Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Άρθρα γενικού ενδιαφέροντος

Η χριστιανική πίστη δεν αρκέστηκε να επιβιώνει αλλά διαρκώς αναζωογοννείται μέσα στους κόλπους αυτού του Δυτικού κόσμου, με τις τόσες του αλλαγές και τις διαρκείς ανατροπές κι επαναστάσεις του. Διότι είναι γνωστό πως η Ευρώπη, πιστή στη ρωμαϊκή παράδοση, δεν έπαψε ποτέ να επαναστατεί, να γκρεμίζεται και να ξαναχτίζεται, ανανεώνοντας διαρκώς την πίστη της στη δημοκρατική πολιτεία. Και κάθε φορά, «τον λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες», στο τέλος «ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας». Κάποια λιθάρια από το Στόουνζεντζ στέκονται ακόμα στη θέση τους και κάποια έχουν πέσει κι έχουν μείνει καταγής. Δεν υπήρξε ποτέ δρυϊδική αναγέννηση, πόσο μάλλον ανά δυο με τρεις αιώνες, ούτε το Στόουνχεντζ ανοικοδομήθηκε ξανά και ξανά∙ και δεν είδαμε ποτέ ένα ρωμανικό μενίρ να αντικαθίσταται από ένα γοτθικό μενίρ, ούτε ένα γοτθικό ντολμέν να δίνει τη θέση του σ’ ένα ντολμέν στυλ ροκοκό.  Μ’ αυτή την έννοια, οι ιεροί τόποι των Δρυΐδων γλύτωσαν για πάντα από τους βανδαλισμούς των «αναπαλαιώσεων».

Χριστός

Ο αιώνιος άνθρωπος

(Προδημοσίευση από την επικείμενη έκδοση του βιβλίου)

 

Κεφάλαιο 14

 

Οι πέντε θάνατοι της πίστης

 

          Δεν είναι στους στόχους αυτού του βιβλίου να παρουσιάσει την ιστορία του Χριστιανισμού και κυρίως τη γεμάτη διαμάχες ιστορία των τελευταίων αιώνων, για την οποία ελπίζω να γράψω πληρέστερα αλλού. Αυτό που εδώ με ενδιαφέρει, είναι να δείξω ότι η ανάδυση του Χριστιανισμού στους κόλπους του παγανιστικού κόσμου, είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός μοναδικού πράγματος, ακόμα-ακόμα ενός θαύματος. Δεν έμοιαζε με τίποτα γνωστό και όσο περισσότερο το μελετάει κανείς, τόσο περισσότερο το αντιλαμβάνεται αυτό. Υπάρχει ωστόσο μια ορισμένη όψη, που χαρακτηρίζει το Χριστιανισμό και μόνον αυτόν από τα πρώτα εκείνα βήματά του ίσαμε σήμερα, με την οποία θα ήθελα να κλείσω αυτό το βιβλίο.

Έχω πει, ότι η Ασία και ο αρχαίος κόσμος έμοιαζαν τόσο γερασμένοι, σαν να τους είχε ξεχάσει ο θάνατος. Ο Χριστιανισμός ήταν το τελείως αντίθετο. Ήταν μια σειρά από επαναστάσεις και ανατροπές, στη διάρκεια των οποίων είχε στ’ αλήθεια πεθάνει. Πραγματικά, η Χριστιανοσύνη πέθανε και ξαναγεννήθηκε κάμποσες φορές −γιατί ο Θεός της ήξερε το δρόμο της ανάστασης. Όμως το πρώτο εκπληκτικό πράγμα σε όλη του την ιστορία είναι το εξής: ότι στην Ευρώπη ήρθαν τα πάνω κάτω πάμπολλες φορές κι ότι στο τέλος καθεμιάς από αυτές τις ανατροπές η χριστιανική θρησκεία έβγαινε ξανά άθικτη στην επιφάνεια! Η πίστη κέρδιζε πάντα το στοίχημα του καιρού της, όχι σαν μια παλιά θρησκεία αλλά σαν μια νέα θρησκεία. Αυτή την αλήθεια λίγοι την έχουν αντιληφθεί και ο λόγος είναι ότι την κρύβει μια ορισμένη προκατάληψη. Κατά παράξενο τρόπο, είναι μια από αυτές τις εξαιρετικά διαδεδομένες προκαταλήψεις που διαφέυγουν από την αντίληψη εκείνων που έχουν κάνει έργο ζωής τους το να καταγγέλλουν τις προκαταλήψεις. Επαναλαμβάνουν λοιπόν ακατάπαυστα, ότι οι ιερείς και οι τελετουργίες δεν είναι θρησκεία και πως η θρησκευτική οργάνωση δεν είναι παρά μια οφθαλμαπάτη. Το θέμα είναι, ότι δεν καταλαβαίνουν πόσο πολύ αληθινό είναι αυτό! Είναι τόσο αληθινό, ώστε τρεις με τέσσερεις φορές τουλάχιστον στην ιστορία του ο Χριστιανισμός έμοιαζε να πνέει τα λοίσθια και όλος ο κόσμος πίστευει πως ερχόταν το τέλος του. Το γεγονός αυτό συγκαλύφθηκε απλώς, κατά το Μεσαίωνα και άλλες εποχές, από την επίσημη θρησκεία, την οποία οι εν λόγω κριτικοί καυχώνται ότι ξεμασκαρεύουν. Η αλήθεια είναι ότι ο Χριστιανισμός παρέμεινε η επίσημη θρησκεία ενός πρίγκηπα της Αναγέννησης ή ενός επισκόπου του 18ου αιώνα, όπως ακριβώς η αρχαία μυθολογία είχε παραμείνει η επίσημη θρησκεία του Ιουλίου Καίσαρα ή ο Αρειανισμός παρέμεινε για κάμποσο διάστημα η επίσημη θρησκεία του Ιουλιανού. Μόνο που ανάμεσα στον Ιούλιο και τον Ιουλιανό υπήρχε αβυσσαλέο χάσμα, γιατί απλούστατα στο μεταξύ έκανε την εμφάνισή της η Εκκλησία. Δεν υπήρχε κανένας λόγος άνθρωποι σαν τον Ιούλιο Καίσαρα να μη λατρεύουν δημόσια ένα θεό όπως ο Δίας και να τον ειρωνεύονται κατ’ ιδίαν. Τη στιγμή όμως που ο Ιουλιανός θεώρησε νεκρή τη χριστιανική θρησκεία, την ίδια εκείνη στιγμή αυτή επέστρεψε στη ζωή. Η περίπτωση του Ιουλιανού και το επεισόδιο του Αρειανισμού δεν είναι παρά το πρώτο από μια σειρά ανάλογων παραδειγμάτων, που με πολλή συντομία θα αναφέρουμε εδώ.

