Διάφορες κατηχήσεις & κηρύγματα

Συγγραφέας: Ζουμπουλάκης Σταύρος

«Δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη»1

Το ανά χείρας βιβλίο του Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χαρτ (γενν. 1965), Αμερικανού ορθόδοξου θεολόγου, αποτελεί αντίδραση στο ρεύμα των νέων αθεϊστών.

Οι νέοι αθεϊστές δεν είναι άγνωστοι στην Ελλάδα, βιβλία των Ρίτσαρντ Ντώκινς, Κρίστοφερ Χίτσενς, Ντάνιελ Ντέννετ, Σαμ Χάρρις, εναντίον των οποίων στρέφεται ο Χαρτ, έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά και τα βρίσκει εύκολα κανείς στα βιβλιοπωλεία. Στη γλώσσα μας μάλιστα έχουν μεταφραστεί και βιβλία που ανήκουν στο ίδιο ρεύμα (Μισέλ Ονφραί, Ελί Μπαρναβί) και τα οποία αγνοεί ο Χαρτ, γιατί ο κόσμος του είναι αποκλειστικά αμερικανικός ή αγγλοσαξονικός. Όλα τούτα τα βιβλία είναι  πολεμικά εναντίον  των θρησκειών, θέλουν  να πείσουν ή να μεταπείσουν τους ανθρώπους να απαλλαγούν από το βάρος του Θεού και να απελευθερωθούν από τα δεσμά της θρησκευτικής πίστης. Ο Ντώκινς, ο πατριάρχης του κινήματος, το δηλώνει ρητά στον Πρόλογο της Περί Θεού αυταπάτης: «Εάν το παρόν βιβλίο καταφέρει να εκπληρώσει τις προσδοκίες μου, οι θρησκευόμενοι αναγνώστες που θα το ανοίξουν θα έχουν καταλήξει άθεοι πριν το αφήσουν από τα χέρια τους». Όσοι δεν πεισθούν είναι «φανατισμένοι θρησκόληπτοι» που «έχουν ανοσία απέναντι στην επιχειρηματολογία». Όσοι εκ των θρησκευομένων δεν υπέστησαν «πολύ ύπουλη» κατήχηση στα παιδικά τους χρόνια ή, αν την υπέστησαν, «η εγγενής ευφυΐα [τους] είναι αρκετά ισχυρή ώστε να την υπερκεράσει», τότε «χρειάζονται λίγη μόνο ενθάρρυνση ώστε να απελευθερωθούν εξ ολοκλήρου από τη μέγγενη της θρησκείας. Τουλάχιστον, ελπίζω ότι κανένας άνθρωπος, έχοντας διαβάσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μπορεί να πει: “Δεν ήξερα ότι μπορούσα [να απελευθερωθώ]”»2. Ο έτερος στυλοβάτης του κινήματος, ο Χίτσενς, δεν αρκέστηκε στο βιβλίο του God is not Great: How Religion Poisons Everything (2007)3, αλλά εξέδωσε για τις ανάγκες της κατήχησης του ποιμνίου του και ένα ανθολόγιο αθεϊστικών κειμένων από τον Λουκρήτιο μέχρι σήμερα: The Portable Atheist. Essential Readings for the Nonbeliever (Da Capo Press, 2007).

Έχω διαβάσει κάμποσα από τα βιβλία αυτά, ομολογώ όμως ότι τα βαριέμαι, δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον. Πρόκειται ουσιαστικά για βιβλία προπαγάνδας. Φανατικά, απλοϊκά, χοντροκομμένα. Θεωρούν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως όποιος πιστεύει στον Θεό είναι ή φανατικός ή ηλίθιος ή ψυχικά διαταραγμένος. Πώς να τα πάρεις στα σοβαρά;  Σε όποιον θέλει να έχει μια ιδέα, χωρίς να δαπανήσει πολύ χρόνο –ο γαρ βίος βραχύς και η τέχνη μακρά– θα πρότεινα το βιβλίο του Σαμ Χάρρις, Letter to a Christian Nation (2006)4 –το έθνος-παραλήπτης είναι βεβαίως το αμερικανικό–,  γιατί είναι πολύ μικρό και διαβάζεται σε ένα απόγεμα. Αυτό λοιπόν το τερατώδους απλοϊκότητας βιβλίο το προλογίζει ο ίδιος ο  Ντώκινς, λέγοντας μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ο Χάρρις ποτέ δεν αστοχεί. Καμιά πρότασή του δεν είναι άστοχη, γεγονός το οποίο εξηγεί γιατί αυτό το βιβλίο αποδεικνύεται τόσο αποστομωτικό», και λίγο παραπάνω «αν επιζήσετε από το μπαράζ επιχειρημάτων του Χάρρις, τότε μπορείτε να αντιμετωπίζετε τον κόσμο γαλήνια»5

