Πεζογραφία

Συγγραφέας: Παντούλας Θεόδωρος Ε.

Το κείμενο που ακολουθεί (με κάποιες μικρές απλοποιήσεις στην ορθογραφία του) ιστορεί τα έργα και τις ημέρες του Ζώη Καπλάνη και προέρχεται από το Αναγνωστικό της Ε΄ δημοτικού του 1966, διότι πριν από μερικά χρόνια, που η φιλοπατρία δεν ήταν ντεμοντέ όπως σήμερα, οι μαθητές μας διδάσκονταν πως στον τόπο μας δεν ήταν ανέκαθεν ο βίος φιλοτομάρης και πως υπήρξαν άνθρωποι σαν τον Ζώη Καπλάνη.

Θ.Ε.Π.

Ο ΖΩΗΣ ΚΑΠΛΑΝΗΣ[1]

 

Μιάμιση ὥρα μακριὰ ἀπ’ τὰ Γιάννινα, δυτικά, ἁπλώνεται μιὰ χαριτωμένη σειρὰ ἀπὸ ψηλώματα, γεμάτη ἀπὸ σκόρπια χωριουδάκια κάτασπρα. Πιὸ βορινά, σ’ ἕνα πολὺ ὄμορφο ψηλὸ πλάτωμα βρίσκονται τὰ Γραμμενοχώρια, ὁλόασπρα κι αὐτά, ὄχι γιατὶ εἶναι ἀσβεστωμένα, ἀλλὰ γιατὶ τά ᾽χουν χτισμένα μὲ πέτρες ἄσπρες, κι οἱ σκεπές τους εἶναι τὸ ἴδιο σκεπασμένες μὲ πλάκες ἄσπρες. Τὸ χῶμα εἶναι κοκκινωπό, καὶ μονάχα τὴν ἄνοιξη πρασινίζει καὶ τὸ θέρος χρυσοκιτρινίζει. Πάνω σὲ μιὰ πανέμορφη βουνοπλαγιὰ βρίσκεται τὸ Γραμμένο· γραμμένο λέει ὁ λαός, τὸ πολὺ ὄμορφο, ποὺ εἶναι σὰ ζωγραφιστό, (π.χ. τὰ φρύδια τὰ γραμμένα) καὶ τέτοιο εἶναι στ’ ἀλήθεια τὸ Γραμμένο, ποὺ ἀπὸ τὸ ψήλωμά του, μὲ τὸν ἀνοιχτὸ ὁλόγυρα ὁρίζοντα, φαίνεται σὰν ἀφέντης ὅλων τῶν ἄλλων χωριῶν ποὺ τὸ προσκυνοῦν. Στὸ ὄμορφο Γραμμένο γεννήθηκε ὁ πατέρας καὶ στὴ Τζουντίλα, ἕνα ἄλλο χωριουδάκι, γεννήθηκε ἡ μητέρα ἑνὸς παιδιοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο πολὺ δυστυχισμένο. Κι ὅμως σὰ μεγάλωσε δὲ σκέφτηκε παρὰ πῶς νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἄλλους. Αὐτὸ τὸ πολὺ φτωχὸ παιδί, ποὺ ἔγινε εὐεργέτης τῆς πατρίδας του, εἶναι ὁ Ζώης Καπλάνης. Γεννήθηκε στὸ Γραμμένο στὰ 1736. ῏Ηταν μωρὸ στὴν κούνια ὅταν ὀρφάνεψε ἀπὸ μητέρα. ῾Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε· μὰ ὕστερ’ ἀπὸ λίγα χρόνια πέθανε κι αὐτὸς κι ὁ Ζώης ἔμεινε πεντάρφανος. ῾Η μητριά του ἦταν ἀπὸ τὶς ἄπονες κι ἄσπλαχνες ἐκεῖνες γυναῖκες ποὺ βασανίζουν τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰ βρίζουν: «ξένη γέννα». Μάνας φιλὶ καὶ μάνας χάδι δὲν ἔνιωσε ὁ κακόμοιρος ὁ Ζώης. Εἶχαν καὶ μεγάλη φτώχεια, κι ὁ Ζώης ἀναγκάστηκε ἀπὸ μικρὸ ἀγοράκι νὰ δουλεύει γιὰ νὰ θρέφει τὴ μητριά του. ῞Ενας γείτονας εἶχε ἕνα γαϊδούρι· τὸ ἔπαιρνε ὁ μικρὸς  Ζώης, πήγαινε στὸ δάσος ποὺ τὸ λένε Μεγαλόγγο, ἔκοβε ξύλα, ξενυχτοῦσε στὸ δάσος καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὰ πήγαινε στὰ Γιάννινα καὶ τὰ πουλοῦσε. ῾Η κουραστικὴ δουλειὰ τοῦ παιδιοῦ λογαριάζονταν ἴσα μὲ τοῦ γαϊδάρου· γιατὶ τὸ κέρδος τὸ μοίραζαν σὲ δυό, καὶ τὸ ἕνα τὸ ἔπαιρνε τὸ ἀφεντικὸ τοῦ γαϊδάρου καὶ τ’ ἄλλο ὁ Ζώης. Μὰ δὲν ἦταν προκοπὴ ἀπὸ τέτοια δουλειά· ἡ μητριὰ δὲ χόρταινε ψωμὶ καὶ ξεθύμαινε στὸ Ζώη. Τὸν ἔδερνε συχνά· κι ἕνα Σαββατόβραδο, τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῆς ᾽Ορθοδοξίας -αὐτὴ τὴν ἡμέρα δὲν τὴν ξέχασε στὴ ζωή του ὁ Ζώης- ἀφοῦ τὸν ἔδειρε ἀκόμη πιὸ σκληρά, τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν ξαναπατήσει. Ποῦ νὰ πάη τὸ κατατρεγμένο καὶ διωγμένο ὀρφανό, τὸ ριγμένο ἀπ’ τὴ φωλιά του ἀπροστάτευτο πουλάκι; Τράβηξε πρὸς τὰ Γιάννινα, ῏Ηταν σούρουπο κι ἄρχισαν ν’ νάβουν τὰ φῶτα. Τὸ παιδὶ μπῆκε σ’ ἕνα χάνι.