Όπως είδαμε, ο Αρειανισμός ήταν ένα πολύ τακτοποιημένο βήμα μέσα από το οποίο θεωρούνταν αναμενόμενη η εξάλειψη της δυσειδαιμονίας του Κωνσταντίνου. Η πίστη διένυσε τότε όλα τα συνηθισμένα στάδια: έγινε αξιοσέβαστη, στη συνέχεια πιο τακτοποιημένα τελετουργική κι έπειτα μετασχηματίστηκε σε κάτι το λογικοφανές, με τους ρασιοναλιστές να περιμένουν στη γωνία το θάνατό της, περίπου όπως σήμερα. Το ότι ο Χριστιανισμός ξαναγεννήθηκε ξαφνικά σαρώνοντάς τους, ήταν κάτι τόσο απρόσμενο όσο η ανάσταση του Χριστού. Και υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα του ίδιου πράγματος. Η ξαφνική εισβολή ιεραποστόλων από την Ιρλανδία, λόγου χάρη, έμοιαζε με μια απρόσμενη επίθεση των νέων εναντίον του παλιού κόσμου και μάλιστα καταπάνω σε μια Εκκλησία, που είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια γήρανσης. Μερικοί από αυτούς μαρτύρησαν στις ακτές της Κορνουάλης και ο υπ’ αριθμόν ένα ειδήμων στην ιστορία της περιοχής μού είπε, ότι ήταν σίγουρος πως δεν οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από παγανιστές αλλά (όπως το εξέφρασε με αρκετή δόση χιούμορ) «από μάλλον ξεθυμασμένους Χριστιανούς».

Αν τώρα πάμε βαθύτερα, νομίζω ότι θα βρούμε πάμπολλες περιστάσεις κατά τις οποίες ο Χριστιανισμός κινδύνευσε εκ των έσω από τον σκεπτικισμό και την χλιαρότητα, έτσι που να μένει μόνο το εξωτερικό του περίβλημα όπως ακριβώς είχε συμβεί με τον παγανισμό, που για πολύ μεγάλο διάστημα πριν σβήσει εντελώς, είχε χάσει το περιεχόμενό του και δεν του είχε απομείνει παρά η επιφάνεια. Η διαφορά όμως ήταν ότι, ενώ στις παρόμοιες περιστάσεις ο παγανισμός προοδευτικά μαράζωνε, στον Χριστιανισμό βλέπουμε μια ξεπηδάει μια νέα γενιά ένθερμων πιστών στη θέση των χλιαρών πατεράδων τους. Αυτό είναι ολοφάνερο για παράδειγμα όταν η Αντιμεταρρύθμιση διαδέχτηκε την Αναγέννηση. Το βλέπει κανείς ξεκάθαρα και κατά τη μετάβαση από τον 18ο αιώνα στη σημερινή αναζωογόννηση της πίστης. Και είμαι σίγουρος ότι μπορεί κανείς να εντοπίσει πλήθος άλλων παραδειγμάτων, εάν το ερευνήσει.

Η χριστιανική πίστη δεν περιορίζεται να επιβιώνει. Δεν είναι όπως θα λέγαμε για τους Δρυίδες, αν κατάφερναν να επιβιώσουν κάπου τα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια. Διότι αυτό συμβαίνει στην Ασία και αυτό συνέβη στην αρχαία Ευρώπη, όπου οι μυθολογίες και οι φιλοσοφίες περπατούσαν η μια δίπλα στην άλλη χωρίς ποτέ να συναντώνται και να συμφιλιώνονται. Η χριστιανική πίστη δεν αρκέστηκε να επιβιώνει αλλά διαρκώς αναζωογοννείται μέσα στους κόλπους αυτού του Δυτικού κόσμου, με τις τόσες του αλλαγές και τις διαρκείς ανατροπές κι επαναστάσεις του. Διότι είναι γνωστό πως η Ευρώπη, πιστή στη ρωμαϊκή παράδοση, δεν έπαψε ποτέ να επαναστατεί, να γκρεμίζεται και να ξαναχτίζεται, ανανεώνοντας διαρκώς την πίστη της στη δημοκρατική πολιτεία. Και κάθε φορά, «τον λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες», στο τέλος «ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας». Κάποια λιθάρια από το Στόουνζεντζ στέκονται ακόμα στη θέση τους και κάποια έχουν πέσει κι έχουν μείνει καταγής. Δεν υπήρξε ποτέ δρυϊδική αναγέννηση, πόσο μάλλον ανά δυο με τρεις αιώνες, ούτε το Στόουνχεντζ ανοικοδομήθηκε ξανά και ξανά∙ και δεν είδαμε ποτέ ένα ρωμανικό μενίρ να αντικαθίσταται από ένα γοτθικό μενίρ, ούτε ένα γοτθικό ντολμέν να δίνει τη θέση του σ’ ένα ντολμέν στυλ ροκοκό.  Μ’ αυτή την έννοια, οι ιεροί τόποι των Δρυΐδων γλύτωσαν για πάντα από τους βανδαλισμούς των «αναπαλαιώσεων».

