Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Διάφορες κατηχήσεις & κηρύγματα

1

Στις 15 Αυγούστου 1975, εορτή της Μεταστάσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, έλαβα κλήση για να παρουσιασθώ στο Προεδρικό Μέγαρο, το γνωστό και ως «Μέγαρο της Ανεξαρτησίας», στη Σαϊγκόν.

Όταν παρουσιάστηκα με συνέλαβαν αμέσως. Ήταν 2 η ώρα το μεσημέρι. Την ίδια ακριβώς ώρα, όλοι οι κληρικοί, οι μοναχοί και οι μονάζουσες έπρεπε να παρουσιασθούν υποχρεωτικά στo Θέατρο της Όπερας. Ο στόχος ήταν να αποφευχθεί κάθε πιθανή αντίδραση του λαού για τη σύλληψή μου. Έτσι λοιπόν ξεκινά για μένα ένα καινούριο και καθόλα ιδιαίτερο κεφάλαιο της ως τώρα διαδρομής μου. Έφυγα από την κατοικία μου φορώντας το ράσο μου και κρατώντας στην τσέπη μου ένα μικρό κομποσχοίνι. Κατά τη διαδρομή όμως προς τη φυλακή, συνειδητοποίησα πως θα χάσω τα πάντα. Το μόνο που μου απέμενε ήταν να παραδοθώ στην Πρόνοια του Θεού. Και παραδόξως ενώ βίωσα μια έντονη αγωνία, αισθάνθηκα παράλληλα μια μεγάλη χαρά: Σήμερα είναι η εορτή της Μεταστάσεως της Αειπαρθένου Μαρίας στον ουρανό!

Από τούδε και στο εξής απαγορεύεται αυστηρά να με προσφωνούν «Πατέρα, Σεβασμιώτατο…». Από τούδε και στο εξής είμαι απλά ο κύριος Βαν Τουάν. Απαγορεύεται αυστηρά να φέρω οποιοδήποτε διακριτικό σημείο της ιερωσύνης μου. Έτσι, χωρίς καμιά προειδοποίηση, είναι σαν ο Θεός να μου ζητά να επιστρέψω πάλι στην αρχή, πάλι στα ουσιώδη. Μέσα στο σοκ αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης, ενώπιος ενωπίω με το Θεό, αισθάνομαι τον Ιησού να μου θέτει την ερώτηση που απήυθυνε στον Πέτρο και στους άλλους μαθητές : «ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι;» (Ματθ16, 15).

Μέσα στη φυλακή, οι συγκρατούμενοί μου, που δεν είναι χριστιανοί, θέλουν να καταλάβουν τους λόγους της «εν εμοί ελπίδος». Με ρωτούν με κάθε ευγένεια και υγιή περιέργεια: γιατί τα εγκαταλείψατε όλα, οικογένεια, εξουσία, πλούτο, για να ακολουθήσετε το Χριστό; Δε μπορεί, πρέπει να υπάρχει κάποιος πολύ ιδιαίτερος και σημαντικός λόγος! Από την άλλη, οι δεσμοφύλακές μου με ρωτούν: Ο Θεός υπάρχει αληθινά; Και ο Ιησούς; Μήπως είναι απλώς μια δεισιδαιμονία; Δεν είναι όλα αυτά εφευρήματα της άρχουσας τάξης που μας καταπιέζει; Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να δώσω απαντήσεις, απαντήσεις που να είναι προσιτές, όχι χρησιμοποιώντας βαρύγδουπες φράσεις της σχολαστικής ορολογίας αλλά λόγια απλά, όπως τα λόγια του Ευαγγελίου. Και έτσι μια μέρα βρήκα έναν κάπως ιδιαίτερο τρόπο για να απαντήσω. Κάνω λοιπόν έκκληση στην κατανόηση και στην επιείκειά σας αν η απάντηση που έδωσα σας ακούγεται κάπως αιρετική. Αυτό λοιπόν που είπα στους δεσμοφύλακες αλλά και στους συγκρατούμενούς μου είναι πως εγκατέλειψα τα πάντα για να ακολουθήσω τον Ιησού γιατί αγαπώ …τα «ελαττώματά» Του!

 

2

 

Ελάττωμα πρώτο: ο Ιησούς δεν έχει καθόλου καλή μνήμη!

Πάνω στο Σταυρό, κατά την ύστατη ώρα πριν το τέλος, ο Ιησούς ακούει τη φωνή του ληστή που είναι κρεμασμένος στα δεξιά του: «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λκ 23, 42). Αν ήμουν στη θέση του Ιησού, θα είχα απαντήσει σίγουρα: «Εντάξει, δε θα σε ξεχάσω. Ωστόσο πρέπει να ξέρεις πως για να εξιλεωθείς για τα εγκλήματά σου χρειάζεσαι οπωσδήποτε μια εικοσαετία τουλάχιστον στο καθαρτήριο…». Αντιθέτως, ο Ιησούς του απαντά: «ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λκ 23, 43). Ο Ιησούς παραβλέπει αυτοστιγμεί κάθε ατόπημα αυτού του ανθρώπου.

