και οι δύο πλευρές ουσιαστικά διαβάζουν λάθος τον Αρχιεπίσκοπο. Σε μια πρόσφατη βιβλιοκριτική του έργου «Christian Beginnings», του βιβλικού μελετητή Géza Vermes, η οποία εντοπίζει πώς εξελίχθηκε το δόγμα της ενσάρκωσης με την πάροδο του χρόνου, γράφει με σεβασμό για ένα «όμορφο και απόλυτα τεκμηριωμένο βιβλίο». Ωστόσο, είναι ακράδαντα πεπεισμένος ότι οι οπαδοί του Ιησού τον θεωρούσαν ως Θεό πολύ πριν από την απόφαση του Συνόδου της Νίκαιας το 325· και γράφει με δέος «η θεϊκή ζωή είναι ντυμένη με ανθρώπινη σάρκα και αίμα». Είναι σίγουρος ότι ο τάφος ήταν άδειος.

Ο χώρος για αμφιβολίες στον κόσμο του Williams είναι εντός των ορίων της θρησκείας. Από όλα τα έργα του, θαυμάζει το μικρότερο βιβλίο που έγραψε ο Lewis μετά το θάνατο της αγαπημένης του συζύγου Joy, «A Grief Obsused» (Ανατομία μια οδύνης). Το αποκαλεί «συγκλονιστικό» βιβλίο, πολύ πιο θυμωμένο από τα άλλα χριστιανικά γραπτά του. Όταν είστε ευτυχισμένοι, γράφει ο Lewis, ο Θεός σας καλωσορίζει. «Αλλά πηγαίντε σ' Αυτόν όταν βρίσκεστε σε απελπιστική ανάγκη, όταν κάθε άλλη βοήθεια είναι μάταιη. Τι βρίσκετε τότε; Μια πόρτα που χτυπά με δύναμη στο πρόσωπό σας και ένας ήχος κλειδώματος και διπλοκλειδώματος στο εσωτερικό. Μετά από αυτό, σιωπή».

Είναι αξιοσημείωτο ότι παρόμοιες αγωνίες είναι παρούσες και στη Νάρνια. Στον «Ασημένιο Θρόνο», μια μάγισσα έχει φυλακίσει τον Λασπομούρμουρο μαζί με τον Ευστάθιο και την Τζιλ. Προσπαθεί να τους πείσει ότι ο κόσμος πάνω από το έδαφος είναι μόνο μια φαντασία. Τα παιδιά είναι έτοιμα να υποχωρήσουν, αλλά ο Λασπομούρμουρος αντιστέκεται: «Πάω με το μέρος του Aslan κι ας μην υπάρχει κανένας Aslan να τον διαφεντεύει». Αυτά τα λόγια φαίνονται εξαιρετικά κοντά στις θεωρίες ορισμένων σύγχρονων θεολόγων, που υποστηρίζουν ότι η αλήθεια της θρησκευτικής γλώσσας δεν είναι τόσο σημαντική όσο πόσο χρήσιμη είναι στην καθημερινή ζωή. Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στην ιδέα του Θεού ως μιας εξαιρετικής μεταφοράς.

Ο Williams δεν συμφωνεί. «Η υπέροχη δήλωση πίστης του Λασπομούρμουρου δεν λέει ότι δεν έχει σημασία αν είναι αλήθεια ή όχι. Λέει ότι δεν έχω κανένα μέσο να ξέρω αν αυτό είναι ή δεν είναι αλήθεια... Αλλά ξέρω ότι υπάρχει κάτι εδώ που δεν μπορώ να το χάσω χωρίς να χάσω τον εαυτό μου». Συγκρίνει τον Lewis με τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Ισπανό μυστικό που πέρασε μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής, αλλά διήλθε μέσω αυτής για να δει το Φως της Αλήθειας. «Ο Lewis πίστευε ότι οι περισσότεροι θεολόγοι ήταν άτολμοι φιλελεύθεροι που δεν ενδιαφερόταν αρκετά για την αλήθεια». (Διαισθάνομαι ένα ανασηκωμένο φρύδι στη φράση «άτολμοι φιλελεύθεροι»;)