Όμως η Εκκλησία στη Δύση δεν βρισκόταν μέσα σ’ ένα κόσμο όπου τα πάντα είχαν τόσο πολύ γεράσει ώστε να τα ξέχασε ο θάνατος, αλλά μέσα σ’ ένα κόσμο που ήταν πάρα πολύ νέος για να πεθάνει. Έτσι, μπορεί συχνά να φάνηκε ότι πέθανε, ή ακόμα κι ότι έσβησε από μόνη της, αλλά αυτό το είδε μόνο μια επιπόλαιη κι επιφανειακή ματιά. Έπεται λοιπόν ένα γεγονός, το οποίο βρίσκω αρκετά δύσκολο να περιγράψω, αλλά που το θεωρώ πολύ πραγματικό και εξαιρετικά σημαντικό. Όπως το φάντασμα δεν είναι παρά ένας ίσκιος ενός ανθρώπου −και με αυτή την έννοια ένας ίσκιος της ζωής−, έτσι κι ένας ίσκιος θανάτου πλανιόταν πάντοτε ανά διαστήματα πάνω από την αθάνατη ζωή της Εκκλησίας. Κι αυτός ο ίσκιος ερχόταν πάντοτε τη στιγμή που η πίστη χρειαζόταν να αναζωογοννηθεί, την ώρα που έπρεπε να σβήσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που την έσβηναν. Διαινδυνεύοντας μια εικόνα, θα έλεγα πως έμοιαζε με το φίδι που πετάει το παλιό του δέρμα για να συνεχίζει ανανεωμένο το δρόμο του στη ζωή∙ ή με τη γάτα, που την πιάνουν ξάφνου οι σπασμοί αλλά δεν χάνει παρά μόνο μια από τις εννιακόσιες ενανήντα εννιά ζωές της. Ή μάλλον καλύτερα, ήταν σαν να χτυπάει η καμπάνα του θανάτου και να μην πεθαίνει κανείς, ή σαν ν’ ακούγεται το πρόσταγμα για μια εκτέλεση που αναστέλλεται ξανά και ξανά, ίσαμε την αιωνιότητα.

Τι ήταν εκείνη η υπόκωφη μα γενικευμένη ανησυχία του 12ου αιώνα, για τον οποίον έχει εύστοχα ειπωθεί πως ήταν σαν να επέστρεψε ο Ιουλιανός από τον τάφο του; Γιατί έκανε τόσο νωρίς, στο λυκόφως των Σκοτεινών Αιώνων, την εμφάνισή του ένα τόσο βαθύς σκεπτικισμός όπως αυτός που σημάδεψε την πάλη του Νομιναλισμού κατά του Ρεαλισμού; Γιατί η μάχη του ρεαλισμού κατά του Νομιναλισμού ήταν στην πραγματικότητα ένας πόλεμος του Ρεαλισμού εναντίον του Ρασιοναλισμού, ή ίσως εναντίον μιας ακόμα πιο καταστροφικής φιλοσοφίας; Η απάντηση είναι ότι, όπως παλιότεροι ορισμένοι θεωρούσαν την Εκκλησία ως ένα μέρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που πέθαινε, έτσι και τότε ορισμένοι πίστευαν πως η Εκκλησία δεν ήταν παρά ένα κομμάτι του Σκοτεινών Αιώνων που έφταναν στο τέλος τους. Πλανιόταν λοιπόν η αίσθηση, πως η Εκκλησία θα έσβηνε κι αυτή μαζί τους. Ήταν μια από τις τόσες φορές που η σκιά του θανάτου έμοιαζε να την σκεπάζει. Αν επικρατούσε ο Νομιναλισμός, θα ήταν σαν να είχε τελικά νικήσει ο Αρειανισμός, δηλαδή μια ομολογία ότι ο Χριστιανισμός είχε ηττηθεί. Διότι ο Νομιναλισμός ήταν ένας πολύ ριζικότερος σκεπτικισμός από τον απλό αθεϊσμό. Αυτό ήταν το ζήτημα, η ερώτηση που τέθηκε ανοικτά τότε, όταν έσβηνε ο Μεσαίωνας και ανέτελαν οι λεγόμενοι Νέοι Χρόνοι. Ποια ήταν όμως η απάντηση; Η απάντηση ήταν ο Ακινάτης, που σαν ένας νέος Αριστοτέλης συγκέντρωσε σε μεγάλα Κολλέγια, σε Ακαδημίες θα λάγεμα, όλη τη γνώση κι εκατοντάδες χιλιάδες σπουδαστές, ακόμα και ρακένδυτους ακτήμονες αγρότες και σκληροτάχηλους δουλοπάροικους, για να μυηθούν στη σχολαστική φιλοσοφία.

