Πεζογραφία

 

 

Μαξίμ Γκόρκι

 

Από το βιβλίο «Τα παιδικά χρόνια»

 

 

Στα θρησκευτικά, είχαμε δάσκαλο έναν ωραίο νεαρό παπά, με πλούσια μαλλιά. Ο παπάς δε μ’ αγαπούσε, γιατί δεν είχα την «Ιερά ιστορία της Παλαιός και της Καινής Διαθήκης», και γιατί κορόιδευα τον τρόπο που μιλούσε.

Μόλις έμπαινε στην τάξη, πρώτη του δουλειά ήτανε να με ρωτήσει:

- Πεσκόφ, έφερες την Βίβλο ή όχι; Ναι. Την Βίβλο. Εγώ απαντούσα: - Όχι. Δεν έφερα. Ναι. - Τι ναι; - Όχι. - Άντε, πήγαινε στο σπίτι. Ναι. Στο σπίτι. Γιατί δεν σκοπεύω να κάνω μάθημα. Ναι. Δεν σκοπεύω!

Αυτό δε με πολυστεναχωρούσε, έφευγα κι ώσπου να τελειώσουν τα μαθήματα, τριγυρνούσα στους γεμάτους λάσπη δρόμους της κωμόπολης, χαζεύοντας την πολυτάραχη ζωή της.

Ο παπάς είχε ένα ωραίο πρόσωπο, σαν του Χριστού, τρυφερά γυναικεία μάτια, και μικρά χέρια, που κι αυτά ήταν τρυφερά, για κάθε πράγμα που τους έπεφτε. Κάθε πράγμα, -βιβλίο, χάρακα, κοντυλοφόρο τό ‘πιανε με καταπληκτική χάρη, λες και το πράγμα αυτό ήταν ζωντανό, εύθραυστο. Ο παπάς το αγαπούσε και φοβότανε, θαρρείς, μήπως το χαλάσει με μια απρόσεχτη κίνησή του. Με τα παιδιά δεν ήταν τόσο τρυφερός, μα τον αγαπούσαν.

Παρόλο που η επίδοσή μου στα μαθήματα ήταν υποφερτή, μου είπαν πολύ γρήγορα, πως θα με αποβάλουνε από το σχολείο για ανάξια διαγωγή. Στεναχωρέθηκα. Αυτό σήμαινε για μένα μεγάλες φασαρίες. Γιατί η μητέρα, που γινόταν κάθε μέρα και πιο νευρική, μ’ έδερνε συχνά.

Μα ήρθε η βοήθεια. Ξαφνικά, ήρθε στο σχολείο ο επίσκοπος Χρύσανθος, ένας άνθρωπος, απ’ ό,τι θυμάμαι, καμπούρης, που θύμιζε μάγο. Πολύ κοντός, μ’ ένα φαρδύ μαύρο ράσο κι ένα κωμικό κουβαδάκι στο κεφάλι, μόλις έκατσε στο τραπέζι, ανασκουμπώθηκε κι είπε:

- Ελάτε, λοιπόν, να κουβεντιάσουμε, παιδιά μου!

Η ατμόσφαιρα της τάξης άλλαξε αμέσως, έγινε ζεστή, χαρούμενη, ευχάριστη. Ύστερα από πολλούς άλλους, φώναξε και μένα στο τραπέζι του και με ρώτησε σοβαρά: - Πόσω χρονών είσαι; Μόνοοο; Πολύ ψηλός είσαι, αδελφέ μου, δεν ειν’ έτσι; Καθόσουν συχνά κάτω από τις βροχές, ε;

Έβαλε στο τραπέζι το κοκκαλιάρικο χέρι του, με τα μεγάλα μυτερά νύχια, έμασε στα δάχτυλά του τη φτωχή γενιάδα του, κάρφωσε στο πρόσωπό μου το καλοσυνάτο βλέμμα του και πρότεινε: - Πες μου κάτι από την Ιερά Ιστορία, τι σ’ άρεσε σ’ αυτήν;

Όταν του είπα πως δεν έχω βιβλίο και δε μαθαίνω την Ιερά Ιστορία, έσιαξε το καλυμμαύκι του και ρώτησε: - Πώς γίνεται αυτό; Πρέπει να τη μάθεις! Μήπως ξέρεις τίποτε άλλο, άκουσες τίποτα; Ξέρεις το Ψαλτήρι; Πολύ καλά! Και προσευχές; Βλέπεις, λοιπόν; Ξέρεις κι από πάνω και τους βίους των Αγίων! Και μάλιστα σε στίχους; Μα εσύ μου είσαι πολύξερος, βλέπω!

