Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης
enoriako.info

Αταξινόμητα

Συγγραφέας: Κωνσταντινίδης Γεώργιος

Η Αλίκη δεν περπατάει πια. Περιφέρεται. Πάνω-κάτω το μακρύ διάδρομο. Φτάνει στο χολ, μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ. Μετά ένας άλλος διάδρομος, πανομοιότυπος με τον προηγούμενο. Στην άκρη, ένα κλουβάκι με 2 καναρίνια κι η συσκευή της τηλεόρασης, πάντα αναμμένη. Και ξανά, και ξανά, και ξανά…

Με το κεφάλι χωμένο στους ώμους, τα μάτια θολά, το στόμα να αρθρώνει ανερμάτιστες λέξεις, ακατάληπτες συλλαβές, η κυρία Ευανθία κυκλοφορεί χαμένη στην επικράτεια φώτων από νέον, σε κάποιο από τα ενδιαιτήματα που δηλώνεται πως φιλοξενούν πάσχοντες από Αλτσχάιμερ.

Τα ψελλίσματά της, μια κενή νοήματος λιτανεία, συνοδεύουν αέναους βηματισμούς 5 Χ 5. Φυλακισμένη ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του οίκου ευγηρίας και του μυαλού της ώσπου να έρθει η ώρα του θανάτου της. Δίχως οι λέξεις να έρχονται να γλυκάνουν τα γηρατειά της, ν’ απασχολούν τον κόσμο που εξακολουθεί να γυρίζει δίχως εκείνη, να μην μπορεί να αναζητήσει μια στάλα αγάπης παρά τείνοντας τα χέρια.

Η κυρία Ευανθία αρπάζεται από οποιονδήποτε περνάει από μπροστά της. Ο διαταραγμένος νους της προσπαθεί πονηρά και μάταια να επικοινωνήσει μέσα από ψαλμούς. Στο τραπεζάκι μπροστά στην τηλεόραση παρατημένο ένα παλιό περιοδικό με άρθρα για εξωτικά μέρη και το χιώτικο γιασεμί. Εκείνη κοιτάει. Η Σαντορίνη, ο γαλάζιος ουρανός, το ηλιοβασίλεμα.

Η κυρία Ευανθία κυκλοφορεί χαμένη στην επικράτεια φώτων από νέον, σε κάποιο από τα ενδιαιτήματα που φιλοξενούν πάσχοντες από Αλτσχάιμερ.

Ακουμπάει τη σελίδα με το δάχτυλο. Βρέθηκε κάποτε εκεί, πέρασε κάποτε διακοπές με τον καλό της; Αναστενάζει βαθιά, τόσο βαθιά που σου σπαράζει την καρδιά. Ο αναστεναγμός της έχει τη βιαιότητα της κραυγής. Η κυρία Ευανθία δεν θα ξαναδεί ποτέ γαλάζιο ουρανό, ιβίσκους και βουκαμβίλιες. Δεν θα ξαναμυρίσει ποτέ αρώματα από κρινάκια. Είναι πια φυλακή. Από τα γηριατρεία βγαίνεις μόνο με τα πόδια μπροστά. Μετά από χρόνια, πολλά χρόνια.

Γιατροί και νοσοκόμες θα σας πουν πως με τη γηριατρική ασχολείσαι «κατά λάθος». Ενίοτε πρόκειται για τιμωρία, όταν για κάποιο λόγο έχεις ατυχήσει σε πόστα αιχμής. Κάποιοι το θεωρούν ντροπή στην καριέρα τους. Για νά ‘σαι γιατρός περιωπής, πρέπει να περιβάλλεσαι από μυριάδες σωληνάκια και μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας.

Στο μικρόκοσμο της λευκής μπλούζας, η ενασχόληση με τη γεροντολογία είναι σημάδι μιας αποτυχημένης σταδιοδρομίας. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, η νοσηλεία των γερόντων δεν συνιστά σοβαρή ειδικότητα. Ούτε καν σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Σε αντίθεση π.χ. με την παιδιατρική.