Τι σήμαινε άραγε εκείνο το ρίγος τρόμου που διέτρεξε ολόκληρη τη Δύση καθώς την πλησίαζε το Ισλάμ, και που αποτυπώθηκε σε τόσα ηρωϊκά αφηγήματα και επικά τραγούδια για τις συγκλονιστικές επιθέσεις των Σαρακηνών στις ακτές της Νορβηγίας ή στις Εβρίδες νήσους; Για ποιο λόγο άνδρες στα πέρατα της Δύσης, όπως ο βασιλιάς Ιωάννης αν θυμάμαι καλά, κατηγορήθηκαν τότε πως είχαν ασπαστεί κρυφά το Μωαμεθανισμό όπως σε άλλες στιγμές κάποιοι κατηγορήθηκαν πως είχαν γίνει άθεοι; Γιατί ορισμένοι διδάσκαλοι ανησυχούσαν τόσο πολύ για την ορθολογιστική ανάγνωση του Αριστοτέλη από τους Άραβες; Είναι πολύ σπάνιο οι δάσκαλοι να δείξουν τέτοια ανησυχία, εκτός κι αν είναι ήδη πολύ αργά. Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι, ότι εκατοντάδες άνθρωποι είχαν αρχίσει να πιστεύουν βαθιά μες την καρδιά τους ότι το Ισλάμ θα επικρατούσε του Χριστιανισμού∙ ότι ο Αβερρόης είναι ανώτερος του Άνσελμου∙ ότι ο πολιτισμός των Σαρακηνών ήταν στ’ αλήθεια αυτό που φαινόταν με μια βιαστική ματιά, δηλαδή ανώτερος του Δυτικού. Εδώ λοιπόν συναντάμε και πάλι μια ολόκληρη γενιά Χριστιανών, την παλιότερη γενιά, να έχει βυθιστεί στις αμφιβολίες και να έχει χάσει το θάρρος και την όρεξή της για ζωή. Ο ερχομός του Ισλάμ ήταν σαν τον ερχομό του Ουνιταρισμού αλλά χίλια χρόνια νωρίτερα. Σε πάρα πολύ κόσμο φαίνεται πως μια τέτοια εξέλιξη έμοιαζε πολύ λογική και αναμενόμενη. Πόσο μεγάλη θα πρέπει να ήταν λοιπόν η έκπληξή τους με ό,τι ακολούθησε! Γιατί αυτό που ακολούθησε, ήταν η βοή εκατοντάδων και μυριάδων νέων, που ρίχτηκαν με ορμή στην αντεπίθεση σπεύδοντας να πυκνώσουν τις τάξεις των Σταυροφόρων. Ήταν οι γυιοί του Φραγκίσκου της Ασίζης, οι στρατιώτες του Θεού, που γέμισαν με τους παιάνες τους τις στράτες όλης της γης. Ήταν το ξύπνημα του κόσμου. Με τον πόλεμο των Αλβιγηνών «Καθαρών», στην καρδιά της Ευρώπης άνοιξε ένα ρήγμα μέσα από το οποίο ξεπήδησε μια φιλοσοφία που κόντεψε να βάλει τέλος για πάντα στο Χριστιανισμό. Ήταν στ’ αλήθεια μια νέα φιλοσοφία, η φιλοσοφία του Πεσσιμισμού, κι όμως την ίδια στιγμη ήταν και μια πολύ παλιά φιλοσοφία, τόσο παλιά όσο η Ασία από την οποία κρατούσαν οι ρίζες της. Ήταν μια επιστροφή του Γνωστικισμού. Αλλά πώς συνέβη και ξαναεμφανίστηκαν οι Γνωστικοί; Συνέβη επειδή ήταν το τέλος μια εποχής. Όταν πρωτοεμφανίστηκαν, ήταν το τέλος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τώρα, η επανεμφάνισή τους έπρεπε να σημάνει το τέλος της Εκκλησίας. Ήταν σαν να είχε έλθει ο Σοπενχάουερ από το μέλλον και σαν ο Μάνης να είχε αναστηθεί ώστε οι άνθρωποι να έχουν θάνατο, και θάνατον περισσόν.

Όλα αυτά είναι πολύ πιο ξεκάθαρα σε αυτό που συνέβη με την Αναγέννηση −ξεκάθαρα όχι για άλλο λόγο παρά επειδή ήταν μια εποχή κοντινή με τη δική μας κι οι γνώσεις μας πάνω σε αυτήν αφθονούν. Όμως αυτό που συνέβη τότε έχει να μας διδάξει κάμποσα πράγματα, που δεν είναι γνωστά στον πολύ κόσμο. Αφήνοντας εδώ καταμέρος τις θεολογικές διαμάχες εκείνης της περιόδυο, πρέπει να επισημάνω πως ήταν μια εποχή πολύ πιο χαοτική απ’ όσο δείχνουν εκείνες οι διαμάχες. Είναι γνωστό πως οι Προτεστάντες αποκάλεσαν τον Χιού Λάτιμερ μάρτυρα του Προτεσταντισμού και πως οι Καθολικοί απάντησαν προβάλλοντας τον Έντμουντ Κάμπιον ως μάρτυρα του Καθολικισμού[1]. Όμως και οι μεν και οι δε ξεχνούν, ότι πολλά από τα θύματα των διωγμών εκείνης της εποχής ήταν στην πραγματικότητα μάρτυρες του Αθεϊσμού, της Αναρχίας ή ακόμα και του Σατανισμού. Εκείνα τα τόσο ταραγμένα χρόνια, που μοιάζουν κάμποσο με τα δικά μας, τον κόσμο όργωναν άνθρωποι που κήρυσσαν την ανυπαρξία του Θεού, που έλεγαν πως ο άνθρωπος είναι θεός, δεινοί ρήτορες που καθήλωναν το ακροατήριό τους με σοφιστείες. Αν ήμασταν παρόντες στις συζητήσεις των λόγιων κατά την εποχή που διαδέχτηκε την Αναγέννηση, θα μέναμε το δίχως άλλο εμβρόντητοι από τη μανία τους εναντίον του Θεού, πιστός εκπρόσωπος της οποίας παραμένουν τα λόγια που αποδίδονται στον Μάρλοου.[2] Η περίοδος που σήμανε στην Ευρώπη τη μετάβαση από την προ-αναγεννησιακή στη μετά-αναγεννησιακή εποχή ήταν σαν το πέρασμα πάνω από μια άβυσσο γεμάτη ιλιγγιώδη ερωτηματικά. Παρολαυτά, η απάντηση παρέμεινε η ίδια. Όπως ο Χριστός περπάτησε πάνω στο νερό, έτσι και ο Χριστιανισμός περπάτησε τότε πάνω από το κενό.

Όλα αυτά τα παραδείγματα, που σχετίζονται με πολύ παλιότερες εποχές, θα άξιζε να μελετηθούν λεπτομερέστερα. Τα πράγματα είναι πιο ευδιάκριτα στην περίπτωση της Αναγέννησης, ο παγανισμός της οποίας φάνηκε να υπερισχύει πλήρως του Χριστιανισμού μέχρι την στιγμή που εκείνος αναγεννήθηκε. Υπάρχει όμως ένα κάπως πιο πρόσφατο παράδειγμα, όπου ο θάνατος και η αναγέννηση του Χριστιανισμού διακρίνονται πολύ πιο καθαρά. Είναι η εποχή της μεγάλης παρακμής της θρησκείας, που συνέβη στα χρόνια του Βολταίρου −εποχή που μας αφορά άμεσα γιατί μοιάζει πάρα πολύ με τη δική μας. Για τα διακόσια χρόνια που πέρασαν από τότε, έχουμε μια πολύ πιο ανάγλυφη εικόνα από εκείνη που αφορά στο ίδιο ζήτημα κατά τον 4ο και τον 5ο, ή κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με γεγονότα που αντηχούν ευθεως στον καιρό μας. Γιατί ξέρουμε ότι μια κοινωνία μπορεί να έχει χάσει εντελώς την πίστη της πολύ καιρό πριν καταργήσει επίσημα τη θρησκεία της. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι μπορεί να έχουν γίνει αγνωστικιστές πάρα πολύ καιρό πριν καταργήσουν τους ιερείς και τους επισκόπους τους. Και ξέρουμε πως εκείνη η τόσο κοντική σ’ εμάς παρακμή της πίστης, που πολύς κόσμος την θεώρησε οριστική, κατέληξε σε μια απίστευτη, αλλά γνωστή από το παρελθόν, ανατροπή καθώς η πίστη που είχε εγκαταλείψει τους παλιότερους, φούντωσε και πάλι μέσα στις καρδιές των νεότερων. Η νέα γενιά χτυπάει την πόρτα, έλεγε ο Ίψεν, χωρίς ωστόσο να διανοείται ότι οι νέοι χτυπούν ξανά την πόρτα της Εκκλησίας.

