Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Περί Αγίων

Ξανάρχισε ο βλακώδης και δαιμονικός σάλαγος της αντιχριστολογίας και των κινδύνων από τα bar code και συμπαρομαρτούντα ανάλογα και σχετικά! Οι κάρτες των τραπεζικών συναλλαγών, και οι φόβοι της ασάφειας του μέλλοντος, ξεσήκωσαν και πάλι ψυχική ένταση, αγωνία, και φόβο στις καρδιές των αστηρίκτων.

Όσοι, στο άμεσο παρελθόν (όποιοι και ό,τι και αν ήσαν) υπηρέτησαν την δαιμονική θεολογία, της δι’ υποκλοπών αποστασίας και σκόρπισαν φόβους(εκεί που δεν υφίστατο) και αγωνίες (εκεί που δεν έπρεπε) πρέπει τώρα επιτέλους να συνειδητοποιήσουν ότι ήδη μόλις στο τέλος των διωγμών (που δεν ήσαν απλώς ενδεχόμενοι οι κίνδυνοι, αλλά άμεσος επαπειλούμενος θάνατος) οι άγιοι είχαν απολύτως ξεκάθαρη τοποθέτηση.

 

Δεν υπάρχει εν αγνοία και δι’ υποκλοπής… διά «τσιπακίων» και διά «καρτών», χωρισμός από τον Χριστό, αλλά μόνον η αυτοπροαίρετος άρνηση Του εκ μέρους μας. Ο άγιος Ανδρόνικος με τα ειδωλόθυτα αναγκαστικώς στο στόμα, μας φωνάζει, ότι δεν κινδυνεύει κανείς έτσι να αρνηθεί τον Χριστό και όπως λέει ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο εγκώμιο των Μαρτύρων Ιουβεντίνου και Μαξιμίνου «…βελοθήκη τῶν ἁγίων τὰ στόματα, συνεχεῖς καὶ ἐπαλλήλους φέροντα τῇ τοῦ διαβόλου κεφαλῇ τάς πληγάς…»

Ας δούμε λοιπόν και ας ακούσουμε τους αγίους Πρόβο, Τάραχο και Ανδρόνικο, τι έχουν να  μας μάθουν με τον τρόπο τους και να μας διδάξουν με τον λόγο τους.

Την δωδέκατη του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη των αγίων μαρτύρων ΠΡΟΒΟΥ, ΤΑΡΑΧΟΥ και ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ.

 

Οι άγιοι αυτοί μάρτυρες έζησαν επί Διοκλητιανού (304). Ο Τάραχος, που ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, καταγόταν από την Κλαυδιούπολη της Ισαυρίας· ήταν Ρωμαίος πολίτης και είχε υπηρετήσει επί μακρά σειρά ετών στο αυτοκρατορικό στράτευμα· ο Πρόβος ήταν από την πόλη Σίδη της Παμφυλίας, ο δε Ανδρόνικος ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας της Εφέσου. Όταν μαθεύτηκε ότι ήταν χριστιανοί, τους συνέλαβαν στην Πομπηιούπολη και τους έφεραν ενώπιον του διοικητού της Κιλικίας Μαξίμου, στην Ταρσό· κατόπιν τους πήγαν στην Μοψουεστία και τέλος στην πόλη Ανάζαρβο. Ο Τάραχος έμεινε ακλόνητος στην πίστη, παρά τις απειλές του διοικητού, ο όποιος, δίχως κανέναν οίκτο για την ηλικία του, διέταξε να του σπάσουν με πέτρες τη σιαγόνα. Όταν ήλθε η σειρά του, ο Πρόβος ζήτησε από τον δικαστή να μη χάνει χρόνο με μάταιες ανακρίσεις και να περάσει κατευθείαν και δίχως καθυστέρηση στο μαρτύριο. Τον μαστίγωσαν ανελέητα με βούνευρα, και όταν ο δικαστής τον προέτρεψε να λυπηθεί τον εαυτό του, απάντησε: «Τούτο το αίμα νομίζω ότι είναι μύρο ή έλαιο, με το όποιο αλείφομαι προς τους αγώνες και γίνομαι προθυμότερος!» Τον Ανδρόνικο, που ήταν ο νεώτερος, και είχε επίσης και εκείνος δηλώσει ότι βιαζόταν να υποβληθεί στο μαρτύριο για να κερδίσει την αιώνιο ζωή, τον κρέμασαν στο ικρίωμα. Χάραξαν τα πόδια του με κοφτερές λάμες, έκαψαν τα πλευρά του και μετά έριξαν αλάτι στις πληγές του.