 

Ελάττωμα δεύτερο: ο Ιησούς δεν έχει ιδέα από μαθηματικά!

Αν ο Ιησούς επρόκειτο να δώσει μια εξέταση στοιχειωδών έστω μαθηματικών είναι βέβαιο πως θα αποτύγχανε παταγωδώς! Η παραβολή του απολωλότος προβάτου το δείχνει αυτό πέραν κάθε αμφιβολίας. Ένας ποιμένας έχει εκατό πρόβατα. Ένα από αυτά χάνεται και ο ποιμένας σπεύδει χωρίς καμιά καθυστέρηση προς αναζήτησή του, αφήνοντας μόνα τους τα υπόλοιπα ενενήντα εννιά πρόβατα. Και όταν επιτέλους το βρίσκει, παίρνει το απολωλός πρόβατο πάνω στους ώμους του για να το φέρει πίσω (Λκ 15, 4-7). Κοντολογίς για τον Ιησού, ένα ίσον ενενήντα εννέα, ή μάλλον περισσότερο και από ενενήντα εννέα. Ποιος θα μπορούσε να δεχθεί ποτέ κάτι τέτοιο; Αλλά, το έλεος Του είναι άπειρο και απλώνεται από γενεά σε γενεά.

 

Ελάττωμα τρίτο: ο Ιησούς αγνοεί τους κανόνες της Λογικής!

Μία γυναίκα που έχει δέκα δραχμές διαπιστώνει ότι έχει χάσει μία δραχμή. Ανάβει λοιπόν το λύχνο με το λάδι για να αναζητήσει τη χαμένη δραχμή. Και όταν τη βρίσκει, καλεί φίλους και γείτονες και τους λέει: «συγχάρητέ μοι ὅτιεὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα» (Λκ 15, 9). Όμως είναι ειλικρινά περίεργο να ενοχλεί κανείς τους φίλους του για μία ασήμαντη δραχμούλα. Αλλά αυτό που είναι παντελώς παράλογο είναι να τους προσκαλεί για να γλεντήσουν την εύρεση της χαμένης δραχμής, ξοδεύοντας ενδεχομένως πολύ περισσότερα από μία δραχμή! Ίσως ούτε καν οι δέκα δραχμές να μην αρκέσουν για τη δαπάνη των εορτασμών της εύρεσης της μίας δραχμής! Αλλά στο τέλος αυτής της παραβολής, ο Ιησούς αποκαλύπτει την παράλογη «λογική» της καρδιάς Του: «οὕτω, λέγω ὑμῖν, χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦΘεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λκ 15, 10).

 

Ελάττωμα τέταρτο: ο Ιησούς είναι σκανδαλωδώς ριψοκίνδυνος!

Αυτός που αναλαμβάνει να διαφημίσει κάποιο προϊόν ή να παρουσιάσει το πρόγραμμα κάποιου υποψηφίου, ετοιμάζει την καμπάνια του με απόλυτη ακρίβεια και παρουσιάζοντας διάφορες δελεαστικές υποσχέσεις. Ο Ιησούς δεν κάνει τίποτε απολύτως από όλα αυτά. Το «πρόγραμμά» Του, αν ιδωθεί από ανθρώπινη σκοπιά, είναι καταδικασμένο σε βέβαιη αποτυχία. Σ΄ αυτούς που θα ήθελαν να Τον ακολουθήσουν, υπόσχεται ταλαιπωρίες και διωγμούς. Στους Αποστόλους Του, που εγκατέλειψαν τα πάντα στο κάλεσμά Του, δεν εγγυάται ούτε τα στοιχειώδη μέσα διαβίωσης, ούτε μία κατοικία. Το μόνο που τους δίνει είναι τη δυνατότητα να ζουν όπως Εκείνος. Στο γραμματέα που έρχεται και Του λέει πως επιθυμεί να Τον ακολουθήσει, Εκείνος απαντά: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰπετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸςτοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.» (Ματθ 8, 20). Και έπειτα υπάρχει το ευαγγελικό χωρίο των Μακαρισμών, που είναι μια ακριβέστατη αυτοπροσωπογραφία του Ιησού, του Ιησού που εμφανίζεται να αναζητά ασταμάτητα την αγάπη του Πατέρα και των αδελφών. Πώς να μην παρατηρήσει κανείς τις εκκωφαντικές παραδοξότητες που περιέχουν οι Μακαρισμοί (ακόμη κι αν έχουμε συνηθίσει να τους ακούμε):

- Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι…
- Μακάριοι οἱ πενθοῦντες…
- Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης…
- Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ᾿ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ (Ματθ 5, 3-12)

 

Ακόμη κι έτσι, οι Απόστολοι δείχνουν εμπιστοσύνη στον σκανδαλωδώς ριψοκίνδυνο Ιησού. Εδώ και 2000 χρόνια και μέχρι το τέλος του κόσμου, το πλήθος αυτών που ακολούθησαν, ακολουθούν και θα ακολουθήσουν τον Ιησού θα παραμένει ανεξάντλητο.