– Τί Θέλεις ἐδῶ; τὸν ρωτᾶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ χανιοῦ.

– Νὰ περάσω τὴ νύχτα σὲ μιὰ κόχη, στὸ στάβλο μὲ τᾶ ζῶα· εἶμαι ὀρφανό, ἔρημο.

– ῎Οξω! τοῦ φωνάζει ὁ ξενοδόχος· κι ἦταν ἕτοιμος νὰ τὸ διώξει.

Τὸ παιδί, δεύτερη φορὰ διωγμένο, ἔφυγε φοβισμένο. Εἶχε πιὰ νυχτώσει. Στοὺς δρόμους ἦταν ἡσυχία. Τὸ παιδὶ εἶδε μπροστά του ἕνα ἀρχοντόσπιτο, ποὺ τὴ μεγάλη πόρτα του τὴ σκέπαζε μιὰ μικρὴ σκεπή. ᾽Εκεῖ πῆγε καὶ στριμώχτηκε νὰ περάσει τὴ νύχτα. Μὲ τὴν ἀθώα πληγωμένη ψυχή του ἔκαμε τὴν προσευχή του στὸ Θεὸ κι ἀποφάσισε ν’ ἀποκοιμηθεῖ. Μὰ ποῦ ὕπνος! Ἀπὸ τὸ πρωὶ δὲν εἶχε βάλει τίποτε στὸ στόμα του καὶ πεινοῦσε πολύ. ῏Ηταν καὶ κρύο καὶ φυσοῦσε… Δὲν μπόρεσε νὰ κλείσει μάτι. Κάπου κάπου συλλογιζόταν τὴ μοίρα του, ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του χωρὶς κανένα βοηθὸ στὸν κόσμο, χωρὶς ἐλπίδα, τὸ ἔπιανε τὸ παράπονο κι ἔκλαιγε σιωπηλά. ῎Ετσι πέρασε ὅλη τὴ νύχτα καὶ μονάχα κατὰ τὰ χαράματα, ἀποκαμωμένο, βυθίστηκε σὲ βαθὺ ὕπνο.

Ξημέρωσε ἡ μεγάλη γιορτή. Τὸ πλούσιο ἀφεντικὸ τοῦ σπιτιοῦ κατέβηκε νὰ πάει στὴν ἐκκλησία. Σκουντώντας τὴν πόρτα γιὰ ν’ ἀνοίξει νιώθει ἕνα ἐμπόδιο· σκύβει τὸ κεφάλι του καὶ βλέπει κάτι σὰ δέμα μπροστὰ στὴν πόρτα του· τὸ ἐμπόδιο ἐκεῖνο ἦταν ἕνα ἀνθρώπινο κουρέλι, ἦταν ὁ Ζώης… Τὸ παιδὶ τινάχτηκε ἀπάνω τρομαγμένο· λίγα λεπτὰ τὸ ἀφεντικὸ καὶ ὁ Ζώης κοιτάχτηκαν ἄφωνοι ἀπὸ ἔκπληξη. Στὸ τέλος τοῦ λέει τ’ ἀφεντικό:

– Πῶς βρέθηκες ἐδῶ, παιδί μου;

῾Ο τόνος τῆς φωνῆς ἐδῶ δὲν ἦταν σκληρὸς σὰν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ χανιοῦ. ῏Ηταν πονετικός· τὸ παιδὶ τὸ νιώθει καὶ λέει τὸν πόνο του. ῾Ο πλούσιος συγκινήθηκε· βλέποντάς το τόσο χλωμό, βασανισμένο, καὶ τόσο κακοντυμένο, νὰ τρέμει, φώναξε τοὺς ὑπηρέτες, διάταξε νὰ περιμαζέψουν τὸ ἔρημο, νὰ τοῦ δώσουν νὰ φάει, νὰ τὸ ντύσουν, κι ὕστερα κίνησε σὰν ἀληθινὸς χριστιανὸς γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ὅταν γύρισε φώναξε τὸ παιδὶ καί, μέ τρόπο γλυκό, τὸ ρώτησε γι’ ἄλλες λεπτομέρειες. Ὁ Ζώης ἀπαντοῦσε μὲ θάρρος, καὶ φαινόταν ἔξυπνο παιδί.

– Ἀφοῦ σ’ ἔστειλε ὁ Θεὸς στὸ σπίτι μου, τοῦ λέει στὸ τέλος, θὰ μείνεις ἐδῶ. ῾Η δουλειά σου θά ᾽ναι νὰ βοηθᾶς τὸ μάγειρο· μὰ ἂν σὲ στέλνουν καὶ γιὰ κανένα θέλημα στὴν ἀγορά, θὰ πηγαίνεις.