Μία από τις πιο ζωντανές σκηνές της σειράς της Νάρνια έρχεται στο «Ταξιδιώτη της Αυγής» όταν ο Ευστάθιος -το κακομαθημένο παιδί των μη καπνιστών και μη γευόμενων αλκοόλ χορτοφάγων γονέων· αυτό ποτέ δεν είναι καλό σημάδι στο Lewis- μετατρέπεται σε δράκο. Προσπαθεί να ξεφλουδίσει το δέρμα του, αλλά από κάτω βρίσκει άλλη μια σειρά φολίδων. Χρειάζεται ο Άσλαν να χώσει τα νύχια του σε βάθος και να το σχίσει -ένα «αίσθημα χειρότερο από οτιδήποτε ένιωσα ποτέ», όπως λέει ο Ευστάθιος- για να ξαναγεννηθεί.

Ο Williams πιστεύει ότι όλη η σκηνή είναι εκπληκτική. «Είμαστε όλοι ανθρώπινα πλάσματα ερωτευμένοι με μύθους που έχουμε πλάσει για τον εαυτό μας -δράματα στα οποία πρωταγωνιστούμε. Και επειδή ο Lewis ήταν ο ίδιος ένας μεγάλος δραματικός χαρακτήρας, νομίζω ότι αυτό το γνώριζε όπως κι ο καθένας από μας». Η αυτοεξέταση, ωστόσο, θα σας οδηγήσει μόνο μέχρι εδώ. «Τελικά ο Ευστάθιος έπρεπε να στραφεί στον Άσλαν και να πει: "Συνέχισε, κάνε ό,τι πρέπει να γίνει", και ανακαλύπτει στρώματα που ποτέ δεν ήξερε πως έπρεπε να αφαιρεθούν».

Τα περισσότερα παιδιά, φαντάζομαι, δεν αντιλαμβάνονται την αλληγορία· όμως οι περισσότεροι απολαμβάνουν να τους γρατζουνούν την πλάτη τους, και αυτή η φυσική αίσθηση είναι αυτό στο οποίο ανταποκρίνονται. Ο ζωτικός αισθησιασμός του Άσλαν, τον οποίο ο Williams φτάνει στο σημείο να λέει ότι είναι «στα όρια του ερωτικού», εμφανίζεται επίσης στο πέρασμα στο «Λιοντάρι, η μάγισσα και η ντουλάπα», όταν η Λούσυ και Σούζαν κυλιούνται στο γρασίδι με τη μεγάλη γάτα. «Ο Lewis σε όλα του τα γραπτά έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση φυσικών απολαύσεων», μου λέει ο Williams. «Όλα τα είδη φυσικών απολαύσεων, όπως η απόλαυση μιας μπύρας στην παμπ, την οποία όπως είναι πασίγνωστο τιμά σε πολλές περιπτώσεις».

Τα βιβλία της Νάρνια γράφτηκαν σε μια πολύ διαφορετική εποχή από τη δική μας και τώρα δέχονται επίθεση επειδή είναι μισογυνιστικά (θυμηθείτε εκείνη τη περιβόητη στιγμή που η Σούζαν αποκλείεται από τη Νάρνια λόγω της αγάπης της για τα «νάιλον, τα κραγιόν και τις προσκλήσεις») ακόμη και ρατσιστικά. Οι μελαψοί εχθροί του Άσλαν, οι Καλορμίνιοι μιλούν σαν παρωδίες χαρακτήρων των Αραβικών Χιλίων και μία Νυχτών και λατρεύουν τον Τας -μια παράξενη σύνθεση ενός Βαβυλωνιακού διαβόλου και ενός ινδουιστικού θεού. Ο Lewis έγραψε στις επιστολές του ότι στο «Το άλογο και το αγόρι του» περιέγραψε «το κάλεσμα και τη μεταστροφή των ειδωλολατρών». Μερικοί έχουν ακόμη επισημάνει ότι η Λευκή Μάγισσα δελεάζει τον Έντμουντ με Τουρκικά λουκούμια.