Από γύρω, η βαρβαρότητα φτιάχνεται από γερόντια δίχως όνομα και δίχως μνήμη, αποστεωμένα, εγκαταλειμμένα να σέρνονται σε σιωπηλά νοσοκομειακά κρεβάτια, το ένα ενώπιον του άλλου. Εντάξει, διαπιστώνονται πρόοδοι τις τελευταίες δεκαετίες. Ανόρεχτα. Ξέρουν τώρα πως να επαναφέρουν ηλικιωμένους ώστε να ανακτήσουν μια κάποια αυτονομία, να φέρουν βόλτα την κατάθλιψη που συνήθως συνοδεύει την επιδείνωση των ψυχικών διαταραχών, να τους δίνουν ερεθίσματα και να βελτιώνουν την κινητικότητά τους, να επιδιώκουν την κατά το δυνατόν βελτίωση της ποιότητας ζωής τους…

Εδώ και χρόνια, σωτήρια χείρα βοηθείας έχει δοθεί στα ελληνικά νοικοκυριά από τις οικονομικές μετανάστριες Βουλγάρες, Αλβανές, Φιλιππινέζες, Ουκρανές, στις περιπτώσεις που οι πρόγονοί μας δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν ή υποφέρουν από άνοια. Όχι όμως με Αλτσχάιμερ.

Έτσι, στα σχετικά ιδρύματα καταλήγει πλέον ένα 5-6% βαρύτερων περιπτώσεων. Όμως, ακόμα κι όταν προσφέρονται «υπηρεσίες πολυτελείας», ο ηλικιωμένος δεν είναι πλέον παρά ένα αντικείμενο, κατανάλωσης ενδεχομένως, ένα παλιό ψυγείο που βγαίνει από την πρίζα, γιατί δεν αξίζει τον κόπο να επιδιορθωθεί.

Στο περιβάλλον αυτό, το ιατρικό σώμα, από τη στιγμή που δεν αντιδρά, καθίσταται συνένοχο. Το βάρος πέφτει στους παθολόγους/οικογενειακούς γιατρούς, οι οποίοι δεν διαθέτουν την απαραίτητη κατάρτιση και λειτουργούν «πυροσβεστικά» ή απλώς είναι εκεί για να υπογράψουν το πιστοποιητικό θανάτου.

Στο ίδρυμα, ηλικιωμένος δεν είναι πλέον παρά ένα αντικείμενο, ένα παλιό ψυγείο που βγαίνει από την πρίζα…

Η θεία Χαρίκλεια, στα 89 της, βυθισμένη στην πολυθρόνα της, βλέμμα διαπεραστικό, μπάσα φωνή με γρέζι, εξακολουθεί αδιάπτωτα να μετρά. Τα λευκά της μαλλιά, πλεγμένα πρόχειρα κοτσίδα, τη δείχνουν να φαίνεται συγκινητικά εύθραυστη. Υγραίνει τα δάχτυλα με τη γλώσσα της για να ξορκίσει μια φανταστική δεσμίδα χαρτονομισμάτων: «30, 31, 32, 33, 34». Κάθε μέρα το ίδιο. Καμιά φορά σταματάει, για να φιλήσει ένα χέρι που πάει να της χαϊδέψει το μάγουλο. «46, 47, 48, ευχαριστώ μαμά, 49, 50, είσαι καλή μαμά, 51, 52…». Η θεία Χαρίκλεια δεν έχει συνείδηση του πόσο η ζωή της εξαρτάται απ’ τα λεφτά. Η μονότονη απαρίθμησή της αντηχεί σαν τραγική ειρωνεία.

Μπορεί να είναι πρέπον να διατυμπανίζουμε από δω κι από κει πως τα γηρατειά δεν είναι ασθένεια, πως οι περισσότεροι γέροντες φτάνουν στο νήμα χωρίς ιδιαίτερες απώλειες, αλλά είναι ηλίθιο να εξακολουθούμε να στρουθοκαμηλίζουμε σχετικά με τις συνέπειες που έχει η αύξηση του προσδόκιμου ζωής.