῾Ο πονόψυχος αὐτὸς Γιαννιώτης ἄρχοντας λεγόταν Παναγιώτης Χατζῆ – Νίκου. Μὲ πόση εὐγνωμοσύνη πῆρε τὸ ἔρημο παιδὶ τὸ χέρι τοῦ εὐεργέτη του καὶ τὸ φίλησε καὶ μὲ πόση προθυμία ἔκανε ὅλες τὶς δουλειές! Μὰ εἶχε ἕνα μεγάλο κρυφὸ καημό· ἤθελε νὰ μάθει γράμματα. Τὰ βράδια, μετὰ τὸ δεῖπνο, δἐν εἶχε πιὰ δουλειά· κι ὅταν ἀποτραβιόταν στὴν καμαρούλα του, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ μαγειρειὸ ἔλεγε μὲ τὸ νοῦ του:

– Νά ὥρα γιὰ διάβασμα καὶ γιὰ γράψιμο.

῾Ο κὺρ Παναγιώτης Χατζῆ – Νίκου ἦταν ἔμπορος γουναρικῶν. ῞Οταν οἱ ἀγοραστὲς ἀγόραζαν γοῦνες ἀπὸ τὸ μεγάλο κατάστημα, κάποτε ἔδιναν τὸ δέμα τοῦ Ζώη νὰ τὸ πάει στὰ σπίτια τους κι ᾳὐτοὶ ἔδιναν κάποιο δῶρο στὸ μικρὸ ὑπηρέτη. Ἅμα εἶδε στὰ χέρια του λίγα λεπτὰ ὁ Ζώης, ἀμέσως σκέφτηκε τὰ γράμματα. Ἀγόρασε μιὰ φυλλάδα ποὺ εἶχε μέσα τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, καὶ στὴν ἀρχὴ τὸ «Σταυρὲ βοήθα με», μ’ ἕνα δάσκαλο καλόγηρο καὶ παιδιὰ μὲ ράσα. Ἀγόρασε καὶ χαρτὶ καὶ πένα. Καὶ τὴ νύχτα, στὴ μοναξιά, ἐνῶ ὅλο τὸ σπίτι ἦταν βυθισμένο στὴ σιωπὴ καὶ στον ὕπνο, ὁ Ζώης σκυμμένος πάνω στὴ φυλλάδα ἢ στὸ χαρτί, διάβαζε ἢ ἔγραφε, καὶ κοπίαζε καὶ παιδευόταν νὰ μάθη – ἄχ! μὲ πόση δυσκολία καὶ μὲ τί λαχτάρα γράμματα μόνος του.

Μιὰ νύχτα ποὺ ὁ Χατζῆ – Νίκου εἶχε ἀυπνία, προχώρησε πρὸς τὸ μαγειρειὸ καὶ εἶδε φῶς στὴν καμαρούλα. «Τί τρέχει;» σκέφτηκε ἀνήσυχος· καὶ χτύπησε τὴν πόρτα νὰ μπεῖ. Τὸ φῶς ἔσβησε μονομιᾶς· ἡσυχία. Φωνάζει τὸ ἀφεντικό· καμιὰ ἀπάντηση· τότε, θυμωμένος διατάζει ν’ ἀνοίξει ἡ πόρτα· ἀνοίγει, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὁ Ζώης πέφτει στὰ πόδια τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ τοῦ ξομολογιέται πὼς αὐτὸς εἶχε τὸ καντήλι ἀναμμένο, γιὰ νὰ διαβάζει, νὰ μάθει γράμματα…

– Καλά, τοῦ εἶπε τ’ ἀφεντικό, δὲν πειράζει· μόνο ἔπρεπε νὰ τὸ ξέρω.

῎Εκαμε πὼς θύμωσε, μὰ δὲ θύμωσε· τὸ φέρσιμό τοῦ παιδιοῦ τὸν συγκίνησε, καὶ τὴν ἄλλη μέρα, τὸ πρωί, φωνάζει τὸ Ζώη στὸ γραφεῖο του καὶ τοῦ λέει:

– Ζώη, ἀπὸ σήμερα δὲν εἶναι ἀνάγκη πιὰ να κάνεις τὶς χοντροδουλειὲς. Ἀπὸ σήμερα δουλειά σου εἶναι νὰ φροντίζεις γιὰ τὰ ψώνια τοῦ σπιτιοῦ. Τὶς ἄλλες ὧρες θὰ εἶσαι στὸ κατάστημα καὶ θά’ χεις, καιρὸ νὰ διαβάζεις καὶ νὰ γράφεις.

