Διάφορες κατηχήσεις & κηρύγματα

Συγγραφέας: Burnet Régis et al

Συζήτηση για την αμφιβολία στην εκπομπή LA FOI PRISE AU MOT του γαλλικού ΚΤΟ μεταξύ των Laurence Devillairs, Michel Boyance & Riquier Camille και με συντονιστή τον θεολόγο Régis Burnet. Η απομαγνητοφώνηση και η μετάφραση έγιναν από τον Γιάννη Ιωαννίδη.

Υπάρχει μια κακή, καταστροφική αμφιβολία, αυτή που σε οδηγεί να χάσεις την πίστη σου, και μια καλή αμφιβολία, αυτή που ενισχύει την πίστη σου, και το ερώτημα είναι, πώς τις διακρίνουμε;

Η αμφιβολία μάς βοηθάει να διακρίνουμε ευκρινέστερα την αλήθεια από το ψέμα. Η κακή αμφιβολία είναι σαν τον κακό φίλο: η επικοινωνία μαζί του ανοίγει την πιθανότητα να περνούν μέσα σου πράγματα, που μπορεί να μολύνουν την αλήθεια. Παράδειγμα καταστροφικής αμφιβολίας στην ψυχολογία είναι το να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου τόσο πολύ, που να ακινητοποιείσαι στη ζωή. Οπότε, πρέπει να ξαναβρείς την εμπιστοσύνη, την πίστη στον εαυτό σου.

Η επικίνδυνη αμφιβολία είναι αυτή που έρχεται ύπουλα, δηλαδή εκείνη η αμφιβολία που δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να μπορείς να την δεις καθαρά, ως αυτό που είναι, δηλαδή ως αμφιβολία. Αυτή η ύπουλη αμφιβολία έχει οδηγήσει στον αιώνα μας, όχι στον αθεϊσμό, αλλά στο αγνωστικισμό και σ’ ένα γενικευμένο σχετικισμό των αξιών. Είμαστε σε μια μετα-αθεϊστική εποχή. Αυτός ο αγνωστικισμός και σχετικισμός καταστρέφουν την ίδια την αμφιβολία, διότι η αμφιβολία δεν μπορεί να ξεκινήσει από την ιδέα ότι «όλα έχουν την ίδια αξία», αλλά από το εντελώς αντίστροφο: «Ακριβώς επειδή δεν έχουν όλα την ίδια αξία, γι’ αυτό και αμφιβάλλω και αναζητώ την αλήθεια». Διότι υγιές κίνητρο της αμφιβολίας είναι η αναζήτηση της βεβαιότητας.

Παράδειγμα ύπουλης αμφιβολίας είναι η ακηδία, που είναι μια μαλθακή αμφιβολία, ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο. Αναλυτική παρουσίασή της υπάρχει στην «Κλίμακα» του αγίου Ιωάννη. Η καταστροφική και επικίνδυνη αμφιβολία είναι αυτού του είδους: μια αμφιβολία έτσι γενικά και αόριστα, που αμφιβάλλει για τα πάντα, δηλαδή ουσιαστικά για τίποτα. Αυτή η «ριζική αμφιβολία» είναι μια τραγική κατάσταση, που οδηγεί στην απελπισία. Πρέπει λοιπόν να μην αφηνόμαστε σε ενός τέτοιου είδους αμφιβολία, αλλά, όταν αμφιβάλλουμε, να αμφιβάλλουμε για κάτι συγκεκριμένο. Δεν αμφιβάλλω γενικά και αόριστα, αλλά αμφιβάλλω επειδή έχω ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, που δεν έχω λύσει, και αμφιβάλλω ώστε να ζυγιάσω τα δεδομένα και τα προτεινόμενα, ώστε να βρω τη λύση του.