Πιστεύω επιπλέον πως τα βιβλία αυτά δεν μεταπείθουν τελικά κανέναν πιστό.  Πείθουν  τους ήδη πεπεισμένους.  Οι άνθρωποι δεν χάνουν την πίστη τους επειδή διαβάζουν Ντώκινς και Χίτσενς (ή Ντίτσκινς, καταπώς ενοποιεί τα επώνυμά τους και τους συναναφέρει ο Ήγκλετον) ούτε ασφαλώς τη βρίσκουν επειδή διαβάζουν Χαρτ. Πρέπει να παραδεχτώ ωστόσο πως δεν μπορώ να εκτιμήσω τι επίδραση ενδέχεται να ασκήσουν σε εκείνους που ταλαντεύονται μεταξύ πίστης και απιστίας. Όπως ήταν επόμενο, τα πολεμικά αυτά βιβλία συνάντησαν ισχυρή αντίδραση εκ μέρους πολλών πιστών (αλλά και μη πιστών). Δεκάδες τέτοια βιβλία εκατέρωθεν αριθμεί πια η σχετική διαμάχη, χώρια τα άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. Στα ελληνικά, εκτός από αθεϊστικά, έχουν μεταφραστεί, όσο ξέρω, από την αντίπαλη πλευρά, δύο βιβλία του Άλιστερ ΜακΓκράθ και ένα του Τέρρυ Ήγκλετον6.

Σε αυτή την ομάδα των αντιρρητικών προς τους νέους αθεϊστές έργων ανήκει, όπως προείπαμε, και το παρόν βιβλίο του Ντέιβιντ Μπέντλεϋ Χαρτ, όπως υποδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του: Atheist Delusions, που παραπέμπει άμεσα στο βιβλίο του Ντώκινς The God Delusion. Η λέξη delusion δίνει και παίρνει στη σχετική διαμάχη. Ο καθένας θεωρεί ότι η δική του θέση εκφράζει την αλήθεια, ενώ του άλλου είναι αυταπάτη και παραλήρημα. Η συχνή χρήση του όρου, τον οποίο επέβαλε ο Ντώκινς και χρησιμοποιούν έκτοτε όλοι οι αντιμαχόμενοι, ο ένας κατά του άλλου,  δεν φανερώνει απλώς τον εκ προοιμίου πολεμικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, όπου κανείς δεν ακούει την άποψη της άλλης πλευράς,  αλλά προδίδει και το χαμηλό εν γένει επίπεδό της. 

Οι νέοι αθεϊστές  έχουν ουσιαστικά δύο επιχειρήματα: πρώτον, η θρησκευτική πίστη είναι αβάσιμη, παράλογη, ενάντια σε όλα τα επιστημονικά δεδομένα, και,  δεύτερον, οι θρησκείες στάθηκαν πηγή βίας, πολέμων, καταπίεσης, φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Όλοι οι συγγραφείς του κινήματος αυτά τα επιχειρήματα αναπαράγουν διαρκώς, με διαφορετικές ο καθένας αποχρώσεις και εμφάσεις.  Ο Χαρτ επιλέγει ως πεδίο αντιμέτρησης με τους νέους αθεϊστές όχι τη φιλοσοφία ή τη θεολογία, με σκοπό την αντίκρουση του πρώτου επιχειρήματός τους, αλλά την  ιστορία, με σκοπό την αντίκρουση του δεύτερου επιχειρήματος. Θα περιορίσει την υπεράσπισή του της θρησκείας στην υπεράσπιση του χριστιανισμού, γιατί καταλαβαίνει σωστά ότι ο χριστιανισμός αποτελεί τον κύριο πολεμικό στόχο των νέων αθεϊστών. Στο πεδίο της ιστορίας όμως, όπου διαλέγει ο συγγραφέας να υπερασπιστεί τον χριστιανισμό, εκεί  για κάθε θετική επίδρασή του στη ζωή και στην κοινωνία, ένας άλλος μπορεί να αντιτάξει, έγκυρα και τεκμηριωμένα, μια αρνητική. Δεν θα παρακολουθήσω τον Χαρτ στις ιστορικές αναλύσεις του σε πάμπολλα γεγονότα και ζητήματα, για καθένα από τα οποία  έχουν γραφτεί βιβλιοθήκες ολόκληρες. Η ιστορία δεν γράφεται με αντιρρητικές, πολεμικές προθέσεις. Στις ιδεολογικές διαμάχες, φευ, ο αντίπαλος σε προσδιορίζει και συχνά σε παγιδεύει. Επιπλέον, μια συζήτηση για διάφορα ιστορικά καθέκαστα δεν είναι μόνο αδύνατη μέσα σε λίγες αράδες, αλλά είναι και μάταιη, σε σχέση με το επίδικο ζήτημα: πρόκειται να χάσει κανείς την πίστη του ή να την ξαναβρεί λόγω μιας ακριβέστερης ιστορικής αποτίμησης του Μεγάλου Θεοδοσίου ή του Ιουστινιανού;