᾽Εκεῖνα τὰ χρόνια τὸ ἐμπόριο τῶν γουναρικῶν ἔδινε μεγάλα κέρδη πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες, φοροῦσαν τότε γοῦνες, ἄλλοι φτηνές, ἄλλοι ἀκριβὲς καὶ πολύτιμες. ᾽Εκτὸς ἀπὸ τοὺς ράφτες ποὺ εἶχε στὸ κατάστημα ὁ Χατζῆ – Νίκου, ἔδινε δουλειὰ καὶ στὰ σπίτια, σὲ νοικοκυρές. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία τὴν ἔδωσε τώρα στὸ Ζώη τ’ ἀφεντικό του.῾Ο Ζώης φρόντιζε νὰ μοιράζει κάθε Δευτέρα πρωὶ στὶς γυναῖκες ποὺ δούλευαν στὰ σπίτια τους τὶς γοῦνες ποὺ ἦταν γιὰ ράψιμο, καὶ κάθε Σάββατο βράδυ νὰ τὶς παραλαβαίνει ραμμένες, πληρώνοντας τὴν ἀξία τῆς δουλειᾶς καὶ κρατώντας τακτικοὺς λογαριασμοὺς γιὰ ὅλα. Τὴ δουλειὰ αὐτὴ τὴν ἔκανε μὲ τέτοια προθυμία, μὲ τέτοια ὄρεξη, μὲ τέτοια τάξη, ποὺ ὁ Χατζῆ – Νίκου τὸ εἶχε κρυφὴ χαρὰ πὼς εἶχε τέτοιον ξεχωριστὸ ὑπάλληλο στὴν ὑπηρεσία του. Ὁ Ζώης βλέποντας ἐμπρός του κάθε μέρα νὰ ράβουν γοῦνες, ἐξετάζοντας καὶ προσέχοντας ὁλοένα τὸ ράψιμο, θέλησε νὰ δοκιμάσει ἄν κι αὐτὸς μποροῦσε νὰ ράψει. ῎Εραψε μιά, τὴν πέρασε μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες, κανένας δὲν ἔνιωσε τὴ διαφορά. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχε καὶ διαφορὰ καὶ νὰ ἦταν κι ἐκείνη ἡ γούνα καλοραμμένη σὰν τὶς ἄλλες. ῏Ηταν ὅμως δικό του τὸ ἀντίτιμο τῆς ἐργασίας· τὸ εἶχε κερδίσει μὲ τὸν κόπο του. Ἀγόρασε τώρα ἕνα Φτωήχι (᾽Οκτώηχο ), τὸ βιβλίο ποὺ ἐρχόταν μετὰ τὴ φυλλάδα, ποὺ εἶχε τελειώσει· ἀγόρασε καὶ μιὰ Ἀριθμητική· ἀγόρᾳσε ὅμως καὶ κάτι ἄλλο: κεριά, σπερματσέτα.

– Νὰ διαβάζω καὶ νὰ γράφω καὶ κάποτε, νὰ ράβω εἶναι δική μου δουλειά· δὲν εἶναι δίκιο ὅμως γι’ αὐτὰ νὰ ξοδεύω τὸ λάδι τ’ ἀφεντικοῦ μου, εἶπε μὲ τὸ νοῦ του. Κι ἐνῶ ὅλοι στὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Χατζῆ – Νίκου κοιμόνταν, ο Ζώης, μονάχος, ἔγραφε, διάβαζε, ἔκανε λογαριασμούς, μὰ ἔραβε καὶ καμιὰ γούνα, γιὰ νὰ βγάζει ὅ,τι τοῦ χρειαζόταν γιὰ βιβλία, πένες, χαρτιὰ καὶ κεριά. Μιὰ νύχτα κάνοντας τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ ὁ Χατζῆ – Νίκου εἶδε φῶς στὴν κάμαρα τοῦ Ζώη πάλι, καὶ χτύπησε νὰ τοῦ ἀνοίξει. Τώρα ὅμως δὲν ἔσβησε τὸ φῶς ὁ Ζώης· ἄνοιξε τὴ θύρα ἀμέσως, καὶ τοῦ λέει μἐ θάρρος:

– Ἀφεντικό, δουλεύω μὲ δικό μου φῶς· καὶ τοῦ ἔδειξε τὰ κεριὰ ποὺ εἶχε ἀγοράσει.

῾Ο γουναρέμπορος συγκινήθηκε πολύ· καὶ τοῦ λέει μισοθυμωμένα τάχα:

– Καλά, καλά· ἀπὸ αὔριο δὲν ἔχεις νὰ κάμεις πιὰ καμιὰ δουλειὰ τοῦ σπιτιοῦ· θ’ ἀφοσιωθεῖς στὸ μαγαζί· θὰ δουλεύεις ἐλεύθερα, ὅπως θέλεις· ἀπὸ αὔριο θὰ ἔχεις καὶ μισθὸ ἀνάλογο μὲ τὴν ἀξία σου, μὲ τὸ ζῆλο σου καὶ μὲ τὴν προκοπή σου! Μόνο στὶς ἐγωιστικὲς καρδιὲς δὲ φυτρώνει ἡ εὐγνωμοσύνη. Οἱ εὐγενικὲς ψυχὲς ποτὲ δἐν ξεχνοῦν τὴ χάρη. ῾Ο Ζώης ἦταν εὐγενικιὰ ψυχή. Μὲ πιὸ πολλὴ προσπάθεια λοιπὸν ἀφοσιώθηκε στὴν ἐργασία τοῦ εὐεργέτη του. ῎Εξυπνος κι ἐργατικὸς ὅπως ἦταν, ἔμαθε στὴν ἐντέλεια τὸ ἐμπόριο τῆς γουναρικῆς· μελετοῦσε, μάθαινε καθετί ποὺ τοῦ χρειαζόταν.

᾽Εκεῖνα τὰ χρόνια γινόταν μιὰ ἐμποροπανήγυρη στὴν Καστοριὰ τῆς Μακεδονίας. ῾Ως τότε ὁ Χατζῆ – Νίκου ἔστελνε ἀντιπρόσωπό του ἕνα γέρο ὑπάλληλο, ποὺ τὸν εἶχε ἀπὸ καιρὸ στὴ δουλειά του. Τώρα ἔστειλε μαζί του καὶ τὸ Ζώη Καπλάνη. Τί διαφορὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες χρονιές. ῏Ηρθαν νέοι πελάτες· ἔγιναν καινούριες ἀγοραπωλησίες. Μεγάλα ἦταν τὰ κέρδη τοῦ Χατζῆ – Νίκου, ποὺ ἤξερε νὰ ἐκτιμᾶ τὴν ἀφοσίωση, καὶ ἔδωσε, μόνος του, ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ κέρδη στὸν πιστό του Ζώη. Οἱ δουλειὲς τοῦ Χατζῆ – Νίκου προόδευαν ὁλοένα. Κι αὐτὸς κι ὁ Ζώης ἔνιωθαν πὼς τὰ Γιάννινα ἦταν πιὰ στενὸ μέρος γιὰ ἐμπόριο. ῎Ετσι τ’ ἀποφάσισαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ῎Ηπειρο, ὅπως τὸ συνηθίζουν οἱ ᾽Ηπειρῶτες, καὶ νὰ πᾶνε στὴ Βλαχία, στὸ Βουκουρέστι.