Πέντε τουλάχιστον φορές, λοιπόν −με τον Αρειανισμό, με τους Αλβιγηνούς, με τον σκεπτικιστικό Ανθρωπισμό, μετά τον Βολταίρο και μετά τον Δαρβίνο−, η χριστιανική πίστη έμοιαζε να είχε παραδώσει το πνεύμα. Και τις πέντε αυτές φορές όμως, στο τέλος ήταν εκείνη που κήδευσε τους επίδοξους νικητές της. Πόσο τρομερή ήταν η πτώση της και πόσο παράξενη η ανάρθωσή της, μπορούμε να το δούμε λεπτομερέστερα στην πλησιέστερη στα χρόνια μας περίπτωση.

Ένα σωρό πράγματα έχουν ειπωθεί για το Κίνημα της Οξφόρδης και για την παράλληλη αναβίωση του Ρωμαιοκαθολικισμού στη Γαλλία[3]. Παρολαυτά, κανείς δεν επισήμανε το σημαντικότερο από όλα: το γεγονός ότι κανείς δεν το περίμενε να συμβεί. Ήταν μια έκπληξη και συνάμα ένα αίνιγμα καθώς τα μάτια πάρα πολύ κόσμου ήταν σαν το ποτάμι να ξαναγύρισε πίσω. Όποιος έχει διαβάσει βιβλία του 18ου και του 19ου αιώνα, γνωρίζει πολύ καλά ότι εκείνη την εποχή σχεδόν οι πάντες έβλεπαν τη θρησκεία σαν ένα ποτάμι, που πλάταινε ολοένα και περισσότερο καθώς κυλούσε και που τελικά κατέληγε, και έληγε, σε μια αχανή θάλασσα. Ορισμένοι πίστευαν πως θα τσακιζόταν στους γκρεμούς ενός καταρράκτη ενώ άλλοι, οι περισσότεροι, θεωρούσαν ότι στο τέλος θα πλάταινε τόσο, που θα έχανε ολότελα την ορμή της. Δεν υπήρχε όμως κανένας που να περίμενε ότι η πορεία της θα αναστρεφόταν. Κοντολογίς, η μεγάλη μετριοπαθής μάζα πίστευε πως η θρησκεία θα έχανε σιγά-σιγά την ικμάδα της, ενώ κάποια φλογερά πνεύματα πίστευαν πως αυτό θα γινόταν πάρα πολύ γρήγορα και ότι θα οδηγούσε στο σβήσιμο της πίστης. Όλος εκείνος ο κόσμος του εμπορικού και ρασιοναλιστικού φιλελευθερισμού ήταν απολύτως σίγουρος για το πού πήγαιναν και πού θα κατέληγαν τα πράγματα. Και σε αυτο συμφωνούσαν οι πάντες, έστω κι αν διαφωνούσαν ως προς το πόσο ταχεία θα ήταν η εξέλιξη. Πολλοί έβλεπαν με φόβο, και κάμποσοι με συμπάθεια, μια νέα γιακωβίνικη επανάσταση που θα οδηγούσε τον επίσκοπο του Καντέρμπουρι στη λαιμητόμο, ή μια νέα χαρτιστική εξέγερση που θα κρεμούσε τους ιερείς από τα φανάρια των δρόμων. Πώς να μη νιώσουν λοιπόν σαν ένα θαύμα το γεγονός ότι τελικά ο επίσκοπος, όχι μόνο δεν έχασε το κεφάλι του αλλά φόρεσε την αρχιερατική μίτρα, κι ότι ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του ο σεβασμός του κόσμου για τους ιερείς και τους ταπεινούς εφημέριους; Πραγματικά, αυτή η ανατροπή άφησε και πάλι άναυδους όλους όσους προφήτευαν το τέλος του Χριστιανισμού.

Πράγματι, ενώ το μόνο που συζητούσαν και στο μόνο που διαφωνούσαν ήταν το πόσο γρήγορα θα συνέβαινε αυτό, ξαφνικά συνειδητοποίησαν πως μια ακαθόριστη αλλά πανίσχυρη δύναμη πήρε ν’ ανεβαίνει κόντρα στο ρεύμα το ποτάμι. Κι αυτό ήταν, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ανησυχητικό για ένα πολύ ουσιαστικό λόγο. Με το ρεύμα παρασέρνεται και κυλάει ο,τιδήποτε δεν έχει μέσα του ζωή∙ και μόνο κάτι ζωντανό μπορεί να κολυμπήσει ενάντια στο ρεύμα. Ένα χάρτινο καραβάκι θα χορέψει χαριτωμένα πάνω στα νερά παρασυρμένο από τη δίνη ενός χειμάρρου. Να πλεύσει ενάντια στους ανέμους; Αυτό κι αν είναι θαύμα! Το φαρδύ ποτάμι της προόδου πήρε μαζί του εκατοντάδες δημαγωγούς και σοφιστές, που ωρύονταν και χειρονομούσαν προς τα πλήθη πηγαίνοντας, σαν τους νεκρούς, μαζί με το ρεύμα των καιρών. Πήρε μαζί του κι αναρίθμητους φιλόσοδους, που έμοιαζαν μ’ εκείνα τα χάρτινα καραβάκια που με μια κίνηση μετατρέπονται σε καπέλο χωροφύλακα. Και δεν υπήρχε καμιά ένδειξη, ότι τα ζωντανά ή και ζωοποιά στοιχεία που συμπαρέσερνε εξίσου, ήταν ακόμα ζωντανά, αφού κι αυτά αρκούνταν να πηγαίνουν με το ρεύμα. Όμως εκείνη η άλλη δύναμη, η μυστηριώδης και τεράστια, ήταν απεναντίας χωρίς καμιά αμφιβολία ζωντανή, όσο ανεξήγητο κι αν ήταν αυτό, γιατί αυτή, και μόνον αυτή, κολυμπούσε προς τις πηγές, ενάντια στο ρεύμα. Σε μια στιγμή, όλοι το ένιωσαν αυτό∙ και το ένιωσαν σαν τη δύναμη ενός πανάρχαιου θηρίου, σίγουρα προϊστορικού μα κι οπωσδήποτε ολοζώντανου, που η ύπαρξή του εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο απίθανη κι αλλόκοτη όσο θα ήταν κι η εμφάνιση του Λεβιάθαν στο συντριβάνι της πόλης. Υπερβολική ίσως η εικόνα αυτή, αλλά πολύ αληθινή. Γιατί ο κόσμος εκείνης της εποχής πίστευε στ’ αλήθεια πως οι ιστορικές θρησκείες με τις τελετουργίες τους δεν ήταν παρά κληρονομιά από τον προϊστορικό άνθρωπο∙ πίστευε στ’ αλήθεια πως οι αρχιερατικές μίτρες δεν ήταν παρά συμβολικές παραλλαγές των λοφίων προκατακλυσμιαίων ζώων και πως το να επικαλείται κανείς την αρχέγονη Εκκλησία ήταν σαν να επικαλείται τον άνθρωπο των σπηλαίων.

