Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Αταξινόμητα

Θανάσης Παπαθανασίου

 

Α'

 

Η μακρινή μας δεκαετία του 1850 φαινόταν σημαδιακή: ο «Νόμος Καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (νόμος ΣΑ') αναγνωρίζει την εκκλησία ως Νομικό Πρόσωπο Δημόσιου Δίκαιου· η κρατική εξουσία αναφέρεται και σε διοικητικά και σε δογματικά ζητήματα· οι μητροπολίτες μεταβάλλονται σε υφιστάμενους του νομάρχη. Η Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή (ιδρύθηκε το 1844) τελεί υπό τη διεύθυνση του Υπουργείου Εκκλησιαστικών, με πρόγραμμα μαθημάτων όπως και των γυμνασίων. Οι κληρικοί μένουν ακάλυπτοι μισθολογικά, διατηρείται το καθεστώς του Οθωνικού Β.Δ. (1835) που θεσμοθετεί τα «τυχηρά» ως μέσο συντήρησης των εφημερίων. Η εκλογίκευση όμως και σωματειοποίηση αυτή της καθ’ ημάς Ορθοδόξου Εκκλησίας φαίνεται να αμβλύνονται από μερικές παραχωρήσεις του κράτους προς αυτήν, που τελικά δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια: η Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να πετυχαίνει πολιτειακή τιμωρία ανθρώπων που η ίδια τιμώρησε πνευματικά: του προτεστάντη ιεραποστόλου Ι. Κιγκ (1852), του θεοσεβιστή Θεοφίλου Καΐρη (1853), αλλά και του Παπουλάκου (1861). Και πάνω απ’ όλα, επιβάλλεται το 1857 υποχρεωτικός Κυριακάτικος εκκλησιασμός των μαθητών (εδώ ο Μ. Βασίλειος θα έκανε κριτική «ασύμφορη»: «Οι παίδες... ως άνεσιν και τέρψιν το πράγμα μετέρχονται,... Επειδή της επαχθείας του παιδευτού και της φροντίδος των μαθημάτων προς ολίγον ελευθερούνται»).

Λέγοντας κανείς ότι πολλά άλλαξαν από τότε, κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Αυτό που διατηρήθηκε ωστόσο, που μας ενδιαφέρει, είναι η ραχοκοκκαλιά τη εκκλησιαστικής παρουσίας στην εκπαίδευση. Έχουμε να κάνουμε με μάθημα θρησκευτικών συνταγματικά κατοχυρωμένο, ρυθμισμένο από αναλυτικό πρόγραμμα και διδασκόμενο από δημοσιοϋπαλληλοποιημένο αρμόδιο καθηγητή.

 

Β'

 

Επικίνδυνο το προσωπικό βίωμα, με κάνει να σχοινοβατώ ανάμεσα στην αυθεντικότητα και στην αυθαιρεσία. Αλλά και διεκδικεί τη συγνώμη επικαλούμενο, από τη μια μνήμες από κάποιον θεολόγο που τις αντιρρήσεις των μαθητών του τις μετέτρεπε σε κολάσιμη πράξη για το ποινολόγιο, και από την άλλη προσδοκίες μου για την απόκτηση του θεολογικού μου πτυχίου.

Μια αδιαβροχοποίηση της θρησκείας από τον παλμό της ζωής, να πώς φαίνεται να λειτούργησε το μάθημα των θρησκευτικών. Η εκκλησία εμφανίστηκε ως το Super Market μεταφυσικής τεκμηρίωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας του συστήματος. Πρέπει να εργάζεται έξω από το σπίτι (το βασίλειό της) η γυναίκα; Tι σχέση έχει η σύγχρονη εργασία με την εργασία του μικρού Iησού κοντά στον Ιωσήφ; Eπιβάλλεται η ελεημοσύνη, γιατί όμως αγνοείται η κοινωνική δικαιοσύνη; H θεία ευχαριστία είναι καθήκον μας, τι έχει να κάνει όμως με τη ζωή μας;