– Ζώη, τοῦ λέει, ὁ Χατζῆ – Νίκου ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ· τώρα ἔχεις κάμποσα κεφάλαια, κερδισμένα μὲ τὴν τιμή σου καὶ τὴ δούλεψή σου· ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο κεφάλαιό σου εἶναι, ἡ δραστηριότητά σου και ἡ μεγάλη τιμιότητά σου. Ἀπὸ σήμερα θὰ εἶσαι σύντροφος στὰ κέρδη.

Ὁ Ζώης πῆρε τὸ χέρι τοῦ προστάτη του νὰ τὸ φιλήσει ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τὸν ἄφησε· τοῦ ἔσφιξε μόνο τὸ δικό του χέρι, σὰν νὰ ἤθελε νὰ πεῖ πῶς ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἦταν σχεδὸν ἴσοι, στὰ κέρδη καὶ σὲ ὅλα. Ὁ Χατζῆ – Νίκου ἐγκαταστάθηκε στὸ Βουκουρέστι. ῾Ο Ζώης ἄρχισε ἐμπορικὰ ταξίδια· ἀγόραζε, πουλοῦσε πάντα μὲ ὠφέλεια· πῆγε στὴ Ρωσία, στὴ Λειψία τῆς Γερμανίας, ποὺ γίνεται μεγάλο ἐμπόριο γουναρικῶν, στὴ Βιέννη, ὕστερα γύρισε πίσω στῆ Ρωσία· ἔκανε περιοδεῖες· ὕστερα ἐγκαταστάθηκε στὴ Μόσχα. Στὸ τέλος ξαναγύρισε στὸ Βουκουρέστι, καὶ παράδωσε στὸ Χατζῆ – Νίκου καταλεπτῶς τοὺς λογαριασμούς. Σὲ κάθε ἐπιχείρηση φαινόταν ἡ ἐμπορικὴ ἐξυπνάδα καὶ ἡ τιμιότητα τοῦ Ζώη. Μεγάλα κέρδη ἔφερε στὴν ἑταιρεία ὁ Ζώης, κι ὅταν ὁ Χατζῆ – Νίκου θέλησε νὰ τὸν εὐχαριστήσει γιατὶ μὲ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀφοσίωσή του τριπλασίασε τὴν περιουσία του, ὁ Ζώης, ὁ ἄντρας Ζώης, ὁ ἔμπορος, πῆρε τὸ χέρι τοῦ ἄλλοτε ἀφεντικοῦ του καὶ τοῦ εἶπε μὲ δάκρυα:

– Θυμᾶσαι τὸ ἀνθρώπινο κουρέλι ποὺ βρῆκες, χρόνια τώρα, μιὰ Κυριακὴ πρωὶ μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ σου; ῏Ηταν πεινασμένο κι ἔτρεμε ἀπὸ τὸ κρύο· ἦταν διωγμένο κι ἦταν ἔρημο στὸν κόσμο. ᾽Εσὺ ἅπλωσες τὸ χέρι σου καὶ γλίτωσες τὸ δυστυχισμένο ποὺ χανόταν. Καὶ βρῆκα ψωμὶ κοντά σου καί, τὸ καλύτερο, βρῆκα, ἄσυλο. Σὺ στάθηκες ὁ προστάτης μου κι ὁ δάσκαλος μου· ἡ καλοσύνη σου καὶ τὸ καλό σου παράδειγμα μ’ ἔκαμαν ὅ,τι εἶμαι. Ὅ,τι εἶμαι τὸ χρωστῶ σὲ σένα. Ὅ,τι ἔχω, ἀπὸ σένα τὸ ἀπόχτησα. Σοῦ φάνηκα πιστός, σοῦ ἔδειξα ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση; ῾Ως κι ὁ σκύλος νιώθει τὴν καλοσύνη ποὺ τοῦ κάνουν, τὴ θυμᾶται, καὶ δείχνει τὴν εὐγνωμοσύνη του. Πῶς μποροῦσα ἐγὼ νὰ φανῶ χειρότερος ἀπὸ σκύλο;

Τὰ λόγια αὐτὰ συγκίνησαν βαθιὰ τὸ Χατζῆ – Νίκου. ῎Εκλαιε, καὶ σηκώθηκε κι ἀγκάλιασε τὸ Ζώη, ψιθυρίζοντας:

– Παιδί μου, παιδί μου, νά ᾽χεις τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Τὴν ἄλλη μέρα, ἀφοῦ σηκώθηκαν ἀπὸ τὸ τραπέζι, λέει ὁ  γουναρέμπορος στὸ Ζώη:

– Ζώη, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ μιλήσωμε σοβαρὰ γιὰ τὶς δουλειές μας.

– Οἱ δουλειές μας πᾶνε λαμπρά, εἶπε ὁ Ζώης.