Κάθε ιστορική εποχή έχει τη δική της μορφή πίστης και τη δική της μορφή αμφιβολίας, το δικό της τρόπο να αρθρώνει την πίστη με την αμφιβολία, τις βεβαιότητες με τα ερωτήματα. Η δική μας ιστορική εποχή, ήδη από τον 20ό αιώνα, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι έχασε την πίστη της αλλά και την αμφιβολία της. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και το ερώτημα [το ερωτάν] έχει χάσει το νόημά του. Είμαστε πλέον πέρα από τον αυστηρό δογματισμό, αλλά και πέρα από τον σκεπτικισμό. Κυριαρχεί το «και τι με νοιάζουν εμένα αυτά;». Αυτό σημαίνει μια παραίτηση από τη σκέψη και ένα βύθισμα σε ένα ατέρμονο κυνηγητό των «μικρο-απολαύσεων» [που θυμίζει αυτά που έλεγε ο Screwtape του C.S.Lewis στο βιβλίο «31 γράμματα από την κόλαση», (Εκδ. ΙΩΝΑΣ) για τις σημερινές ψυχές].

Είναι χαρακτηριστικό της κατάθλιψης (διαδεδομένης ασθένειας της εποχής μας) ότι σε αυτήν χάνει τη δύναμή της και η αμφιβολία. Διότι η αμφιβολία έχει μια δύναμη, μια φιλέρευνη  δύναμη αναζήτησης του αληθούς. Επιπλέον, όταν η αμφιβολία είναι υγιής, έχει και μια ταπεινότητα: ξεφεύγει κανείς από το δίπολο « ή πιστεύω, ή δεν πιστεύω», όπου το ένα αποκλείει το άλλο, και ανοίγεται σε μια πιο ταπεινή κατάσταση, όπου κανείς μένει έκπληκτος με όσα τον περιβάλλουν, τα παρατηρεί και αναρωτιέται, και κατά κάποιον τρόπο παύει να θεωρεί τον εαυτό του σαν κέντρο του σύμπαντος. Μια τέτοια αμφιβολία μπορεί να είναι γόνιμη.

Στην προς Εβραίους (10, 35-39) ο Παύλος απευθύνεται σε μια κοινότητα, που ίσως ολιγοπιστεί, και αντί να της αντιπροτείνει τη βεβαιότητα, την προτείνει την υπομονή και το να μην υποχωρήσει! Μήπως το αντίθετο της αμφιβολίας δεν είναι η πίστη ως βεβαιότητα, αλλά το να μείνεις στη θέση σου και να κάνεις υπομονή; Είναι γόνιμη μια τέτοια πρόταση σε μια αγνωστικιστική κοινωνία, όπως η δική μας; Μπορεί να εισακουστεί; Υπάρχουν δύο είδη «πιστεύω»: α. «Πιστεύω ότι βρέχει», δηλαδή δεν είμαι βέβαιος γι’ αυτό, νομίζω ότι βρέχει, και β. «Πιστεύω στο Θεό», που δεν είναι το ίδιο με το προηγούμενο, διότι δηλώνει μια θέση και μια θέση στην οποία έχεις να μείνεις, να μην υποχωρήσεις. Ο σημερινός πιστός όμως είναι κάπου ανάμεσα στα δύο, όταν λέει «πιστεύω στο Θεό». Κάπως σαν «νομίζω ότι πιστεύω στο Θεό». Αυτό όμως σημαίνει ήδη υποχώρηση, ότι δεν έχεις θέση για να μείνεις σε αυτήν. Ο σημερινός Χριστιανός έχει και αυτός μολυνθεί από την ύπουλη, μαλθακή αμφιβολία.

Το να μείνεις όμως στη θέση σου και να μην υποχωρείς, δεν σημαίνει ότι έχεις ακλόνητη βεβαιότητα. Και αυτό το έχει υπόψη του ο Παύλος. Στην επιστολή του αυτή, η πίστη και η παραμονή στη θέση μας συνοδεύεται από μια αμφιβολία: «πιστεύω και ελπίζω, και ταυτόχρονα ξέρω ότι δεν είμαι τέλειος, ότι δεν γνωρίζω τα πάντα, ότι τα πράγματα δεν θα πάνε όπως εγώ θέλω, κλπ». Θα ήταν άλλωστε παρακινδυνευμένο να θεωρήσω ότι η πίστη μου είναι του χεριού μου, διότι τότε δεν θα άφηνα θέση στη θεία Χάρη.