Ο ίδιος ο Χαρτ ομολογεί στις πρώτες αράδες του κειμένου του πως δεν γράφει ιστορικό πόνημα, με τις απαιτήσεις της σύγχρονης ιστορικής επιστήμης:

Το κείμενό μου δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα «ιστορικό δοκίμιο», που δεν είναι σε κανένα σημείο απαλλαγμένο από τη μεροληψία και γράφτηκε κατά βάση με στόχο απολογητικό, κατέναντι μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τον αντίκτυπο που είχε ο χριστιανισμός στην εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού (σ. 9)7

Τα λόγια αυτά του Χαρτ (και άλλα σποράδην μέσα στο βιβλίο) επιβεβαιώνουν την πεποίθησή μας ότι είναι εντελώς ατελέσφορο να εξετάσουμε αναλυτικά πού έχει ενδεχομένως δίκιο έναντι των αντιπάλων του. Η υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας και βιοτής δεν γίνεται με ιστορικές μεροληψίες.  

Ευτυχώς που ο ίδιος ο Χαρτ θεωρεί ότι αυτές οι απολογητικές ιστορικές αντικρούσεις δεν αποτελούν την καρδιά του βιβλίου του. Η καρδιά του βιβλίου, πιστεύει ο συγγραφέας (σ. 16), χτυπάει στο τρίτο μέρος του, εκεί όπου εξηγεί ποια είναι η επανάσταση του χριστιανισμού, η οποία δίνει και τον υπότιτλο του βιβλίου (The Christian Revolution and its Fashionable Enemies). Εδώ θα τον παρακολουθήσουμε τον συγγραφέα, χωρίς ωστόσο να τον ακολουθήσουμε σε όλα (κυρίως στη συλλήβδην απορριπτική στάση του έναντι του Διαφωτισμού και της νεωτερικότητας).

Ποιο είναι λοιπόν αυτό το επαναστατικά καινό που έφερε ο χριστιανισμός στον κόσμο, και το οποίο δεν υπήρχε πριν από αυτόν;  Οι λαμπροί καθεδρικοί ναοί, τα υπέροχα ψηφιδωτά, η θαυμάσια μουσική, οι μεγάλες θεολογικές συνθέσεις;  Όποιος ψάχνει την αξία και το μεγαλείο του χριστιανισμού στη Ραβέννα, στην Αγία Σοφία, στη Μονή της Χώρας ή στον Τζιόττο, στη βυζαντινή μουσική, στο γρηγοριανό μέλος ή στον Μπαχ, στους μεγάλους θεολόγους και συγγραφείς, ων ουκ έστιν αριθμός, ψάχνει λάθος, και γι’ αυτό δεν βρίσκει. Δεν βρίσκει την καινότητα ζωής του χριστιανισμού, βρίσκει απλώς ό,τι υπάρχει παντού, ό,τι υπάρχει και σε άλλους πολιτισμούς, αλλού καλύτερα και αλλού χειρότερα. Ο χριστιανισμός δεν είναι τίποτε από όλα αυτά, απολύτως τίποτε! Ο χριστιανισμός είναι οι αμέτρητες, μυριάδες μυριάδων, άγνωστες και ανώνυμες, πράξεις καλοσύνης, αλληλεγγύης, συγχώρησης, αγάπης και θυσίας, που έγιναν επειδή εκατομμύρια άνθρωποι αποφάσισαν να ζήσουν ως μαθητές του Χριστού, του Θεού που κένωσε τον εαυτό του, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος. 