Η γεύση που παραμένει στο μαθητικό ουρανίσκο είναι μια γλώσσα αφιλάνθρωπη, συνδεδεμένη με την εξουσία του βαθμού και του διαγωνίσματος -κι αν αυτά τα μέσα χρησιμοποιεί καθηγητής θεολόγος πούναι ταυτόχρονα και ιερέας της «εκκλησίας των μετανοούντων και χειμαζομένων» (Εφραίμ ο Σύρος), τότε τι γίνεται;- Βασιλικώτεροι του βασιλέως, πλειοδοτήσαμε σε εθνικοφροσύνη, το μάθημα των θρησκευτικών γινόταν συχνά ασφαλιστική δικλείδα κατά του «ψυχωλέθρου κομμουνισμού», με ανικανότητα ταυτόχρονα πραγματικής αντιμετώπισης του μαρξισμού. Είναι ίσως κι αυτός ένας λόγος που σήμερα η θεολογική αρτηριοσκλήρωση έχει ανάγκη από τις διαλέξεις θεολογούντων «νεορθοδόξων» που διακηρύτουν ότι «θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, ότι μόνο σαν έλληνες μπορούμε να είμαστε χριστιανοί... διότι αν ο χριστιανισμός επιδιώκει μια ελεύθερη προσωπική ύπαρξη, η τελευταία είναι αδιανόητη έξω από τον ορίζοντα της εθνικής ταυτότητας». Ιδού η φιλανθρωπία της εκκλησίας από κοσμικές,.εθνικιστικές, φολκλορικές σκοπιμότητες -η αληθινή παράδοση και παραδοσιακότητα είναι άλλο πράγμα- οδηγώντας γενιές και γενιές μαθητών «τρία φούντια» κοντύτερα στην αθεΐα: «Έδωσα εξετάσεις στο γυμνάσιο. Πέτυχα. Με ρώτησαν για την άγκυρα (στο μανίκι μου) - αυτά τα ήξερα καλά. Ο παπάς όμως με ρώτησε τι θα πει «όκο». Απάντησα: «τρία φούντια», (έτσι είναι στα γεωργιανά). Οι καλοί μου εξεταστές μού εξήγησαν ότι «όκο», είναι το μάτι στα αρχαία, εκκλησιαστικά σλαβικά. Παραλίγο να γίνει αιτία να αποτύχω. Γι’ αυτό μίσησα αμέσως καθετί το αρχαίο, το εκκλησιαστικό και το σλαβικό. Ίσως από δω να ξεκίνησε και ο φουτουρισμός μου και ο αθεϊσμός μου, και ο διεθνισμός μου» (Βλαντ. Μαγιακόφσκι).

Ίσως αρκετοί θα έβλεπαν να ατονούν αυτά μετά από τη «θεολογική αναβάπτιση» της δεκαετίας του 60. Είναι όμως έτσι; Η ξύλινη γλώσσα του κρατικού μαθήματος συνεχίζεται: τα εγχειρίδια και οι θεολόγοι είναι εύκολο σήμερα να αντικαθιστούν τα συνθήματα της εθνικοφροσύνης με άλλα όπως π.χ. Το «δημοκρατικό ήθος» που αποπνέει η Συνοδική οργάνωση της ορθοδοξίας, το «κοινωνικό περιεχόμενο» της διδασκαλίας των προφητών, τον περίφημο «μανικόν έρωτα». Κι όμως, συχνά μένουν κι αυτά απόμακρα και -στην καλλίτερη περίπτωση- ακατανόητα. Η εκκλησιαστική παρουσία δεν μπόρεσε ακόμη να γίνει διάφανη, ώστε να δεσπόσει μια αβίαστη προσωπική σχέση θεολόγου και μαθητή και ένας διάλογος εν αλήθεια. Ίσως να ‘ναι και κάτι άλλο: η εποχή που οι θρησκευόμενοι δεν «έκαναν πολιτική», απλούστατα επειδή αυτή την πολιτική την έκαναν οι συντηρητικές κυβερνήσεις, φαίνεται να περνάει, και να τη διαδέχεται η εποχή που οι θρησκευόμενοι αναγκάζονται να αναζητούν, μέσα στην περιρρέουσα προοδευτική ατμόσφαιρα, τρόπους φραστικού εκσυγχρονισμού και πολιτικής: τα δεσποτικά μηνύματα προς τη μαθητιώσα νεολαία μιλούν για αφοπλισμό, η βασίλεια του Θεού γίνεται δημοκρατία του Θεού, ενώ αντίστοιχα η «άθεη παιδεία» αντιμετωπίζεται με πανώ, και η απεργία πείνας προβάλλεται ως μέσο αγώνα από ανθρώπους που λίγο πριν την κατακεραύνωναν ως μέσο αυτοκτονίας. Το καινό κρασί μπαίνει σε παλιούς ασκούς, θάλεγε ο Φλωρόφσκυ, αλλά αντί να τους διαρρήξει, αποκτά τη μυρωδιά τους. Ποιός θα τολμήσει να χρησιμοποιήσει το ρίσκο δια την υπερβάλλουσαν αγάπην και να αυτοαμφισβητηθεί χρησιμοποιώντας το λόγο της Ορθοδοξίας;