Ο Williams δεν αρνείται τίποτα απ’ όλα αυτά. Τονίζει, ωστόσο, ότι ο Λιούις ήταν πιο ευέλικτος στη στάση του απέναντι σε άλλες θρησκείες από ό,τι θα περίμενε κανείς. Στην «Τελευταία Μάχη» συναντάμε έναν Καλορμίνιο στρατιώτη που ονομάζεται Έμεθ. Σε όλη του τη ζωή έχει υπηρετήσει το διαβολικό Τας και όταν συναντάει τον Άσλαν περιμένετε ότι μάλλον θα καταλήξει στην κόλαση. Αντ’ αυτού ο Άσλαν του λέει: «Δε θα αναζητούσες τον Τας τόσον καιρό και με τόση πίστη αν η επιθυμία σου δεν ήταν να βρεις εμένα. Γιατί όλοι βρίσκουν αυτό που αναζητούν αληθινά» (μια σχεδόν άμεση αναφορά από τον Άγιο Αυγουστίνο) και να τον φέρνει στον Παράδεισο. «Εδώ είναι κάποιος με το απόλυτο θάρρος, πάθος και γενναιοδωρία», λέει ο Williams, «που τα δίνει όλα σ’ έναν λανθασμένο στόχο. Αλλά ο ουράνιος ταχυδρόμος γνωρίζει καλύτερα και τον παραδίδει στη σωστή διεύθυνση».

Προτού δημιουργήσω στον Williams προβλήματα (σκεφτείτε πρωτοσέλιδο: Ο Αρχιεπίσκοπος λέει ότι οι ειδωλολάτρες πηγαίνουν στον παράδεισο), δεν νομίζω ότι πιστεύει πως άλλες θρησκείες είναι ισάξιες με τον Χριστιανισμό. Αλλά αν, όπως μου λέει, «η Χάρη είναι παντού», είναι πιθανό να εμφανιστεί σε απρόσμενα μέρη. Εδώ δεν μιλάμε μόνο για τη θρησκεία. Τι γίνεται με τους ανθρώπους που υπηρετούν καταπιεστικές κυβερνήσεις ή εργάζονται σε επαγγέλματα που απαιτούν ηθικούς συμβιβασμούς; Μπορούν να κατέχουν οποιαδήποτε θέση εξουσίας και να μη τους αγγίζει τίποτα;

Αυτά είναι βασικά ερωτήματα που πρέπει να αναρωτηθεί ο επικεφαλής της επίσημης Εκκλησίας της Αγγλίας. Οι παρεμβάσεις του σε τρέχουσες αντιπαραθέσεις -λέγοντας ότι πτυχές της ισλαμικής σαρία αναπόφευκτα θα ενσωματωθούν στο Βρετανικό Δίκαιο, ή περιγράφοντας το πολιτικό κίνημα της «Big Society» ως «φιλόδοξη βάφλα»- δείχνουν ότι δεν φοβάται να ενοχλήσει το κυρίαρχο ρεύμα της κοινωνίας. Αλλά αναρωτιέμαι αν οι δηλώσεις του για τα τρέχοντα ζητήματα της επικαιρότητας έχουν πνίξει το πνευματικό του μήνυμα. Ο ρόλος του μπορεί να είναι εν μέρει πολιτικός, αλλά είναι πιο προκλητικός όταν αντιμετωπίζει τα σοβαρά ζητήματα της ζωής.

Αποχωρεί από τη θέση του ως Αρχιεπίσκοπος στα τέλη του τρέχοντος έτους για να γίνει Master του Magdalene College στο Cambridge -το παλιό κολέγιο του C. S. Lewis. Αναμφίβολα θα επιστρέψει στα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα, αλλά θα ήταν κρίμα αν επιστρέψει στην παλιά του τάξη του να μιλά δηλαδή μόνο σε άλλους θεολόγους. Στον «Κόσμο του Λιονταριού» το, μερικές φορές στιβαρό, πεζογραφικό του στυλ χαλαρώνει σε μια εμπνευσμένη σαφήνεια. Οι ιδέες του παραμένουν μαζί σας πολύ καιρό μετά το τέλος ανάγνωσης του βιβλίου, και τα λόγια του χωρισμού για τον Lewis θα μπορούσαν να ισχύσουν εξίσου και γι’ αυτόν. Μεγάλοι συγγραφείς, μου λέει, σε προκαλούν να κοιτάς πέρα ​​από τον εαυτό σου. Μοιάζει να λένε: «Το αναγνωρίζεις αυτό; Κάτι σου θυμίζει; Κάτι πλησιάζει διαρκώς προς το μέρος σου απειλητικά! Ω!, μπήγει τα νύχια του μέσα σου».