 

Ελάττωμα πέμπτο: ο Ιησούς είναι άσχετος σε θέματα οικονομίας ή διαχείρισης!

Ας θυμηθούμε την παραβολή των εργατών του αμπελώνος: «Ὁμοία γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωΐ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ» Αυτός ο οικοδεσπότης βγήκε το πρωί, αλλά ξαναβγήκε και την τρίτη ώρα, την έκτη ώρα, την ενάτη ώρα και την ενδεκάτη ώρα. Και όλους τους εργάτες που βρήκε, τους έστειλε να εργασθούν στον αμπελώνα του. Και όταν ήρθε το βράδυ και η ώρα της πληρωμής, έδωσε ο οικοδεσπότης από ένα δηνάριο, σε όλους τους εργάτες ανεξαιρέτως! (Ματθ 20, 1-16). Μπορείτε φυσικά να φανταστείτε πως αν ο Ιησούς ήταν ο διευθυντής κάποιας εταιρείας και ακολουθούσε ανάλογες στρατηγικές, τότε αυτή η εταιρεία προφανώς θα είχε προ πολλού χρεωκοπήσει! Πώς είναι δυνατόν να πληρώνονται με την ίδια αμοιβή αυτοί που δουλεύουν από το πρωί και αυτοί που δούλεψαν μόλις μία ώρα; Πρόκειται για περιφρόνηση της εργασίας των πρώτων; Ή μήπως ο Ιησούς δεν ξέρει να κάνει αυτούς τους απλούστατους υπολογισμούς; Όχι βέβαια! Ο Ιησούς ενεργεί με απόλυτη επίγνωση και εξηγεί: «οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς; εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι;» (Ματθ 20, 15)

 

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί: μα γιατί ο Ιησούς έχει όλα αυτά τα «ελαττώματα»; Και η απάντηση σε τούτο το ερώτημα είναι μία: Ο Ιησούς έχει όλα αυτά τα αδιόρθωτα ελαττώματα γιατί « Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α Ιωαν 4, 16). Η αληθινή αγάπη ούτε υπολογίζει, ούτε μετράει, ούτε βάζει εμπόδια και φραγμούς, ούτε λογαριάζει, ούτε κοιτά τις προσβολές ή τα χτυπήματα, ούτε θέτει όρους. Ο Ιησούς πάντα ενεργεί από αγάπη. Από το Θρόνο της Αγίας Τριάδος μεταφέρει σε μας μια αγάπη πελώρια, μια αγάπη άπειρη, μια αγάπη θεία, μια αγάπη που ανατρέπει τη λογική μας, μια αγάπη που θέτει σε έλεγχο όλα τα μέτρα με τα οποία κρίνουμε εμείς οι άνθρωποι.

Όταν στοχάζομαι αυτή την αγάπη, η καρδιά μου γεμίζει χαρά και ειρήνη. Ελπίζω, όταν φθάσω στο τέρμα της ζωής μου, ο Κύριος να με δεχθεί ως τον ελάχιστο των εργατών του αμπελώνος Του ώστε να μπορώ να υμνώ ακατάπαυστα την άπειρη ευσπλαχνία Του. Να μπορώ να υμνώ, μένοντας αιώνια εκστατικός, μπροστά στα θαυμάσια που ετοίμασε στους εκλεκτούς Του. Θα είμαι μακάριος να μπορώ να αντικρύζω τη θέα του προσώπου του Ιησού με όλα Του τα «ελαττώματα» που θα παραμείνουν -Δόξα τω Θεώ- για πάντα «αδιόρθωτα».

 

3

 

