Διάφορες κατηχήσεις & κηρύγματα

Συγγραφέας: Aupetit Michel

Αγαπητοί μου αδελφοί! Ναι, το ξέρω πως η προσφώνηση αυτή είναι πολύ συνήθης ανάμεσα σε χριστιανούς. Η αδελφοσύνη είναι κατηγόρημα της χριστιανικής μας ταυτότητας εφόσον είμαστε όλοι παιδιά του Ενός Πατρός.

Γιατί, μέσω του Βαπτίσματος έχουμε λάβει το δώρο της υιοθεσίας ώστε να μπορούμε να είμαστε τέκνα του Θεού. Εξάλλου και ο Χριστός μάς το υπενθυμίζει: «καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ 23, 9). Όμως ακόμη και πριν το Χριστό, η πατρική μορφή είναι παρούσα, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο ακόλουθος στίχος του 102ου ψαλμού: «καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν ». Αυτή την πατρική εγκαρτέρηση και τρυφερότητα μάς την αποκαλύπτει στον απόλυτο βαθμό ο Χριστός, με την τόσο γνωστή σε όλους μας παραβολή του Εύσπλαχνου Πατέρα. «Αδελφοσύνη» είναι η λέξη που επιγράφεται στην είσοδο κάθε δημόσιου κτηρίου μαζί με τις λέξεις «ελευθερία» και «ισότητα». Μιλώντας πρόσφατα με διάφορους ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης, συνειδητοποίησα την αγωνία τους για το πώς αυτή η «αδελφοσύνη» θα μπορέσει να βρει νέο έδαφος μετά τον εγκλεισμό λόγω της πανδημίας. Ποια θα είναι τα μέτρα προστασίας, ποια η κοινωνική αποστασιοποίηση που θα πρέπει να εφαρμοσθεί, πώς θα υλοποιηθεί το σύνθημα «Προστατέψτε αλλήλους», που εμφανίζεται εσχάτως ως υποκατάστατο της εντολής του Χριστού: «Αγαπάτε αλλήλους». Έχω όμως την αίσθηση πως πρέπει στις ενορίες μας να δημιουργήσουμε δράσεις και αφορμές πραγμάτωσης αυτής της αδελφοσύνης, ώστε να αισθάνεται φιλόξενα σε αυτές κάθε άνθρωπος, όποιος και αν είναι. Και ακόμη πρέπει να φτιάξουμε «χώρους» επαφής και υποδοχής για όσους δεν έχουν ακόμη γνωρίσει το Χριστό.

Ωστόσο, σήμερα ακούσαμε στο ευαγγελικό ανάγνωσμα κάτι ακόμη πιο εκπληκτικό: «οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους» (Ιω 15, 15). Ιδού λοιπόν ένας Θεός που έρχεται ανάμεσα στους ανθρώπους επειδή τους θεωρεί ως φίλους. Αυτό είναι κάτι ανήκουστο! Γιατί σε όλους τους πολιτισμούς, ο Θεός είναι ο Αόρατος, ο Αγέννητος, ο Υπερβατικός, Εκείνος που πρέπει να λατρεύεται και ενώπιον του Οποίου κάθε άνθρωπος πρέπει να υποκλίνεται με ταπείνωση. Τι σόι Θεός είναι Αυτός που θέλει να γίνει «φίλος» μας; Η φιλία, κατά τον Μονταίνιο, είναι απλώς μία συμπάθεια της ψυχής. Ακόμη, λέμε συχνά για τους φίλους μας πως «εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος». Αν λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί πως είμαστε δυνητικά στο ίδιο μήκος κύματος με το Θεό, είμαστε τότε η θρησκεία της φιλίας.

Αλλά εν τέλει, τί είμαστε: αδέλφια ή φίλοι; Θυμάμαι, όταν ήμουν παιδί, ένας από τους αδελφούς μου, που περνούσε την εφηβεία, δε σταματούσε να επαναλαμβάνει: «Τους φίλους τους διαλέγουμε, ενώ την οικογένεια πρέπει να την υποστούμε». Δε σας κρύβω πως αυτή η φράση μου φαινόταν τότε σκληρή, με τα μέτρα της παιδικής μου αντίληψης. Ωστόσο, τώρα που πέρασαν τα χρόνια, οι αλλοτινοί φίλοι του αδελφού μου έχουν πια χαθεί και εκείνος έχει περισσότερο προσκολληθεί πάλι στην οικογένειά του. «Είμαι αδελφός» σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, να μάθει κανείς να αγαπάει μέσα από τη διαφορετικότητα, ακριβώς γιατί τα αδέλφια και την οικογένεια, όντως, δεν τα επιλέγουμε. Από την άλλη, «είμαι φίλος», τουλάχιστον με τα δικά μας μέτρα, σημαίνει πως επιλέγω εκείνους και εκείνες που περισσότερο συμπαθώ, που περισσότερο μου ταιριάζουν.