Στην Ελλάδα, 200.000 άτομα πάσχουν από άνοια. Με το πέρασμα του χρόνου, ο αριθμός θα πολλαπλασιαστεί. Ακούγοντας αυτά τα νούμερα, και αν δεν τό ‘χεις ζήσει, νομίζεις ότι τα γερόντια είναι μια συμμορία εισβολέων. Αλλά δεν ισχύει. Οι γέροι μας είμαστε εμείς. Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα ασήκωτο παράδοξο: ποτέ δεν ζήσαμε τόσο πολύ, ποτέ δεν περιφρονήσαμε τόσο πολύ το γήρας.

Εθελοντές και εθελόντριες που προσφέρονται να βοηθήσουν νέους ανθρώπους που θα πεθάνουν από καρκίνο ή από AIDS είναι πολλοί. Για τους ηλικιωμένους δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Ο άρρωστος γέρος προκαλεί περισσότερο φόβο από το θάνατο.

Ο θάνατος με το δρεπάνι του εμφανίζεται κάθε βράδυ στον απέναντι τοίχο της. Στο δωμάτιο της Ελενίτσας, ένα κόκκινο ξυπνητήρι στο κομοδίνο, ένα μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι και μια βιογραφία του Μότσαρτ στο τραπεζάκι από φορμάικα. Μαζί λίγες καριόκες και ζαχαρωτά σ’ ένα κουτί, για να γλυκάνουν το φόβο.

Η Ελενίτσα αναπνέει με δυσκολία. Το μέτωπο διάστικτο από πέρλες ιδρώτα. Τα χείλη μπλαβιά. Δεν θυμάται να φοβάται, αλλά πονάει. Θα πεθάνει μόνη της, μονάχη, φορώντας τη ροζ πυτζάμα της και τις ασορτί παντόφλες της. Δεν έχει επιλογή. Αν και θά ‘θελε να νιώσει ενδιαφέρουσα ακόμα για κάποιον, να φλυαρήσει με κάποιον.

Κι είναι κι η Μαρίκα. Ο άντρας της, ο Κώστας, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος. Στα 72 του, αλλά κοτσονάτος. Παντρεύτηκαν πριν από καμιά πενηνταριά χρόνια. Ποιος μπορεί να θυμάται ακριβώς. Παιδιά δεν έκαναν. Εκείνη, πρόσωπο γεμάτο περηφάνια, κι αυτό το τόσο ιδιαίτερο βλέμμα, στραμμένο κάπου ψηλά, προς κάτι απροσδιόριστο, τόσο χαρακτηριστικό σε όσους πάσχουν από Αλτσχάιμερ.

Η Ελενίτσα αναπνέει με δυσκολία. Το μέτωπο διάστικτο από πέρλες ιδρώτα. Τα χείλη μπλαβιά. Δεν θυμάται να φοβάται, αλλά πονάει.

Μια μέρα, την έφεραν σπίτι καθώς είχε χαθεί δυο τετράγωνα παρακάτω. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο Κώστας παριστάνει ότι φιλοσοφεί τα κενά μνήμης της Μαρίκας. «Για τρία χρόνια, τη φρόντιζα μόνος μου. Αλλά είναι εξαντλητικό. Είναι ναυάγιο, ζόμπι, δεν αντέχεται, κατουρούσε στη μοκέτα».

Συνάμα νιώθει ενοχές. Την έφερε εδώ να τη φροντίζουν, ώστε να μπορέσει κι εκείνος να ζήσει τα λίγα χρόνια που του απομένουν. Βγάζει μια φωτογραφία από το πορτοφόλι. Είναι 25 χρόνια πριν. Μόνο και μόνο για να αποδείξει πως ήταν μια άλλη που αγάπησε. Πάντα μιλάει για κείνη σε παρελθόντα χρόνο: «Ήταν γεμάτη ζωή, κομψή, πάντα μέσα στο γέλιο…» Όταν η κουβέντα στρέφεται στο παρόν, τα λόγια σκληραίνουν: «Ειλικρινά, θα προτιμούσα να πέθαινε. Είμαι υπέρ της ευθανασίας, αλλά δεν γίνεσαι δολοφόνος έτσι εύκολα!»