Κατά την περίοδο που ήμουν σε περιορισμό υπό την επιτήρηση της Αστυνομίας, μία σκέψη βασάνιζε μέρα και νύχτα το μυαλό μου: «Λαέ μου, λαέ μου που σε αγαπώ τόσο πολύ, είσαι ποίμνη χωρίς ποιμένα…» Αναζητούσα ένα τρόπο να έρθω σε επαφή με τους πιστούς μου, ακριβώς αυτή τη στιγμή που περισσότερο από ποτέ είχαν ανάγκη από τον ποιμένα τους. Τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία είχαν σφραγισθεί και τα βιβλία κατασχεθεί, τα σχολεία είχαν κλείσει. Είπα στον εαυτό μου πως δε θα περιμένω, θα ζήσω την παρούσα στιγμή και θα προσπαθήσω να εκφράσω όλη μου την αγάπη. Αλλά πώς; Μια νύχτα λοιπόν μου ήρθε μία φωτεινή σκέψη: «Φρανσουά, είναι πολύ απλό, πράξε όπως ο Απόστολος Παύλος που όταν ήταν στη φυλακή έγραφε τις επιστολές που απηύθυνε στις διάφορες χριστιανικές κοινότητες που είχε ιδρύσει». Έτσι το επόμενο πρωί, έγνεψα σε ένα επτάχρονο αγόρι που το είδα να επιστρέφει από την πρωινή λειτουργία που τελούνταν στις πέντε το πρωί, μέσα στο σκοτάδι και του είπα το εξής: «Πες στη μητέρα σου να μου αγοράσει τίποτε παλιά ημερολόγια». Έτσι και έγινε και το ίδιο βράδυ, όταν και πάλι είχε πέσει το σκοτάδι,μου έφερε αυτό το αγόρι κάποια παλιά ημερολόγια. Με τα χαρτιά από αυτά τα ημερολόγια, κάθε νύχτα, τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 1975 έγραφα από τη φυλακή ένα μήνυμα για τους πιστούς. Κάθε πρωί, το αγόρι ερχόταν να πάρει τα φύλλα που του έδινα, τα πήγαινε σπίτι του και τα αδέλφια του αναλάμβαναν να τα αντιγράψουν. Έτσι γράφτηκε το βιβλίο «Ο Δρόμος της Ελπίδας».

 

4

 

Κατά τη διάρκεια της μακράς ταλαιπωρίας μου όλα αυτά τα εννέα χρόνια που ήμουν σε απομόνωση, κλεισμένος μέσα σε ένα κελί χωρίς παράθυρο, έχοντας φως μόνο από μια ηλεκτρική λάμπα για μέρες ολόκληρες, άλλες φορές πάλι βυθισμένος στο απόλυτο σκοτάδι, δεν άντεχα, ήμουν στα πρόθυρα της ασφυξίας από τη ζέστη και την υγρασία, ήμουν στα πρόθυρα του να χάσω το νου μου. Ήμουν ακόμη ένας νέος επίσκοπος, με μόλις οκτώ χρόνια ποιμαντικής διακονίας πίσω μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, με βασάνιζε η σκέψη πως έπρεπε να εγκαταλείψω την επισκοπή μου, να αφήσω να πάνε στράφι ένα σωρό έργα και σχέδια που είχα καταστρώσει προς δόξαν Θεού. Αυτά τα αισθήματα τα αισθανόμουν σαν μια άγρια εξέγερση εναντίον όλου του είναι μου.

 

5

 

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου υπήρξαν κάποιες παρατεταμένες περίοδοι που υπέφερα επειδή δεν κατάφερνα με τίποτα να προσευχηθώ. Ήταν περίοδοι όπου αισθανόμουν να καταποντίζομαι σε μία άβυσσο φυσικής και διανοητικής αδυναμίας. Και, όχι μία, αλλά πολλές φορές, έφτασα να κραυγάζω όπως ο Ιησούς πάνω στο Σταυρό: Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες; Όμως έκανα λάθος γιατί ο Θεός δε με εγκατέλειψε ποτέ. Στη φυλακή, κάποιοι από τους δεσμοφύλακες είχαν μάθει λατινικά για να μπορούν να διαβάζουν εκκλησιαστικά έγγραφα και κείμενα. Και μία μέρα, ένας από αυτούς με ρώτησε:

- Θα μπορούσατε να μου μάθετε έναν ύμνο στα λατινικά;

- Φυσικά, αλλά υπάρχουν πάρα πολλοί πανέμορφοι ύμνοι, ο ένας πιο ωραίος από τον άλλον…

- Ψάλετε εσείς και εγώ θα σας ακούσω και θα διαλέξω.

 

Ξεκίνησα λοιπόν να ψέλνω κάποιους ύμνους: Ave maris stella, Salve Mater, Veni Creator… Kαι ο φύλακας, αφού άκουσε αυτούς τους ύμνους επέλεξε το Veni Creator! Δε θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω πως θα ήταν δυνατό ένας άθεος αστυνομικός να μάθει να ψέλνει από στήθους ολόκληρο αυτό τον ύμνο και ακόμη περισσότερο πως θα τον έψελνε έκτοτε και χωρίς εξαίρεση κάθε πρωί, στις επτά η ώρα περίπου, όταν κατέβαινε από την ξύλινη σκάλα στον κήπο για να κάνει την πρωινή του γυμναστική και το συνηθισμένο του μπάνιο.