Τι είναι ένας χριστιανός; Κάποιος που γράφει καλά ποιήματα, συνθέτει ωραίες μελωδίες, χτίζει και ζωγραφίζει καλά; Μα τι σχέση έχουν όλα αυτά με το Ευαγγέλιο; Χριστιανός είναι κάποιος που δίνει φαΐ στον πεινασμένο, νερό στον διψασμένο, που περιμαζεύει και στεγάζει τον ξένο, ντύνει τον γυμνό, επισκέπτεται τον φυλακισμένο, φροντίζει τον άρρωστο και τον λαβωμένο· χριστιανός είναι κάποιος που απλώνει το χέρι του για να δώσει και όχι για να πάρει, που όταν διεκδικούν το πουκάμισό του εκείνος δίνει και το πανωφόρι του, που όταν τον αγγαρέψουν ένα μίλι πηγαίνει δυο, που δανείζει σε εκείνους για τους οποίους ξέρει ότι δεν θα του τα γυρίσουν ποτέ, που δεν σηκώνει το χέρι του να χτυπήσει, αλλά όταν τον χτυπήσουν στο ένα μάγουλο στρέφει και το άλλο· χριστιανός είναι κάποιος που ευλογεί όσους τον καταριούνται, ευεργετεί αυτούς που τον μισούν, προσεύχεται για αυτούς που του φέρονται άσχημα, που δεν κρίνει και δεν κατακρίνει κανέναν∙ χριστιανός είναι αυτός που αγαπάει τους εχθρούς του.  Αυτά ακριβώς γράφει το Ευαγγέλιο, αυτά εντέλλεται τους ανθρώπους να πράξουν, αυτά ορίζουν ποιος είναι και ποιος δεν είναι χριστιανός. Υπήρξαν άνθρωποι –πόσοι, μόνο ο Θεός το ξέρει– που όλα αυτά τα έκαναν πράξη στη ζωή τους και που εξακολουθούν να τα κάνουν. Ορισμένους από αυτούς τους ανθρώπους τους είδαμε με τα μάτια μας. Αυτοί είναι οι μαθητές του Χριστού, αυτούς ακριβώς εννοεί ο Χριστός όταν μιλάει για το άλας της γης. 

Το μεγαλείο του χριστιανισμού δεν βρίσκεται σε όσα έμειναν, αρχιτεκτονικές, ψηφιδωτά, μουσικές, αλλά σε όσα χάθηκαν, σε όσα δεν γνωρίζει κανείς, εκτός μόνο από τον Θεό, στις αναρίθμητες, καθημερινές πράξεις καλοσύνης και αγάπης. Το μεγαλείο του χριστιανισμού είναι τα σπλάχνα των οικτιρμών. Η χριστιανική επανάσταση εκφράζεται με την πίστη ότι ο μόνος τόπος να συναντήσεις τον Θεό είναι το πρόσωπο του άλλου, του φτωχού και του ξένου, κάθε ανθρώπινου ρημαδιού. Χριστιανισμός είναι όλοι αυτοί που έζησαν ήδη από τούτον εδώ τον κόσμο την αναστημένη ζωή της αγάπης. Επειδή ακριβώς υπήρξαν και υπάρχουν οι ελεήμονες, οι πράοι και ταπεινοί, για αυτόν και μόνο τον λόγο  αποκτούν σημασία και τα έργα των μεγάλων θεολόγων και δημιουργών. Αυτή είναι η επανάσταση του χριστιανισμού, πιστεύει και ο Χαρτ και το τονίζει με ένταση, μετά από ατελέσφορες αντιδικίες με τους νέους αθεϊστές και πέφτοντας εν μέρει στην παγίδα τους. Όλος ο δυτικός κόσμος έχει διαπλαστεί από αυτή την επανάσταση, ώστε ακόμη και οι χειρότεροι εξ ημών, έτσι μεγαλωμένοι καθώς είναι στη σκιά του χριστιανισμού, είναι αδύνατο να προσπεράσουν τα δεινά των άλλων, δίχως να έχει προηγηθεί μια κακοποίηση της ίδιας τους της συνείδησης. Έχουμε απολέσει την ικανότητα να είμαστε ανάλγητοι και συνάμα αθώοι (σ. 288).