Ο Κώστας φάσκει κι αντιφάσκει, είναι δυστυχισμένος, θεωρεί πως η Μαρίκα τον παράτησε, τον πρόδωσε. Στην αρχή το βλέμμα της ήταν ικετευτικό, μετά σταμάτησε να μιλάει, δεν ενδιαφέρεται για την παρουσία του Κώστα, δεν λέει τίποτα. Μετά ξαφνικά: «Αγάπη μου, σ’ αρέσω ακόμα;» Τον φιλάει στο στόμα.

Στους οίκους ευγηρίας, το 80% των ασθενών έχουν Αλτσχάιμερ. Γυναίκες κυρίως, γιατί ζουν περισσότερο. Το Αλτσχάιμερ δεν μηδενίζει το άγχος, αντίθετα. Ο πάσχων βρίσκεται ξάφνου σ’ ένα άγνωστο μέρος, μαζί με άγνωστους ανθρώπους που δεν έχει ξαναδεί ποτέ του. Οι άνθρωποι αυτοί του λένε: πρέπει να φας. Εκείνος, όμως, δεν πεινάει. Του δίνουν κάτι παράξενα χάπια, ενώ εκείνος νιώθει περδίκι. Θέλει να πάει να ψωνίσει, όπως έκανε πάντα, αλλά οι πόρτες είναι κλειστές.

Όσοι υποφέρουν από Αλτσχάιμερ δεν σημαίνει πως δεν έχουν πια ανάγκη την τρυφερότητα, την επικοινωνία. Είναι οι λέξεις που τους λείπουν. Απομένουν οι χειρονομίες, τα χάδια, τα χαμόγελα, τα βλέμματα για να μιλήσουν. Ο πόνος, η θλίψη, η χαρά, όλη η ανθρώπινη γκάμα των συναισθημάτων είναι εκεί, κρυμμένη πίσω από μια πόρτα σφαλιστή. Ακόμα κι όταν έχουν ξεχάσει τα ονόματα των παιδιών τους, ακόμα κι όταν δεν τα αναγνωρίζουν.

Η διάγνωση μοιάζει με θανατική καταδίκη. Οι πάντες σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Ο οφθαλμίατρος δεν βλέπει το λόγο να σου εγχειρίσει τον καταρράκτη, την ώρα που η όρασή σου, οι αισθήσεις σου είναι πιο σημαντικές από ποτέ. Ναι, δεν ξέρουμε να θεραπεύσουμε αυτήν τη νόσο, αλλά ξέρουμε να τη σταθεροποιήσουμε σε κάποιο βαθμό, να επιτύχουμε μια επανεκπαίδευση για καλύτερη κοινωνική ένταξη. Κυνικά, θα μπορούσε κάποιος να πει «άχρηστη η νοσηλεία, άστον να πεθάνει μια ώρα αρχύτερα». Με τη διαφορά ότι το Αλτσχάιμερ δεν σκοτώνει.

Υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: Είναι άλλο να νοσηλεύεις για να προσφέρεις μια καλύτερη ποιότητα ζωής –αυτός είναι ο ρόλος της γηριατρικής- κι άλλο να κρατάς τον άλλο στη ζωή με κάθε μέσο. Οι αντικάμαρες του θανάτου δεν είναι επιτρεπτές. Είναι καλύτερα να λες «Πέντε λεπτά προτού πεθάνει ήταν ακόμα ζωντανός». Ο αξιοπρεπής θάνατος αρχίζει και τελειώνει μόνο μέσα από το βλέμμα των άλλων.