Ο κόσμος εξακολουθεί και σήμερα να μένει έκπληκτος από τη δύναμη εκείνης της αναγέννησης της πίστης −κυρίως, επειδή η πίστη εξακολουθεί να μένει ζωντανή. Μίλησα αλλού για το πόσο πρόχειρες είναι οι κατηγορίες που εκτοξεύονται εναντίον της και για τις ακόμα πιο παράλογες συνεπαγωγές τους. Εδώ θα αρκεστώ να επισημάνω, ότι όσο περισσότερο της επιτίθενται, τόσο λιγότερο εξηγούν πώς συμβαίνει και ξαναγεννιέται τη στιγμή ακριβώς που όλα δείχνουν πως έχει σβήσει. Αυτό που κατά κάποιον τρόπο με απασχολεί εδώ, είναι λοιπόν να το εξηγήσω, ή τουλάχιστον να υποδείξω προς τα πού πρέπει να αναζητήσει κανείς την εξήγηση αυτού του φαινομένου. Κυρίως όμως, στόχος μου είναι να υπογραμμίσω ότι δεν συνέβη μόνο μια φορά αλλά πάρα πολλές φορές μέχρι τώρα.

Συνοψίζω. Όπως είναι αλήθεια ότι κατά τους τελευταίους αιώνες σημειώθηκε μια αποδυνάμωση του Χριστιανισμού, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι αυτό συνέβη κάμποσες φορές και σε πολύ παλιότερους αιώνες. Ακόμα και την τελευταία φορά που αυτό συνέβη, η κατάληξη ήταν παρόμοια με αυτό που συνέβη κατά το τέλους της Ύστερης Αρχαιότητας και αργότερα του Μεσαίωνα. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο, ότι η χαλάρωση της πίστης δεν κατέληξε ποτέ στην εξαφάνισή της αλλά απεναντίας στην αναζωογόννηση όλων εκείνων των στοιχείων της, που είχαν εκλείψει εξαιτίας της χλιαρότητας. Αυτό συνέβη όταν έσβησε ο Αρειανισμός, το ίδιο έγινε στο τέλος των προσπαθειών συμβιβασμού με το Νομιναλισμό ή με τους Αλβιγηνούς «Καθαρούς». Εκείνο όμως που αξίζει να σημειώσουμε και που φαίνεται ολοκάθαρα στο πιο σύγχρονο παράδειγμα, είναι ότι η αναγέννηση της θεολογίας δεν συνεπάγεται ποτέ −ας το προσέξουμε!− ούτε την «απλούστευση» ούτε την «αποκάθαρσή» της που περιμένει ο κόσμος. Απεναντίας, η θεολογία που αναγεννάται είναι πάντοτε η γνήσια θεολογία της αδιάλειπτης χριστιανικής παράδοσης. Αυτός ακριβώς ο ενθουσιασμός για τις θεολογικές μελέτες αποτελούσε πάντοτε το χαρακτηριστικό σημείο κάθε εποχής θεολογικής αναζωογόννησης. Αν ο παλιός, στεγνός «διδάκτωρ θεολογίας», με το «δρ» κολλημένο πάντοτε δίπλα στο όνομά του, κατάντησε συνώνυμο της βαριεστημάρας, αυτό συνέβη επειδή είχε ο ίδιος βαρεθεί τη θεολογία και όχι επειδή η θεολογία τον απασχολούσε «υπερβολικά». Κατάντησε συνώνυμο της πλήξης επειδή, όπως ο ίδιος παραδεχόταν, έφτασε να προτιμάει τη μελέτη των λατινικών του Πλωτίνου από των λατινικών του Αυγουστίνου, και τη μελέτη των ελληνικών του Ξενοφώντα από των ελληνικών του Χρυσόστομου. Κατάντησε αιαρός επειδή έφτασε να τον ενδιαφέρει περισσότερο μια νεκρή παράδοση από μια παράδοση στ’ αλήθεια ζωντανή. Κοντολογίς, επειδή κατάντησε ένας άνθρωπος του καιρού του, του καιρού της αποδυναμωμένης και χλιαρής πίστης στον Χριστό.