 

Γ’

 

Μπορεί, φυσικά, ο οποιοσδήποτε να καρτερά μιάν αιφνίδια και ενθουσιώδη μεταστροφή των πάντων: οι μαθητές να φωτιστούν, οι θεολόγοι να εμπνευσθούν, τα

όποια Υπουργεία Παιδείας να εκκλησιοποιηθούν. Εγώ δεν την καρτερώ. Αν βλέπω κάτι, τώρα ή και υστερώτερα, είναι η προσωπική δουλειά του θεολόγου που πονά (όσο θα υπάρχει ως θεολόγος καθηγητής) και που θα τολμήσει «ώσπερ πελεκάν τετρωμένος την πλευράν» του να ζωοποιήσει «τους θανόντας παίδας, επιστάζων» σ’ αυτούς τους ζωτικούς χυμούς της ύπαρξής του.

Άν μπορεί να κάνει κάτι ο καθηγητής στο μάθημα των θρησκευτικών είναι να δώσει την Ελπίδα· κι αυτός, εξ άλλου, δεν κατέχει τίποτα παραπάνω. Να δώσει στους νέους μίαν υποψία, να δημιουργήσει ένα ρήγμα στην τρέχουσα κάκιστη γνώμη για την Εκκλησία. Να αμφισβητήσει την τετράγωνη δόμηση του κόσμου και να δείξει ότι αυτή η ζωή, η στηριγμένη πάνω σε αναγκαιότητες, αυτή η μαθητική ζωή που οδεύει μέσω των Πανελλαδικών στην κοινωνική ταξιθέτηση, αύτη η κοινωνία που ζητά μια πολύ προσγειωμένη λογική καριέρας για να επιζήσεις, δεν μπορεί να είναι κοινωνία αληθινή, και ότι η αληθινή ελευθερία, η αληθινή κοινωνία μπορεί να υπάρξει. Τι άλλο μπορεί να προσφέρει, από το να ανάψει στα παιδιά ένα ζοχάδιασμα ότι όλα, ακόμη και το σημερινό νοθευμένο ψωμί -αντικείμενο της προεκλογικής εκστρατείας και αντικείμενο συντεχνιακών διεκδικήσεων- μπορεί να γίνει το υλικό της Βασιλείας, Σώμα Θεού;

Το μάθημα των θρησκευτικών μπορούσε να γίνει πρωτοπορία, αποζήτηση των μαθητών, κι ωστόσο γίνεται ουραγός των ανθρωπιστικών επιστημών και ετεροχρονισμένος νεροκουβαλητής, που μόλις τώρα διακρίνει την αντιαυταρχική εκπαίδευση. Το πρόβλημα, η αντινομία θεσμού κι ελευθερίας δε μπορεί να αρθεί με νέα νομοθετήματα ή συμβόλαια. Ο θεολόγος καλείται, τέλος πάντων, να βγει από τη σιγουριά του, να νιώσει το σταύρωμα τού να προσφέρει το underground σκάνδαλο του Σταυρού. Να μην ανοίγει τη μαθητική ψυχή για να τυμβωρυχήσει αφήνοντας μέσα σαν κλεπταποδόχος τις ενοχές του. Σάμπως θα μας σώσει η νέα πρακτική των τοπικών κομματικών οργανώσεων που τώρα ανακαλύπτουν τις ερωτήσεις προς τον κυρίαρχο εισηγητή μετά την ομιλία; Να η οδύνη του τσουξίματος από αυτούς που θάπρεπε να είναι το αλάτι της γης.

 

ΣΥΝΑΞΗ, τεύχος 14, 1985, σελ. 84-86.