Τοποθετώντας τα πράγματα σε αυτό το επίπεδο, το βαθύτερο και συνάμα ταπεινότερο, οι σημερινοί χριστιανοί απελευθερώνονται από κάθε υποχρέωση να υπερασπίζονται τη θεσμική Εκκλησία στην ιστορική διαδρομή της, όταν αυτή δεν έμεινε πιστή στο κήρυγμα της αγάπης.  Μόνο που δεν θα την κρίνουν αφ’ υψηλού, σαν να αφορούν μόνο τους άλλους όλες αυτές οι πτώσεις και οι προδοσίες, αλλά με την ταπεινή συνείδηση της κοινής ανθρώπινης ελλειμματικότητας. 

Η χριστιανική επανάσταση, όπως γράφει με θέρμη και ο Χαρτ στις καταληκτικές σελίδες του τρίτου μέρους, μας παρέδωσε τον Θεό ως Θεό, επέκεινα της κτίσεως, τον κόσμο ως κόσμο, απομαγεμένο και συνεπώς εξερευνήσιμο, και τον άνθρωπο ως άνθρωπο, ικανό δηλαδή για την καλοσύνη και την αγάπη.     

Στη Δύση ζούμε πια σε μεταχριστιανική εποχή, ο Χαρτ το ξέρει καλά και αυτός και το γράφει ρητά.  Ο Θεός έχει εξοριστεί από τις κοινωνίες και τις ζωές των ανθρώπων, αλλού λιγότερο (Αμερική) και αλλού περισσότερο ή σχεδόν ολότελα (Σκανδιναβία). Ο Θεός δεν πέθανε βεβαίως από τα βιβλία των νέων αθεϊστών, έχει πεθάνει προ πολλού στις καρδιές των ανθρώπων, που ζουν πλέον τη ζωή τους χωρίς να νιώθουν την ανάγκη του ή την έλλειψή του. Οι δυτικές κοινωνίες είναι συνολικά κοινωνίες καθημερινού αθεϊσμού, μέσα σε αυτές  ζουν ως άθεοι ακόμη και οι χριστιανοί. Ζουν δηλαδή και αυτοί όπως και οι άλλοι, χωρίς διαφορά, σαν να μην υπάρχει Θεός. Λέμε –και σωστά– ότι ο Θεός δεν είναι πια πιστευτός στον σημερινό δυτικό πολιτισμό. Υπάρχει όμως ένα άλλο πιο κρίσιμο ερώτημα: πόσο πιστευτοί είμαστε όσοι λέμε πως πιστεύουμε στον Θεό; Είμαστε πιστευτοί οι χριστιανοί ότι ζούμε πράγματι την καινή ζωή του Ευαγγελίου; Αυτό είναι το ζήτημα, αυτό πρέπει να μας απασχολεί ή και να μας τρομάζει, και όχι τα πέντε δέκα προπαγανδιστικά αθεϊστικά βιβλία που κυκλοφορούν. 

Οι μεταχριστιανικές κοινωνίες είναι κοινωνίες που ήταν χριστιανικές και έχασαν την πίστη τους. Αυτό όμως διόλου δεν σημαίνει ότι εκβαρβαρώθηκαν. Αν πάρουμε το παράδειγμα των σκανδιναβικών χωρών, μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: πρόκειται για κοινωνίες σεβασμού του άλλου, αλληλεγγύης, φροντίδας των αδυνάτων. Ιστορικό παράδοξο: ο χριστιανισμός διαμορφώνει στις χώρες της Ευρώπης κοινωνίες σεβασμού και μέριμνας για τον άλλο, ιδίως τον φτωχό, τον άρρωστο και τον αναγκεμένο, και κατόπιν αποσύρεται. Αφήνει πολύτιμη παρακαταθήκη την ηθική του και φεύγει. Εξ αντιθέτου, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε  παραδείγματα σημερινών κοινωνιών, που είναι έντονα χριστιανικές, όπως επί παραδείγματι των χωρών της Λατινικής Αμερικής, και οι οποίες είναι  εξαιρετικά βίαιες και απάνθρωπες: ο Θεός λατρεύεται εκεί στις γεμάτες εκκλησίες, κυριαρχεί όμως παντού η βία, η εκμετάλλευση, το έγκλημα, η απάτη. Τα πράγματα δεν είναι απλά, αλλά όπως και να ’χει, καθώς σωστά το επισημαίνει και ο Χαρτ, οι μεταχριστιανικές κοινωνίες και ο μεταχριστιανός άνθρωπος προϋποθέτουν τον χριστιανισμό. Είμαστε όλοι διαμορφωμένοι από αιώνες χριστιανισμού. Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν, αυτό που πρέπει να σκεφτούμε όλοι, χριστιανοί και μη χριστιανοί, είναι το εξής: πόσο μπορεί να κρατηθεί ζωντανή η ανιδιοτελής μέριμνα για τον άλλο στις κοινωνίες αυτές, όταν θα έχει αποξεχαστεί ο χριστιανικός λόγος, όταν στα πολιτιστικά αποθέματα των κοινωνιών δεν θα έχει απομείνει ίχνος από αυτόν; Πόσο θα αντέξει  η αγάπη ως καθημερινή πράξη, όταν θα έχουν σβήσει τα ίχνη του λόγου της αγάπης; Ο Χαρτ έχει απάντηση: 