Υπάρχουν άνθρωποι που λένε, ότι θα ήθελαν να παραμείνει ζωντανό απλώς και μόνο «το πνεύμα» του Χριστιανισμού. Αυτό που θέλουν πραγματικά, είναι ένα φάντασμα του Χριστιανισμού. Μόνο που, όπως είδαμε, μετά τον φαινομενικό του θάνατο ο Χριστιανισμός δεν επιστρέφει σαν φάντασμα αλλά ανασταίνεται με το πνεύμα και το σώμα του, ολόκληρος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πρόθυμοι να συγκινηθούν και να χύσουν ευσεβή δάκρυα για το θάνατο του Υιού του Ανθρώπου, αλλά δεν έχουν καμιά διάθεση να δουν τον Υιό του Θεού να ξαναπερπατάει, αναστημένος, στο φως του πρωϊνού. Είναι άνθρωποι εντελώς πεπεισμένοι, στην πλειοψηφία τους, ότι το πανάρχαιο καντήλι του Χριστιανισμού θα σβήσει με το φως της μέρας. Πιστεύουν ειλικρινά πως το φως των κεριών μας τρεμοσβήνει καθώς προχωράει ο ήλιος στο στερέωμα. Τους είναι αδιανόητο ότι η επτάφωτη λυχνία θα υψωθεί ξάφνου ξανά ίσαμε τον ουρανό κάνοντας το φως του ήλιου να χλωμιάσει. Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν. Και τότε υπήρξαν άνθρωποι που έβαλαν νερό στο κρασί της χριστιανικής θεολογίας. Και τότε, όμως, το νερωμένο αυτό κρασί ξαναπήρε μια μέρα ξαφνικά το ζωντανό ρουμπινένιο του χρώμα και τη δύναμη της πρώτης γεύσης του. Γι’ αυτό δεν έχουμε παρά να ξαναπούμε τα λόγια των πατέρων μας: «Πριν από χρόνια και αιώνες, οι πατεράδες μας και οι Πατέρες του λαού μας ήπιαν, όπως ονειρεύονταν, το αίμα του Θεού. Χρόνια ολόκληρα κι αιώνες πέρασαν από τότε που η γεύση εκείνου του μοναδικού κρασιού ξεχάστηκε κι έμεινε μόνο σαν μια ανάμνηση από τους θρύλους των γιγάντων. Αιώνες πέρασαν από τα σκοτεινά χρόνια της δεύτερης ζύμωσης, όταν το κρασί του Καθολικισμού ξεθύμανε και ξέπεσε σε ξύδι του Καλβινισμού. Κι ύστερα, το πικρό τούτο ποτό ξεθύμανε κι αυτό καθώς αραίωσε με το νερό της λησμονιάς και το διάβα του χρόνου. Ποτέ δεν πιστεύαμε ότι θα ξαναδοκιμάζαμε την ξυνισμένη γεύση εκείνης της ειλικρίνειας κι εκείνου του πνεύματος, κι ακόμα λιγότερο πως θα γευόμασταν ξανά τη γλυκιά και ρωμαλέα δύναμη του κόκκινου κρασιού που ονειρευόμασταν. Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, είδαμε τις ελπίδες μας να χάνονται και τα πιστεύω μας ν’ αποδυναμώνονται. Και συνηθίσαμε σιγά-σιγά να βλέπουμε την πλημμύρα ν’ ανεβαίνει και να πνίγει τους αμπελώνες μας, τα πιο εκλεκτά αμπέλια μας να χάνονται σαν μια ολοπόρφυρη κηλίδα μέσα σ’ ένα γκρίζο ωκεανό. Συνηθίσαμε το νερωμένο πια κρασί και χάσαμε τη γεύση μας συμβιβασμένοι με το άνοστο. Κύριε, Κύριε, Συ μόνο βάστηξες τον οίνο τον καλό ίσαμε σήμερα».

Αυτό λοιπόν είναι το τελευταίο και το πιο εκπληκτικό γεγονός. Ότι η πίστη δεν πέθανε μόνο πάνω από μια φορά, αλλά ότι πέθανε πάνω από μια φορά από γηρατειά. Δεν την δολοφόνησαν μόνο∙ πέθανε κι από φυσικά αίτια∙ έφτασε δηλαδή στο φυσικό κι αναμενόμενο τέλος της όχι μόνο μια, μα πάμπολλες φορές. Βγήκε βεβαίως ζωντανή μέσα από τους πιο αιματηρούς και πιο απηνείς διωγμούς, όπως αυτούς του Διοκλητιανού ή της Γαλλικής επανάστασης, κι αυτό ίσως να ήταν και αναμενόμενο. Μα απέδειξε πως διέθετε ένα πολύ ισχυρότερο, πολύ βαθύτερο, πολύ πιο παράξενο σθένος∙ γιατί δεν επέζησε μόνο του πολέμου αλλά και της ειρήνης. Δεν πέθανε μονάχα πάμπολλες φορές, αλλά και ξεθύμανε και μαράθηκε άλλες τόσες. Κι όμως, στο τέλος βγήκε και πάλι ζωντανή. Δεν είναι ανάγκη να ξαναθυμίσω το τέλος του Χριστού όπου παντρεύτηκαν η νιότη με το θάνατο. Στο θάνατο της πίστης όμως, ήταν κάθε φορά σαν να πέθαινε ένας εκατοντάχρονος Χριστός από βαθιά γεράματα και σαν ν’ ανασταινόταν πάλι, με χαρές και με τραγούδια, νέος ξανά και πάλι ολοζώντανος. Έχει αρκετά σωστά ειπωθεί, πως όποτε ο Χριστιανισμός ξεθύμαινε, δενόταν πολύ στενά με τις δυνάμεις αυτού του κόσμου. Όμως όσες φορές δέθηκε με αυτές, άλλες τόσες και πιο πολλές έκοψε κάθε δεσμό μαζί τους. Ένας πολέμιος θα μπορούσε κάποτε να πει, ότι ο Χριστιανισμός δεν ήταν παρά μια πλευρά της εξουσίας των Αυτοκρατόρων. Σήμερα όμως αυτό ακούγεται τόσο άτοπο, όσο αν έλεγε πως ο Χριστιανισμός ήταν το δεξί χέρι των Φαραώ. Κάποιος άλλος πολέμιος θα μπορούσε κάποτε να πει, ότι ο Χριστιανισμός δεν ήταν παρά η επίσημη θρησκεία του φεουδαρχισμού. Όμως σήμερα αυτό ακούγεται τόσο πειστικό, όσο αν έλεγε ότι ο Χριστιανισμός ήταν καταδικασμένος να πεθάνει μαζί με την αρχαία Ρώμη. Οι αυτοκράτορες κι οι φεουδάρχες πράγματι έσβησαν κάποια στιγμη από την ιστορία, και φαινότανίσως φυσικό να σβήσει μαζί τους και η θρησκεία τους. Πράγματι λοιπόν, έσβησε −και στη συνέχεια ξαναζωντάνεψε.

«Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, όμως οι λόγοι μου δεν θα παρέλθουν». Ο πολιτισμός της Αρχαιότητας κάλυπτε ολόκληρο τον κόσμο και οι άνθρωποι δεν φαντάζονταν ότι θα παρερχόταν ποτέ. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν μια άλλη τάξη πραγμάτων στο κόσμο, εκτός κι αν ο κόσμος που γνώριζαν έπαυε να υφίσταται. Ο πολιτισμός του κόσμου παρήλθε, αλλά τα λόγια του Χριστού παρέμειναν. Στη μεγάλη νύχτα των Σκοτεινών Χρόνων, η φεουδαρχία ήταν κάτι το τόσο οικείο, που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι κάποτε θα σταματούσε να υπάρχουν φεουδάρχες. Όσο για τη θρησκεία, ήταν τόσο στενά δεμένη με τη φεουδαρχία, που κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα ξεχώριζαν ποτέ. Όμως η φεουδαρχία κάποια στιγμή κατέρρευσε και γκρεμίστηκε στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων −και τότε, μέσα από αυτή την καινούργια ελευθερία, η πρώτη ζωντανή δύναμη που ήλθε στο προσκήνιο για να δέσει αρμονικά με τον γνήσια μεσαιωνικό λαϊκό πολιτισμό, ήταν ακριβώς η παλιά θρησκεία. Η φεουδαρχία παρήλθε, αλλά οι λόγοι του Χριστού δεν παρήλθαν. Ολόκληρη η μεσαιωνική τάξη πράγματων, που διασφάλιζε στον άνθρωπο ένα τόσο πλήρη και σε μεγάλο βαθμό γνήσια λαϊκό τύπο ζωής, έσβησε κι αυτή με τη σειρά της. Τούτη τη φορά ο κόσμος πίστεψε πως είχε έρθει στα σίγουρα το τέλος του Χριστιανισμού. Κι όμως, τα λόγια του Χριστού περπάτησαν πάνω από την ακτινοβόλο άβυσσο της Αναγέννησης και μέσα σε πενήντα χρόνια πήραν από το φως και τη γνώση της κι ύψωσαν νέους θρησκευτικούς θεσμούς, νέους απολογητές, νέους αγίους. Τέλος, ο περισσότερος κόσμος νόμισε πως την πίστη θα την έσβηνε το ξερό φως του Ρασιοναλιστικού αιώνα και πως θα την κατάπινε για πάντα ο σεισμός της Γαλλικής επανάστασης και των διαδόχων της. Η Επιστήμη εξήγησε λεπτομερώς το ανυπόστατο της πίστης και η Ιστορία την καταχώρισε στο νεκρό πλέον παρελθόν … όταν ξαφνικά εκείνη ήρθε και πάλι στη ζωή σαν μια παρουσία από το μέλλον. Σήμερα, η χριστιανική πίστη βρίσκεται και πάλι στο δρόμο μας και ανθίζει κάτω από τα μάτια μας.

Αν οι κοινωνικές σχέσεις και τα ιστορικά τεκμήριά μας βαστούν τη συνέχειά τους, και αν οι άνθρωποι πράγματι μαθαίνουν να τα εξετάζουν με όπλο τη λογική, τότε θα πρέπει να περιμένουμε ότι οι πολέμιοι του Χριστιανισμού, αργά ή γρήγορα, θα διδαχτούν από τις τόσες προηγούμενες απογοητεύσεις τους και θα πάψουν να φαντασιώνουν το θάνατο της πίστης μας. Ασφαλώς μπορούν να συνεχίσουν να την πολεμούν, αλλά θα είναι σαν να πολεμούν με τη Φύση, με τη γη και με τους ουρανούς. «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, όμως οι λόγοι μου δεν παρέλθουν». Οι εχθροί του Χριστιανισμού σίγουρα θα τον δουν να ξαναπαραπατά και να ξαναπέφτει σε σφάλματα, όμως δεν πρόκειται να τον δουν να πεθαίνει. Ασυναίσθητα, ίσως ακόμα και δίχως να το συνειδητοποιούν, με τη βουβή αναμονή τους θα εκπληρώνουν εσαεί εκείνη την συγκλονιστική προφητεία. Θα πάψουν κάποια στιγμή να περιμένουν το θάνατο αυτού του πράγματος που τόσες φορές μάταια κατατρόπωσαν, και θα μάθουν ενστικτωδώς να περιμένουν πρώτα να παγώσει ο ήλιος και να γκρεμιστούν τ’ αστέρια από τον ουρανό.

 

 

 



[1] Ο Edmund Campion (1540-1581) ήταν ένας Ιησουίτης ιερέας, που τον κρέμασαν όταν βασίλευε η προτεστάντισα βασίλισσα Ελισάβετ, ενώ ο Hugh Latimer (1487-1555) ήταν ένας Αγγλικανός επίσκοπος που τον θανάτωσαν στην πυρά όταν βασίλευε η ρωμαιοκαθολική βασίλισσα Μαίρη. [σ.τ.μ.]

[2] Christopher Marlowe (1564;-1593), Άγγλος δραματουργός, ποιητής και μεταφραστής, πιθανότατα και κατάσκοπος του αγγλικού θρόνου. Σύγχρονος του Σαίξπηρ, θεωρείται εξίσου σπουδαίος τραγωδός. Το έργο του «Dr Faustus» θεωρείται ότι ασκεί αθεϊστική και αντιχριστιανική προπαγάνδα, έστω κι αν ο ήρωάς του στ τέλος καταδικάζεται. [σ.τ.μ.]

[3] Κίνημα επιστροφής της Αγγλικανικής εκκλησίας στις παραδόσεις του Ρωμαιοκαθολικισμού κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. [σ.τ.μ.]

Συγγραφέας: Chesterton G. K.