– Ναί, μὰ ὄχι καὶ γώ. Στοχάσου, Ζώη, ὅταν πρωτομπῆκες στὸ σπίτι μου, σὺ ἤσουν παιδάκι κι ἐγὼ ἤμουν ἄντρας, μὰ ἐγὼ γέρασα, παιδί μου· τὰ μαλλιά μου εἶναι καιρὸς ποὺ ἄσπρισαν· τὰ πόδια δὲ βαστοῦν· τὰ χέρια μισοτρέμουν· τὰ μάτια κουράστηκαν· κοντεύω τὰ ὀγδόντα, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ δουλέψω Ζώη μου, καί…

Ὁ Χατζῆ – Νίκου στάθηκε, κοιτάζοντας τὸ Ζώη.

– Καί;… ρώτησε ἀνυπόμονα ὁ Ζώης.

– Εἶναι ἀνάγκη νὰ διαλύσωμε τὴ συντροφιά μας. Μὲ τὴ βὸήθεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ δουλειά μου καὶ μὲ τὴ δουλειά σου, ἔχω τὸ δικό μου· μπορῶ νὰ ζήσω ξένοιαστος ὅσα χρόνια μοῦ μένουν· δὲν εἶμαι πιὰ γιὰ δουλειά· ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῶ.

Ὁ Ζώης στὴν ἀρχὴ δὲν τὸ δέχτηκε.

– Δουλεύω ἐγὼ καὶ γιὰ τοὺς δυό μας, εἶπε· θά βάλω διπλὸ κόπο, τέλειωσε!

– Σὺ πάντα μιλᾶς γνωστικά σκέψου καλά· μπορεῖς νὰ γίνεις δυὸ κομμάτια, νά᾽ σαι ὁ μισὸς στὸ Βουκουρέστι κι ὁ ἄλλος μισὸς στὴ Μόσχα; Τὸ κατάστημα ἐδῶ θέλει τὸν ἄνθρωπό του καὶ μένα τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου φωνάζουν: «φτάνει πιά!»

Μὲ τὰ πολλὰ ὁ Ζώης πείστηκε, καὶ διάλυσαν τὴ συντροφιά. Δὲν εἶχε πιὰ δουλειὰ στὸ Βουκουρέστι, γι’ αὐτὸ ἀποχαιρέτησε τὸν ἀσπρομάλλη προστάτη του σὰ γιὸς τὸν πατέρα του, ἔφυγε κι ἀποκαταστάθηκε ὁριστικὰ στὴ Μόσχα· ἦταν ἐκεῖ ἕνα μετόχι ἑλληνικοῦ μοναστηριοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Νοίκιασε μιὰ κατοικία καὶ ἐξακολούθησε τὸ ἐμπόριό του γιὰ δικό του λογαριασμό.

῾Ο Ζώης μὲ τὴ μεγάλη τάξη ποὺ εἶχε στὶς ληψοδοσίες του, μὲ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν τιμιότητά του ἀπόχτησε μεγάλη ὑπόληψη στὴν ἀγορὰ τῆς Μόσχας καὶ σὲ ἄλλες ἐμπορικὲς πόλεις. ῎Εκανε λαμπρὲς δουλειές· κι ἡ κάσα του ὁλοένα γέμιζε. Εἶχε κάμει περιουσία· ἦταν πλούσιος. Μὰ περνοῦσαν καὶ τὰ χρόνια δὲν ἦταν πιὰ νέος. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ ἔκανε περίπατο μονάχος σ’ ἕνα ἐξοχικὸ μέρος τῆς Μόσχας, μιλώντας μὲ τὸν ἑαυτό του, ὅπως συνήθιζε, εἶπε:

– Ζώη, χρόνια καὶ χρόνια ἐσὺ τὸ ἄστεγο παιδὶ παιδεύτηκες καὶ βασανίστηκες νὰ κερδίσεις λεπτά· καὶ κέρδισες ἀρκετά. Δὲ μοῦ λές, τί θὰ τὰ κάμεις αὐτὰ τὰ λεπτά; Γιατί τὰ μάζεψες; Οἰκογένεια δὲν ἔχεις. Ποῦ θὰ τ’ ἀφήσεις; Δὲ θὰ τὰ θάψουν βέβαια μαζί σου στὸ μνῆμα σου!…

Κι ἔμεινε συλλογισμένος· ἦταν ἕνα πρόβλημα μπροστά του ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀμέσως τὴ λύση του.

Λένε γιὰ τὸν Κίμωνα, τὸ γιὸ τοῦ Μιλτιάδη, πὼς ὅταν ἔκαμε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὰ λάφυρα τῶν Περσῶν, θυμήθηκε τὴ φτώχεια ποὺ πέρασε μικρός. Θυμήθηκε ποὺ κάποτε τοῦ ᾽λειψε καὶ τὸ ψωμὶ ὅταν ὁ δοξασμένος πατέρας του ἦταν κλεισμένος στὴ φυλακή. Κι ἅμα ἔγινε πλούσιος, φόρτωνε τοὺς δούλους του φορέματα καὶ τὰ μοίραζε στοὺς φτωχοὺς ποὺ ἀπαντοῦσε στοὺς δρόμους, κι ἄνοιγε τοὺς κήπους του νὰ μπαίνουν ἐλεύθερα οἱ πολίτες καὶ πρὸ πάντων τὰ παιδιὰ νὰ τρῶνε ὀπωρικά.