 

Κάποια άλλη βραδιά, ήμουν άρρωστος στη φυλακή του Φου Καν. Βλέπω έναν αστυνομικό να περνάει από μπροστά μου και του φωνάζω: «Για έλεος, είμαι πολύ άρρωστος, σας παρακαλώ δώστε μου ένα φάρμακο». Μου απαντάει: «Εδώ δεν υπάρχει ούτε έλεος, ούτε αγάπη, εδώ υπάρχει μόνο υπευθυνότητα». Ιδού η ατμόσφαιρα που αναπνέαμε και υπομέναμε στη φυλακή. Όταν με βάζουν στο κελί της απομόνωσης, με επιτηρεί πάντοτε μία ομάδα πέντε δεσμοφυλάκων εκ των οποίων οι δύο είναι μαζί μου. Η διοίκηση προβλέπει πως η ομάδα πρέπει να αλλάζει κάθε δύο εβδομάδες ώστε να μη «μολύνω» τους δεσμοφύλακες με τις ιδέες μου. Τελικά όμως η διοίκηση αποφασίζει να σταματήσει την αλλαγή των δεσμοφυλάκων ώστε να μην τους «μολύνω» όλους!

Στην αρχή, οι φύλακες δε μου μιλούν καθόλου, απαντούν στις ερωτήσεις μου μόνο με ένα ξερό ναι ή όχι. Είναι στ’ αλήθεια θλιβερό, προσπαθώ να είμαι μαζί τους όσο πιο ευγενικός γίνεται αλλά είναι αδύνατο. Εκείνοι δεν μου απευθύνουν ούτε κουβέντα. Και έτσι δε μπορώ τίποτε να τους προσφέρω: δεν είμαι παρά ένας φυλακισμένος, όλα μου τα ρούχα είναι σημαδεμένα με μεγάλα γράμματα: ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΡΙΟ. Τι μπορώ να κάνω;

Μια νύχτα, μία σκέψη μου έρχεται στο μυαλό: Φρανσουά, είσαι ακόμη πάρα πολύ πλούσιος. Έχεις μέσα στην καρδιά σου την αγάπη του Χριστού. Αγάπησέ τους λοιπόν, όπως σε αγαπά ο Χριστός. Έτσι την επόμενη, βίασα τον εαυτό μου να τους αγαπήσει, να αγαπήσει το πρόσωπο του Χριστού στο πρόσωπο των δεσμοφυλάκων. Τους χαμογέλασα ευπροσήγορα, τους είπα λόγια ευγενικά. Ξεκίνησα να τους διηγούμαι τις αναμνήσεις μου από τα ταξίδια που είχα κάνει στο εξωτερικό, πώς ζούνε οι άνθρωποι στην Αμερική, στον Καναδά, στην Ιαπωνία, στις Φιλιππίνες, στη Σιγκαπούρη, στη Γαλλία, στη Γερμανία. Τους μιλάω για την οικονομία, για την ελευθερία, για την τεχνολογία. Και όλα αυτά ξυπνούν την περιέργειά τους και τους ωθούν να μου θέσουν πολυάριθμες ερωτήσεις. Σιγά σιγά, μια φιλία αναπτύσσεται μεταξύ μας. Μου λένε πως θέλουν να μάθουν ξένες γλώσσες, τα γαλλικά, τα αγγλικά. Και έτσι οι δεσμοφύλακές μου γίνονται σταδιακά …μαθητές μου! Η ατμόσφαιρα στη φυλακή αλλάζει άρδην, η ποιότητα των σχέσεων βελτιώνεται αισθητά, ακόμη και με τους διοικητές της αστυνομίας. Όταν οι τελευταίοι συνειδητοποιούν την ειλικρίνεια των αισθημάτων μου απέναντι στους δεσμοφύλακες, όχι μόνο δε μου απαγορεύουν να τους βοηθώ στην εκμάθηση ξένων γλωσσών αλλά μου στέλνουν και επιπλέον μαθητές!

 

6

 

Όταν υπάρχει αγάπη, αισθανόμαστε αμέσως τη χαρά και την ειρήνη γιατί ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσά μας. Μίλα λοιπόν μια μόνο γλώσσα: τη γλώσσα της αγάπης.

Πάνω στα βουνά του Βεν Φου, στη φυλακή του Βεν Κουαν, ήταν μια βροχερή μέρα και εγώ έπρεπε να βγω να κόψω ξύλα. Τότε ρώτησα το φύλακά μου:

- Μπορώ να σας ζητήσω μία χάρη;

- Τι χάρη θέλετε από μένα; Θα ήθελα αν μπορούσα να σας βοηθήσω.

- Θα ήθελα να σκαλίσω ένα κομμάτι ξύλο και να του δώσω το σχήμα του Σταυρού.

- Μα δεν ξέρετε πως απαγορεύεται αυστηρά να έχετε το οποιοδήποτε θρησκευτικό αντικείμενο;

- Το ξέρω, όμως είμαστε φίλοι και σας υπόσχομαι πως θα το κρύψω.

- Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και για σας και για μένα.