Λίγες μέρες αργότερα, έφεραν και πάλι τους άγιους μάρτυρες ενώπιον του δικαστού. Τον Τάραχο τον κρέμασαν ανάποδα πάνω από ένα μαγκάλι που έβγαζε πυκνό καπνό. Κατόπιν, έχυσαν στα ρουθούνια του ένα στυφό μείγμα από ξίδι, αλάτι και σινάπι, και μετά τον έριξαν στη φυλακή. Επειδή ο Πρόβος χλεύαζε τα είδωλα κι όσους τα προσκυνούν, τον άπλωσαν πάνω σε πυρακτωμένα σίδερα. Έγδαραν το τριχωτό της κεφαλής του και τοποθέτησαν πάνω στο κρανίο του αναμένα κάρβουνα· μετά του έκοψαν τη γλώσσα. Και ο Ανδρόνικος υπεβλήθη επίσης με τη σειρά του σε βασανιστήρια, που δεν στάθηκαν ικανά να τον κάνουν να παύσει να χλευάζει τους βασανιστές του. Την ώρα που διά της βίας του έβαζαν στο στόμα κρέατα ειδωλόθυτα και κρασί, περιγελούσε την ανοησία, του δικαστού, που νόμιζε ότι έτσι θα τον πτοούσε, λέγοντας ότι για τους χριστιανούς μόνο η εκούσια αποστασία αποτελεί ήττα και καταισχύνη.

Τέλος, μετά την τρίτη ανάκριση, ο Μάξιμος οργάνωσε εορτή με θηριομαχίες και μονομάχους, επιφυλάσσοντας την εκτέλεση των τριών μαρτύρων ως αποκορύφωμα του θεάματος. Ανήμποροι να περπατήσουν εξαιτίας των βασανιστηρίων που είχαν υποστεί, οι τρεις μάρτυρες μεταφέρθηκαν στο κέντρο της αρένας και παραδόθηκαν στα άγρια θηρία που είχαν ήδη κατασπαράξει πολλά θύματα. Παρά πάσαν προσδοκίαν, η ανδροφόνος αρκούδα πλησίασε και άρχισε ήμερα να γλείφει τις πληγές του Ανδρονίκου, σαν να ήθελε να τον παρηγορήσει, ενώ η λέαινα σαν ήμερο αρνάκι άφηνε τον Τάραχο να την σέρνει από το αυτί. Έξαλλος από θυμό μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, ο διοικητής Μάξιμος διέταξε τους μονομάχους να κατακόψουν τους τρεις αθλητές του Χριστού στη μέση του αμφιθεάτρου. Όταν έπεσε το σκοτάδι, θεία παρεμβάσει, οι ευλαβείς χριστιανοί κατόρθωσαν να ξεγελάσουν τους φρουρούς, πήραν τα άγια λείψανα των τριών μαρτύρων και τα ενταφίασαν σε ένα σπήλαιο στο βουνό.

Μακάρι ο Χριστός με τις πρεσβείες των αγίων του, να μας ελευθερώσει από… μορμολύκεια (σκιάχτρα) και να μας κάνει πνευματικά ορθοφρονούντας και ουσιαστικά ελεύθερους. Με αφορμή την εκ νέου… «έξαψιν» της «δαιμονικής θεολογίας» του φόβου, ας ξαναδιαβάσουμε την ήρεμη και θεμελιώδη θεολογία του μακαρίου Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, στο βιβλίο του «Το χάραγμα του αντιχρίστου».