῾Η ψυχὴ τοῦ Ζώη εἶχε κάποια ὁμοιότητα μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ Κίμωνα. Τὸ διωγμένο παιδὶ τοῦ Γραμμένου, ποὺ ἔγινε ἔμπορος γουναρικῶν στὴ Μόσχα, χωρὶς νὰ τὸ φαντάζεται, σκέφτηκε ὅπως ὁ δοξασμένος νικητὴς τῆς Μυκάλης. Θυμήθηκε τὰ βασανισμένα χρόνια ποὺ πέρασε παιδί, θυμήθηκε τὴ λαχτάρα ποὺ εἶχε γιὰ τὰ γράμματα καὶ πὼς ἔμαθε μόνος του κρυφοδιαβάζοντας τὴν Ἄλφα Βῆτα, καὶ εἶπε, δίνοντας τὴ λύση στὸ πρόβλημα:

Τὰ λεπτὰ ποὺ μάζεψα θὰ τὰ δώσω γιὰ τὴν ὀρφάνια, γιὰ τὴν πείνα, γιὰ τὴ γδύμνια, καὶ γιὰ τὰ γράμματα· θὰ κάμω σχολεῖα στὸν τόπο μου, ν’ ἀνοίξω τὰ μάτια τῶν συμπατριωτῶν μου, νὰ φωτίσω τὸ μυαλό τους. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν πιὰ ἥσυχος· ἤξερε τί ἤθελε· ἔκαμε τὸ σχέδιό του· κι ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσει πέρα ὡς πέρα. Μὰ ποῦ νὰ τὸν ἀφήσουν ἥσυχο οἱ ἄλλοι! Μυρίστηκαν πὼς ἐκεῖ ἦταν «παράς», καὶ πρόβαλαν ξαδέρφια καὶ ξαδέρφες, μ᾽ ἀνοιγμένο χέρι, ζητώντας ὑποστήριξη καὶ βοήθεια. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους οὔτε τοὺς ἤξερε ὁ Ζώης, οὔτε τοὺς εἶδε ποτέ του, οὔτε τὸν θυμήθηκαν ποτέ τους· καὶ τώρα ἤθελαν ν᾽ ἀνοίξει τὴν κάσα του, νὰ τοὺς μοιράσει τὸ βιό του… Ὁ Ζώης ἦταν πολὺ γνωστικὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάμει αὐτό. ῎Ελεγε μὲ τὸ νοῦ του: «Δικά μου εἶναι τὰ λεφτά μου; ῎Οχι, εἶναι τῆς ὀρφάνιας, τῆς πείνας, τῆς γδύμνιας, τῆς ἀγραμματοσύνης· ὅσα σπαταλήσω ἀσυλλόγιστα ἐδῶ κι ἐκεῖ, τὰ κλέβω ἀπὸ τοὺς δυστυχισμένους. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμω».

῎Ετσι δεχόταν σοβαρὰ τὰ ξαδέρφια, τοὺς ἔδινε τὸ ναῦλο τους καὶ λίγα λεπτὰ καὶ τὰ ἔστελνε πίσω· ὅσοι ὅμως ἦταν γιὰ δουλειὰ τοὺς ὑποστήριζε· ὅσοι ἔτρεχαν νὰ περάσουν χωρὶς ἐργασία τὴ ζωή τους μὲ τὰ λεπτὰ τοῦ Ζώη ἔφευγαν μὲ χέρια ἀδειανά. Αὐτοὶ φυσικὰ δὲν ἦταν διόλου εὐχαριστημένοι, οὔτε τὸν ἐπαινοῦσαν. Μὰ αὐτὸς ὁ σφιχτός, ὁ «τσιγκούνης», ἔστειλε χιλιάδες καὶ χτίστηκε στὰ Γιάννινα ἕνα μεγάλο κι εὐρύχωρο σχολεῖο μὲ ὡραῖες σάλες, μὲ κατοικίες τῶν δασκάλων, μὲ πολλὰ κελιὰ γιὰ τοὺς φτωχοὺς μαθητές. Παρακάλεσε τὸ μεγάλο Δάσκαλο τοῦ Γένους, τὸ σοφὸ Ἀδαμάντιο Κοραῆ, νὰ φροντίσει ν’ ἀγοράσει ἀπὸ τὴ Βιέννη καὶ ἀπὸ τὸ Παρίσι ὄργανα φυσικῆς καὶ χημείας καὶ τὰ καλύτερα βιβλία. Χιλιάδες ξόδεψε γι’ αὐτά, καθὼς καὶ γιὰ τὸ ἀμφιθέατρο ποὺ ἔχτισε γιὰ βιβλιοθήκη καὶ γιὰ πειράματα. Χιλιάδες ἔβαλε καὶ στὴν Τράπεζα γιὰ νὰ διατηρεῖται τὸ σχολεῖο ἀπὸ τοὺς τόκους. Διευθυντὴ στὸ μεγάλο αὐτὸ ἐκπαιδευτήριο διόρισε ἕνα ὀνομαστὸ σοφὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σπουδασμένο στὴν Εὐρώπη, τὸν Ἀθανάσιο Ψαλίδα.

Γρήγορα ἀπόχτησε φήμη τὸ καινούριο σχολεῖο μὲ τὴ νέα μέθοδο. Ὅταν ἔκανε τὰ πειράματα ὁ Ψαλίδας, ποὺ ἦταν σπουδαῖα γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές, ἔτρεχαν καὶ μεγάλοι Γιαννιῶτες, μὲ μεγάλη περιέργεια νὰ μάθουν, νὰ φωτιστοῦν. Πολλὲς φορὲς πήγαιναν καὶ κάθονταν κοντὰ στοὺς Χριστιανοὺς καὶ Τοῦρκοι, κι οἱ γιοὶ τοῦ Ἀλήπασα, ὁ Βελήπασας καὶ ὁ Μουχτάρπασας. Λένε πὼς κάποτε δὲ βάσταξε καὶ πῆγε κι ὁ ἴδιος ὁ Τεπελενλής.