Μόνο τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε ο παπάς μας, κόκκινος, λαχανιασμένος. Ο επίσκοπος τον ευλόγησε, μα όταν ο παπάς άρχισε να μιλάει για μένα, ο επίσκοπος σήκωσε το χέρι κι είπε:

- Μια στιγμή, παρακαλώ... Άντε, πες μας για τον Αλεξέι, τον άνθρωπο του Θεού... - Υπέρκαλοι στίχοι, αδελφέ μου, ε; είπε, όταν κόμπιασα λιγάκι, ξεχνώντας κάποιο στίχο. Τίποτε άλλο;... Για τον βασιλιά Δαβίδ; Είμαι όλος αυτιά!

Είδα, πως πραγματικά ακούει και του αρέσουν οι στίχοι. Με ρώτησε πολλήν ώρα, έπειτα, ξαφνικά, σταμάτησε και ζήτησε βιαστικά να μάθει: - Διάβασες ψαλτήρι; Ποιός σου τα έμαθε; Ο καλός σου ο παππούς; Τι, κακός είναι; Είναι δυνατόν; Και συ κάνεις πολλές τρέλες;

Ζάρωσα, μα είπα «ναι». Ο δάσκαλος με τον παπά επιβεβαίωσαν, με πολλά λόγια, την ομολογία μου. Ο επίσκοπός τους άκουσε με τα μάτια χαμηλωμένα, έπειτα είπε, αναστενάζοντας: - Να τι λένε για σένα, τ’ άκουσες; Άντε, έλα πιο κοντά!

Έβαλε το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου, που ανάδινε μια μυρωδιά από κυπαρισσόξυλο, και ρώτησε: για ποιό λόγο κάνεις αταξίες;

- Είναι που βαριέμαι το μάθημα, είναι ανιαρό.

- Ανιαρό; Αυτό, αδελφέ μου, σαν να μην είναι σωστό! Αν βαριόσουνα τα μαθήματα θα ήσουνα κακός μαθητής. Και οι δάσκαλοί σου λένε πως είσαι καλός στα μαθήματα. Επομένως κάτι άλλο συμβαίνει. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό βιβλιαράκι κι έγραψε πάνω του: Πεσκόφ Αλεξέι. - Εντάξει. Παρ’ όλ’ αυτά, καλό θα είναι να συγκρατηθείς, αδελφέ, να μην είσαι τόσο άτακτος! Λιγάκι, επιτρέπεται, μα το πολύ κάνει ζημιά στους άλλους. Λέγω καλά, παιδιά;

Πολλές φωνές μαζί απάντησαν χαρούμενα: - Καλά. - Και σεις λιγάκι αταχτείτε, δεν είναι έτσι; Τα παιδιά άρχισαν, γελώντας, να λένε: - Όχι. Και μεις πολύ! Πολύ!

Ο επίσκοπος ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του κι είπε με κατάπληξη, μ’ έναν τέτοιο τόνο, που όλοι, ακόμα κι ο δάσκαλος κι ο παπάς γέλασαν: - Περίεργο πράγμα, αδελφοί μου, κι εγώ στα χρόνια σας, ήμουνα μεγάλος καπετάν φασαρίας! Γιατί, τι φταίει, αδελφοί μου;

Τα παιδιά γελούσαν, εκείνος τους ρωτούσε, μπερδεύοντάς τους όλους, με τέχνη, προκαλώντας διαφωνίες και αντιρρήσεις μεταξύ τους, και δυναμώνοντας διαρκώς την ευθυμία. Τελικά, σηκώθηκε και είπε:

- Καλά τα περνάμε μαζί, άτακτοι, μα καιρός να φύγω!

Σήκωσε το χέρι, πέταξε, με μια κίνηση, το μανίκι του πάνω στον ώμο, έκανε το σημείο του σταυρού, με πλατιές κινήσεις, πάνω σ’ όλους και ευλόγησε:

- Στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σας ευλογώ για καλές επιδόσεις στα μαθήματά σας! ’Αντίο σας!

Όλοι μαζί φώναξαν: - Ώρα σας καλή, παππούλη! Να μας ξαναρθείτε!

Κουνώντας το καλυμαύκι του είπε εκείνος: - Θα έρθω, θα έρθω! Θα σας φέρω βιβλία!

Και είπε στον δάσκαλο, βγαίνοντας από την τάξη: - Σχολάσετε τα παιδιά!

Με πήρε από το χέρι και μ’ έβαλε στον διάδρομο και κει μου λέει: - Έτσι λοιπόν, συγκρατήσου, εντάξει; Καταλαβαίνω γιατί κάνεις αταξίες. Άντε, αντίο, αδελφέ!

Ήμουν πολύ συγκινημένος. Κάποιο ιδιαίτερο αίσθημα φούντωνε μέσα μου. Ακόμη κι όταν ο δάσκαλος απόλυσε τα παιδιά, με κράτησε κι άρχισε να μου λέει, πως τώρα πρέπει να είμαι τύπος και υπογραμμός· τον άκουσα με προσοχή και προθυμία.

 

«Τα παιδικά χρόνια»

Εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος σ. 249 -253

 

ΣΥΝΑΞΗ, τεύχος 14, 1985, σελ. 98-99.