- Κλείστε τα μάτια. Θα το κάνω τώρα δα και θα είμαι εξαιρετικά προσεκτικός…

 

Ο φύλακας έφυγε και με άφησε μόνο μου. Σκάλισα λοιπόν αυτό το Σταυρό και τον έκρυψα μέσα σε ένα κομμάτι σαπούνι. Τον φύλαξα εκεί κρυμμένο μέχρι την απελευθέρωσή μου. Αργότερα, έντυσα αυτόν τον ξύλινο Σταυρό με λίγο μέταλλο και έτσι εκείνο το κομμάτι ξύλο έγινε ο Επισκοπικός μου Σταυρός.

 

Σε μία άλλη φυλακή, κάποια στιγμή ζητάω από τον φύλακά μου, που είναι ήδη φίλος μου, ένα κομμάτι από ηλεκτρικό σύρμα. Στο άκουσμα αυτού του αιτήματος εκ μέρους μου πανικοβάλλεται:

- Αυτό που ξέρω από την σχολή της Αστυνομίας είναι πως αν κάποιος ζητά ηλεκτρικό σύρμα, είναι γιατί θέλει να αυτοκτονήσει…!

Του εξηγώ:

- Οι καθολικοί ιερείς δεν αυτοκτονούν ποτέ.

- Τότε τί το θέλετε το ηλεκτρικό σύρμα;

- Θα ήθελα να φτιάξω μια μικρή αλυσίδα για να φορέσω το Σταυρό μου.

- Μα πώς μπορείτε να φτιάξετε μια αλυσίδα με ηλεκτρικό σύρμα; Αυτό είναι αδύνατο!

- Φέρτε μου δύο μικρές πένσες και θα σας δείξω πώς γίνεται…

- Είναι πολύ επικίνδυνο!

- Μα καλά, δεν είμαστε φίλοι;

 

Ο φύλακάς μου είναι κάπως διστακτικός αλλά τελικά λέει:

- Σε τρεις μέρες θα σας δώσω την απάντησή μου.

 

Τρείς μέρες μετά, ο φύλακας με συναντά και μου λέει:

- Είναι δύσκολο να σας αρνηθεί κάποιος κάτι. Ιδού λοιπόν τι σκέφτηκα: σήμερα το βράδυ θα σας φέρω τις δύο μικρές πένσες αλλά πρέπει από τις επτά μέχρι τις έντεκα η δουλειά να έχει τελειώσει. Θα στείλω το δεύτερο φύλακα να κάνει μία βόλτα «Ανόι by night»… Αν τυχόν μας έβλεπε, αυτό σίγουρα θα μας στοίχιζε μία καραμπινάτη καταγγελία…

 

Έτσι κι έγινε. Κόψαμε το σύρμα σε μικρά κομμάτια, στο μήκος ενός σπίρτου, τα ενώσαμε με τις πένσες και η αλυσίδα ήταν έτοιμη πριν τις 11 το βράδυ! Αυτό το Σταυρό και αυτή την αλυσίδα δεν τα βγάζω ποτέ από πάνω μου, τα φοράω κάθε μέρα, όχι σαν «ενθύμια φυλακής», αλλά σαν σημεία μιας βαθιάς πεποίθησης, μιας διαρκούς υπενθύμισης για μένα: μόνο η χριστιανική αγάπη μπορεί να αλλάξει τις καρδιές, όχι τα όπλα, όχι οι απειλές, όχι τα μέσα ή η πολιτική. Για τους φύλακές μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσουν πώς είναι δυνατόν να αγαπάμε τους εχθρούς μας, να μπορούμε να συγχωρούμε, να μπορούμε να συμφιλιωνόμαστε μαζί τους. Συχνά με ρωτούσαν:

- Μα όντως μας αγαπάτε αληθινά;

- Ναι σας αγαπώ αληθινά.

- Ακόμη και όταν σας κάνουμε κακό; Ακόμη και αν υποφέρετε και αν παραμένετε στη φυλακή επί τόσα χρόνια, χωρίς καν να έχετε δικαστεί;

- Μα σκεφτείτε τα χρόνια που μοιραστήκαμε. Σας έχω αγαπήσει πραγματικά.

- Όταν όμως ελευθερωθείτε, θα στείλετε κάποιον από το στρατόπεδό σας για να μας βλάψει, εμάς ή και τις οικογένειές μας…

- Όχι, θα εξακολουθώ να σας αγαπώ, ακόμη κι αν θέλετε να με σκοτώσετε.

- Μα γιατί;

- Γιατί ο Χριστός με διδάσκει να σας αγαπώ. Αν δεν το έκανα, δε θα ήμουν άξιος να ονομάζομαι χριστιανός.