Χιλιάδες ρούβλια πέρασαν ἀκόμη ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ζώη καὶ τὰ ἔστειλε γιὰ κείνους ποὺ ὑποφέρουν, κλαῖνε καὶ πεινοῦν. Στὸ νοσοκομεῖο, γιὰ τὴν περιποίηση τῶν φτωχῶν ἀρρώστων· ταχτικὸ βοήθημα κάθε χρόνο στὰ περίφημα σχολεῖα τοῦ Ἁγίου ῎Ορους καὶ τῆς Πάτμου. Δέκα χιλιάδες ρούβλια ἄφησε γιὰ τοὺς φυλακισμένους. Ἄλλα τόσα νὰ παντρεύονται φτωχὰ κορίτσια ἀπὸ τὸ πατρικό του χωριό, τὸ Γραμμένο. Χιλιάδες ἄφησε καὶ γιὰ τὰ ὀρφανὰ καὶ γιὰ τὰ φτωχὰ καὶ ἀπροστάτευτα παιδιά.

῾Ο Ζώης ἦταν πιὰ ἑβδομήντα χρόνων· ἦταν πολὺ κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀδιάκοπο ἀγώνα τῆς ζωῆς, ἀρρώστησε κι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες, στὶς 20 τοῦ Δεκέμβρη 1906, ἔκλεισε γλυκὰ τὰ μάτια του, «ἐκοιμήθη τὸν αἰώνιον ὕπνον ὡς τὰ νήπια πράως» εἶπε ὁ ἱεροκήρυκας ποὺ ἔβγαλε τὸν ἐπικήδειο λόγο. Τὸν ἔθαψαν στὸ μοναστήρι τοῦ Δονσκόη. Τὸ Πατριαρχεῖο ἔβγαλε γιὰ τὸ Ζώη Καπλάνη ἔνα ἐπίσημο σιγίλλιο, ὑπογραμμένο ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ τοὺς Πατριάρχες Ἀντιοχείας καὶ ῾Ιεροσολύμων καὶ ὅλη τὴ Σύνοδο. Σ’ αὐτὸ ἐξιστορεῖ τί ἔκαμε σὰν ἄνθρωπος, σὰ χριστιανός, σὰν ῞Ελληνας, διατάζει νὰ γίνουν πιστὰ ὅσα ὁρίζει στὴ διαθήκη του ὁ Εὐεργέτης Καπλάνης καὶ δίνει παραγγελία στὸν κατὰ καιρὸ Μητροπολίτη τῶν ᾽Ιωαννίνων, νὰ κάνει μνημόσυνο γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Ζώη, κάθε Κυριακὴ τῆς ᾽Ορθοδοξίας. Ἡ ἀλησμόνητη αὐτὴ ἡμέρα θυμίζει τὴ μακρινὴ ἐκείνη Κυριακή, ποὺ τὸ πρωὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρτα του ὁ Χατζῆ – Νίκου βρῆκε μπροστά του σὰν ἀνθρώπινο κουρέλι τὸ διωγμένο παιδάκι. Πάνω στὴν πλάκα τοῦ τάφου του, μέσα στὸ κοιμητήριο τοῦ ρώσικου μοναστηριοῦ τῆς Μόσχας ἕνας Ἕλληνας της ἐποχῆς ἐκείνης χάραξε ἕνα ἐπιτύμβιο σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Τὸ ποίημα εἶναι ἄτεχνο, οἱ στίχοι κακοφτιασμένοι καὶ ἡ γλώσσα, ὅπως ἦταν στὰ χρόνια ἐκεῖνα, ἀκατάστατη. ῎Ενα δίστιχο ὅμως ἀπ’ αὐτά, ὅσο ἄσχημο καὶ ἂν εἶναι, δίνει μιὰ σωστὴ ἰδέα γιὰ τὸ Ζώη Καπλάνη:

῞Ολην του τὴν κατάσταση ἔθυσε μ’ εὐκαρδίαν

γιὰ φωτισμὸ Πατρίδος του καὶ γιὰ φιλοπτωχίαν.

Ἀλλὰ πολὺ καλύτερα ἀπὸ κάθε ἐπίγραμμα, μποροῦσαν νὰ γραφτοῦν πάνω στὸν τάφο του, τὰ λίγα ἐκεῖνα λόγια, ποὺ χαράχτηκαν στὴν πλάκα ἑνὸς ἄλλου μεγάλου φιλανθρώπου, ἀλτρουιστῆ σὰν τὸ Ζώη Καπλάνη:

«῞Ολα γιὰ τοὺς ἄλλους. Τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του!»

 

 

[1] Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.ΔΟΥΚΑ, Δ. ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Α. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Γ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ, Α. ΚΟΥΡΤΙΔΗ, Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Π. ΝΙΡΒΑΝΑ, Δ. ΖΗΣΗ - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Ε΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΑΘΗΝΑΙ, 1966, σελ. 160-173

 

Από το νέο site του Εκδότη και Λογοτέχνη Θεόδωρου Ε. Παντούλα:

https://alakati.gr/%ce%b6%cf%8e%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%ac%ce%bd%ce%b7%cf%82/