Η αγάπη τα πάντα υπομένει ίσως, καθώς λέει ο Απόστολος, και είναι αιώνια· αλλά ως πολιτισμικό μέγεθος, ακόμα και η αγάπη χρειάζεται ένα λόγο για να υπερέχει έναντι των αρετών, κι η απλή συνήθεια της φροντίδας για τους άλλους δεν πρόκειται να επιβιώσει όταν αυτός ο λόγος θα έχει υποπέσει στα αζήτητα (σ. 356). 

Εγώ προσωπικά δεν έχω απάντηση. Όταν αισιοδοξώ, σκέφτομαι ότι η  χριστιανική αγάπη έχει διαποτίσει και άλλα ρεύματα σκέψης και κοινωνικοπολιτικής πράξης, ώστε να μπορεί να ζήσει και εκκοσμικευμένη.  Ένα μόνο ξέρω με βεβαιότητα: χωρίς την αγάπη, όπως τη δίδαξε και την έπραξε ο χριστιανισμός, η ζωή των ανθρώπων θα γίνει, δεν λέω αβίωτη, αλλά πάντως χειρότερη. Έχει μεγάλη σημασία λοιπόν σε αυτόν τον πολιτισμό του εγωισμού να συντηρήσουμε με κάθε τρόπο, εκτός από την πράξη –πρωτίστως– της αγάπης, και τη διδασκαλία για την αγάπη. 

 Επίμετρο στο βιβλίο «Οι αυταπάτες των αθεϊστών»

του Ντεϊβιντ Μπέντλεϊ Χάρτ των εκδόσεων « Εν πλω

1 Γιώργος Σεφέρης, «Κίχλη», Γ 67.

2  Richard  Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη, μτφρ. Μ. Γιατρουδάκη, Π. Δεληβοριάς, Β. Σακελλαρίου, Κάτοπτρο, Αθήνα 2007, σ. 32. 

3 Ελληνική έκδοση: Christopher Hitchens, Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα, μτφρ. Δέσποινα Ρισσάκη, επιμ. Άρης Μπερλής, Scripta, Αθήνα 2008.

4 Sam Harris, Επιστολή προς ένα χριστιανικό έθνος, μτφρ. Αθανάσιος Ζάβαλος, Κέδρος, Αθήνα 2007.

5  Ό. π., σ. 10.

6 Alister McGrath, Το λυκόφως του αθεϊσμού, μτφρ. Βασίλης Αδραχτάς – Παρασκευή Τριανταφυλλοπούλου, Ουρανός, Αθήνα 2008 (ανατύπωση 2015), και του ίδιου, σε συνεργασία με την Joanna Collicutt McGrath, Η αυταπάτη του Dawkins, μτφρ. Βασίλης Αδραχτάς, Ουρανός, 2008· Terry Eagleton, Λογική, πίστη και επανάσταση. Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκης, Αθήνα 2011. Τα βιβλία του ΜακΓκράθ, ιδίως το δεύτερο, είναι εξίσου φτωχά και απλοϊκά με τα βιβλία που αντικρούει· το βιβλίο του Ήγκλετον, παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας του δεν αντιστέκεται στον πειρασμό να λέει συνεχώς εξυπνάδες, σε παρακινεί να σκεφτείς ορισμένα πράγματα. Όποιος ενδιαφέρεται για μια ψύχραιμη και δίκαιη αποτίμηση αυτής της συζήτησης, από τη σκοπιά ενός ευμενούς προς τη θρησκευτική πίστη αγνωστικιστή, ας διαβάσει το δοκίμιο του Στέλιου Βιρβιδάκη «Εκφάνσεις του σύγχρονου αθεϊσμού και ο αντίλογος της πνευματικότητας» (περ. Σύναξη, τχ. 112, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009, σ. 70-82.)

7 Βλ. επίσης σ. 10 και 173.