 

7

 

Το μεγαλύτερο σφάλμα είναι να μην είμαστε ικανοί να αναγνωρίσουμε το πρόσωπο του Χριστού στους αδελφούς μας. Και όντως υπάρχουν πολλοί αδελφοί μας που θα ανακαλύψουν αυτή την πραγματικότητα κατά την εσχάτη ημέρα. Ο Χριστός εγκαταλείφθηκε πάνω στο Σταυρό αλλά είναι παρών και συμπάσχων με κάθε συνάνθρωπό μας που μπορεί να υποφέρει σε οποιοδήποτε μέρος της γης. Η αγάπη δεν μπορεί να έχει σύνορα. Αν έχει σύνορα, παύει να είναι αγάπη.

 

 

8

 

Όταν το 1975 φυλακίσθηκα, αμέσως άρχισε να με απασχολεί μια βασανιστική ερώτηση: «Θα μπορούσα να εξακολουθήσω να τελώ τη Θεία Ευχαριστία;» Θυμάμαι πως κατά τη σύλληψή μου έπρεπε να φύγω αμέσως, με τελείως άδεια χέρια, χωρίς να μπορώ να πάρω τίποτε μαζί μου. Την επομένη, οι φύλακές μου μού επέτρεψαν να επικοινωνήσω με τους δικούς μου ώστε να μου στείλουν κάποια είδη πρώτης ανάγκης: μια αλλαξιά, μια οδοντόβουρτσα… Τους έγραψα λοιπόν: «Σας παρακαλώ, στείλτε μου και λίγο κρασί ως φάρμακο για το στομαχόπονο». Οι πιστοί φυσικά κατάλαβαν αμέσως και μου έστειλαν νάμα σε ένα μικρό μπουκαλάκι με την ετικέτα: «φάρμακο για τον στομαχόπονο». Μου έστειλαν επίσης λίγες όστιες, κρυμμένες μέσα σε ένα φακό για να προστατευτούν από την υγρασία. Η Αστυνομία με ρώτησε:

- Έχετε πόνους στο στομάχι;

- Ναι.

- Ορίστε λίγο φάρμακο για σας.

 

Δεν είναι δυνατό να περιγραφεί η χαρά που ένοιωσα: κάθε μέρα, με τρεις μικρές σταγόνες κρασί και μία σταγόνα νερό μέσα στην παλάμη του χεριού μου τελώ τη Θεία Ευχαριστία. Να ποιο είναι το θυσιαστήριό μου και ποιος είναι ο καθεδρικός μου ναός! Η Θεία Ευχαριστία είναι η αληθινή ίαση ψυχής και σώματος: Είναι φάρμακο αθανασίας, αντίδοτο του μη αποθανείνκαι που μας επιτρέπει να μετέχουμε στη Ζωή του Χριστού, κατά τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας. Έτσι ακόμη και μέσα στη φυλακή μπορούσα να αισθάνομαι μέσα στην καρδιά μου τους κτύπους της καρδιάς του Χριστού. Αισθανόμουν πως η ζωή μου γινόταν Ζωή Του, και ότι η Ζωή Του γινόταν ζωή μου. Η Θεία Ευχαριστία μπόρεσε να γίνει και για τους χριστιανούς συγκρατούμενούςμου μια κρυμμένη πηγή ελπίδας και κουράγιου, μέσα σε όλες αυτές τις δυσκολίες. Οι χριστιανοί που κρατούνταν μαζί μου μπορούσαν έτσι να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων κρυφά, μέσα στην παρανομία, όπως δυστυχώς συνέβη τόσο συχνά στις απανταχού φυλακές του εικοστού αιώνα.

 

Στο αναμορφωτήριο, ήμαστε μοιρασμένοι σε ομάδες των πενήντα ατόμων. Κοιμόμαστε σε μία κοινή κλίνη, όπου ο χώρος που αντιστοιχούσε στον καθένα ήταν 50 εκατοστά. Είχαμε όμως συνεννοηθεί ώστε γύρω μου να είναι όλοι οι χριστιανοί κρατούμενοι. Στις 9,30 το βράδυ ακριβώς, το φως έκλεινε και όλοι οι κρατούμενοι έπρεπε να κοιμηθούν. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έγερνα λίγο στο πλάι του κρεββατιού και τελούσα τη Θεία Ευχαριστία από στήθους. Στη συνέχεια μετέδιδα τη Θεία Κοινωνία στους χριστιανούς περνώντας το χέρι μου κάτω από τα καλύμματα. Μάλιστα, είχαμε φτιάξει μικρές χάρτινες θήκες από τσιγαρόχαρτα ώστε να μπορούμε να φυλάξουμε τη Θεία Κοινωνία και να τη μεταφέρουμε και στους άλλους χριστιανούς. Έτσι το Σώμα του Κυρίου μας ήταν πάντα μαζί μου, μέσα στην τσέπη από το πουκάμισό μου.