Τείνουμε να θρησκειοποιούμε την πίστη μας, δηλαδή να την κάνουμε αξία, μια από τις αξίες του κόσμου. Όμως η σχέση μας με την πίστη δεν είναι σαν τη σχέση μας με τις αξίες μας. Τις αξίες μας κατά κάποιον τρόπο τις ορίζουμε εμείς, είναι στο δικό μας χέρι. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την πίστη. Η πίστη στον Θεό δεν είναι αξία. Πιστεύουμε με ταπεινότητα. Μόνο για ένα πράγμα δεν επιτρέπεται να αμφιβάλλουμε σύμφωνα με τις Γραφές: για την αγάπη του Θεού, για το ότι ο Θεός μάς αγαπάει.

Στο Κεφάλαιο 28, 16-20 του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ο Χριστός εμφανίζεται μετά την Ανάσταση στη Γαλιλαία στους 11 μαθητές και «μερικοί από αυτούς είχαν αμφιβολίες». Όμως η αμφιβολία για την οποία μιλούν τα Ευαγγέλια δεν είναι μια διανοητική αμφιβολία, αλλά η αμφιβολία που προηγείται ή έπεται μιας συνάντησης με τον Χριστό. Αυτό το είδος αμφιβολίας είναι διαφορετικό από τη διανοητική αμφιβολία, διότι πρόκειται για την αμφιβολία στο πλαίσιο της προσωπικής σχέσης, εν προκειμένω της σχέσης με τον Χριστό συγκεκριμένα και μάλιστα, στο εδάφιο συνάντησης με τον αναστημένο Χριστό. Εδώ βρισκόμαστε μέσα στην καρδιά της πίστης μας, διότι εάν δεν πιστεύουμε ότι ο Χριστός αναστήθηκε, τότε «ματαία ἡ πίστις ἡμῶν».

Τι κάνουμε λοιπόν εμείς που, 2000 χρόνια μετά, διαβάζουμε αυτή την μαρτυρία των πρώτων μαθητών και αποστόλων του Χριστού, στην οποία δεν αποκρύπτουν αλλά συμπεριλαμβάνουν και μια μαρτυρία για τις δικές τους αμφιβολίες, ακόμα και για την προδοσία τους (Πέτρος);

Το πρώτο είναι ότι καταλαβαίνουμε ότι ο Χριστός δέχεται την αμφιβολία, δεν ζητάει να μας επιβληθεί στανικώς και μάλιστα απορρίπτει μια πίστη ερμητικά θωρακισμένη από κάθε ερώτηση.

Δεύτερον, η πίστη που μάς προτείνεται, είναι η πίστη για την οποία μαρτυρεί ένα συλλογικό σώμα, η Εκκλησία. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν πιστεύουμε ολομόναχοι, όχι μόνο με την έννοια ότι έχουμε «βάσεις» και μια «πυξίδα», αλλά κυρίως με την έννοια ότι τις αμφιβολίες μας μπορούμε να τις θεραπεύσουμε μόνο μέσα και μέσω της Εκκλησίας.

Τρίτον, ότι αυτό που ουσιαστικά μαρτυρούν τα Ευαγγέλια μέσα από ένα πλήθος επεισοδίων και αφηγήσεων, συνιστούν μια παιδαγωγία στην πίστη, διδάσκοντάς μας δυο κυρίως πράγματα: α. να στρέφουμε το βλέμμα προς τον Χριστό και να μην κοιτάζουμε αλλού, όταν περνάει από κοντά μας, και β. ότι σε κάθε περίπτωση, ο Χριστός μάς αγαπά.

 

Απομαγνητοφώνηση-μετάφραση: Γιάννης Ιωαννίδης