Επομένως, η ζωή μέσα στην οικογένεια είναι ο χώρος που πρέπει να μας επιτρέψει να ανοίξουμε τις αντιλήψεις μας, το μυαλό μας. Κι αυτό γιατί μέσα σε μία οικογένεια, ιδίως στα αδέλφια, πάντα θα υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικές επιλογές και στάσεις ζωής. Όσο για τους φίλους, είναι εκείνοι που μας μοιάζουν. Το να γνωρίσει κανείς μία ζωή τρυφερότητας και αλληλοσεβασμού εντός της οικογένειας είναι το καλύτερο όπλο για να μπορέσει να ζήσει στην κοινωνία, μαζί με άλλους ανθρώπους. Αλλά το ίδιο ακριβώς πρέπει να συμβαίνει και στο επίπεδο της ενορίας, όπου συναντώνται άνθρωποι διαφορετικών προελεύσεων και δεδομένων και όπου μπορεί να υπάρχουν αντικρουόμενες τοποθετήσεις, πάντα όμως με ένα πνεύμα αλληλοσεβασμού. Όσο κι αν ακούγεται ιδεατό, αυτό θα έπρεπε να ισχύει. Και αυτός είναι ο κεντρικός ρόλος του εφημερίου: να διατηρεί τη συνοχή και την ενότητα της ενορίας του παρά τις διαφορές των μελών της.

Πώς μπορούμε όμως να καταλάβουμε την έννοια της «φιλίας» για την οποία μιλάει ο Χριστός; Ο κίνδυνος είναι να νομίσουμε πως πρόκειται για μία «κλίκα», για ένα σύνολο ανθρώπων που συμφωνούν σε όλα. Και αυτό θυμίζει πλέον τους αλγορίθμους τους διαδικτύου που μας πλασάρουν αυτά που υποτίθεται αναζητούμε ή μας προτείνουν όσους υποτίθεται πως σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο όπως εμείς. 

Όχι, η φιλία για την οποία μιλάει ο Χριστός, είναι κάτι τελείως διαφορετικό! Γιατί δεν Τον επιλέξαμε εμείς για φίλο, Αυτός μας επέλεξε! Εδώ δεν πρόκειται για κάποιο αίσθημα συμπάθειας, που γίνεται συνήθως το έναυσμα μιας φιλίας. Είναι μάλλον ένα δώρο που δίνεται από το Θεό αυτή η φιλία. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε να καταλάβουμε την φράση του Χριστού που ακούγεται στα αυτιά μας σαν οξύμωρο: «αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς» (Ιω 15, 12). Το οξύμωρο έγκειται στο γεγονός πως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, προσλαμβάνουμε την αγάπη κυρίως ως μία παρόρμηση από την καρδιά, ως ένα συναίσθημα, αλλά σε καμία περίπτωση ως εντολή. Όμως ο Χριστός μάς διδάσκει πως η αληθινή αγάπη δεν μπορεί να προέρχεται από την έμφυτη συμπάθεια προς αυτούς που μας αγαπούν ή που μας ταιριάζουν. Η αληθινή αγάπη είναι ένα δώρο του Θεού που μάλιστα μπορεί να φτάσει ως την αγάπη των εχθρών, να γίνει δηλαδή η απροϋπόθετη αγάπη όπως είναι η Αγάπη Εκείνου που μας χαρίζει αυτό το δώρο: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ιω 13, 34). Τι υπέροχος, μοναδικός που είναι ο στόχος μας: είμαστε αδέλφια και καλούμαστε να γίνουμε φίλοι, πραγματώνοντας μια αγάπη απροϋπόθετη για κάθε άνθρωπο!

Μετάφραση: Χάρης Χατζηγώγος