 

9

 

Μία μέρα, ενώ ετοίμαζα το γεύμα μου, ακούω να χτυπάει το τηλέφωνο ενός από τους φύλακές μου. Αυτό το τηλεφώνημα είναι ίσως για μένα, σκέφτηκα αμέσως, όντως σήμερα είναι 21 Νοεμβρίου, είναι η εορτή των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ύστερα από λίγο, ένας φύλακας με πλησιάζει και μου λέει:

- Τελειώσατε το φαγητό σας;

- Όχι ακόμη

- Μόλις τελειώσετε το γεύμα σας ετοιμασθείτε, θα πρέπει να δείτε τον αρχηγό.

 

Εκείνο το απόγευμα λοιπόν συνάντησα τον Υπουργό των Εσωτερικών:

- Έχετε να εκφράσετε κάποια επιθυμία;

- Ναι, κύριε Υπουργέ, θέλω να απελευθερωθώ.

- Πότε;

- Σήμερα.

 

Φυσικά, το να ζητήσει κανείς να γίνει κάτι αμέσως ακούγεται ανεδαφικό γιατί οι υπεύθυνοι πάντοτε χρειάζονται χρόνο για να αποφασίσουν, για να εκτελέσουν τις διατυπώσεις κτλ… Ωστόσο, έχω πίστη. Ο Υπουργός με κοιτά έκπληκτος και του εξηγώ:

- Κύριε Υπουργέ, είμαι υπό κράτηση εδώ και πάρα πολύ καιρό. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής μου έχουν περάσει τρεις Πάπες: ο Παύλος 6ος, ο Ιωάννης-Παύλος 1ος και ο Ιωάννης-Παύλος 2ος. Επιπλέον έχουν περάσεις τέσσερεις Γενικοί Γραμματείς του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος: ο Μπρέζνιεφ, ο Αντρόπωφ, ο Τσερνένκο και ο Γκορμπατσώφ!

 

Ο Υπουργός γελά κουνώντας το κεφάλι συγκαταβατικά:

- Είναι αλήθεια, όντως είναι αλήθεια!

 

Και γυρνώντας στο γραμματέα του λέει:

- Κάνετε ό,τι είναι απαραίτητο για να ικανοποιηθεί η επιθυμία του.

 

10

 

Κάποια νύχτα, άκουσα μια βαθιά εσωτερική φωνή να μιλάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά μου και να μου λέει: «Γιατί βασανίζεσαι έτσι; Πρέπει επιτέλους να καταλάβεις τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αγάπη για το Θεό και στην αγάπη για τα έργα του Θεού. Όλα όσα ως τώρα κατάφερες και επιθυμείς να συνεχίσεις να κάνεις, οι ποιμαντικές επισκέψεις, η εκπαίδευση των δόκιμων ιερέων, η κατήχηση των μοναχών, των λαϊκών, των νέων, η κατασκευή σχολείων και εστιών για τους φοιτητές, η ιεραποστολή προς τους μη χριστιανούς, όλα αυτά είναι υπέροχα, είναι τα έργα του Θεού, όμως δεν είναι ο Θεός! Αν ο Θεός θέλει να τα αφήσεις όλα αυτά, κάνε το αμέσως και έχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν. Ο Θεός θα οικονομήσει τα πράγματα πολύ καλύτερα από σένα, θα φροντίσει να βρεθούν άλλοι που θα είναι πολύ πιο ικανοί από σένα. Θυμήσου πως εσύ επέλεξες το Θεό και μόνον Αυτόν, όχι τα έργα Του

Αυτή η φωνή μου χάρισε ένα φως, μια εσωτερική ειρήνη που μετέβαλε ριζικά τον τρόπο που σκεπτόμουν και που με βοήθησε να ξεπεράσω και τις πλέον δύσκολες -στα όρια του απάνθρωπου- καταστάσεις. Από τη στιγμή που άκουσα μέσα μου αυτή τη φωνή, μια καινούρια δύναμη γέμισε την καρδιά μου και με στήριξε σε όλα αυτά τα δεκατρία χρόνια της φυλάκισής μου. Κάθε φορά που αισθανόμουν να με καταβάλλει η ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στις δύσκολες καταστάσεις, ανακαλούσα αυτά τα λόγια και η ειρήνη που μου χάριζαν δε με εγκατέλειψε ποτέ.

Να επιλέγουμε λοιπόν το Θεό και όχι τα έργα του Θεού! Ιδού ποιο είναι για μένα το θεμέλιο της χριστιανικής ζωής σε κάθε φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Και είναι ακόμη για μένα αυτό το πιο ουσιαστικό μήνυμα που μπορούμε να δώσουμε στον σύγχρονο κόσμο μας. Αυτός είναι ο δρόμος μέσω του οποίου πραγματώνεται το σχέδιο του Πατέρα για μας, για την Εκκλησία και για όλη την ανθρωπότητα.

15

 

 

του Καρδινάλιου

Φρανσουά-Ζαβιέ Νγκογιέν

ΒΑΝ ΤΟΥΑΝ

Μετάφραση: Χάρης Χατζηγώγος

Συγγραφέας: Thuan Van Nguyen Francois Xavier