Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ποίηση

 

  1. Προσέξτε, λαέ μου, στην διδασκαλία μου. Ανοίξτε τα αυτιά σας και ακούστε τα λόγια μου.
  2. Θα σας μιλήσω με διδακτικές ιστορίες, θα σας διηγηθώ με ενθουσιασμό αρχαίες ιστορίες με βαθειά νοήματα.
Συγγραφέας: Ασάφ
Περισσότερα...

Σ’ αυτήν που πλέον τρώει μαζί Του εις Εμμαούς

 

                     Αναστάσιμο

Φέτος το Πάσχα καλώς όρισες, Χριστέ,

Κι έλα να γιοματίσουμε μαζί ψωμί και ψάρι.

Θα πλημμυρίζουν μύρα γύρω οι πασχαλιές

Και θα σου ψάλω το αναστάσιμο τροπάρι.

Συγγραφέας: Χιωτέλλη Καίτη
Περισσότερα...

ΕΝΑΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

Λοξοκοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό

Τη νύχτα είπε, «Οι περιπλανήσεις

Αυτού του τόσο περίπλοκου Σύμπαντος

Το τίποτα των πάντων μου διδάσκουν».

Συγγραφέας: Tennyson Alfred
Περισσότερα...

ΑΝΟΣΙΑ ΑΓΕΛΗΣ

Σε μοναχικούς περιπάτους, βλέπεις ανθρώπους ανήμπορους να συμφιλιωθούν με τη στιγμιαία μοναξιά τους. Αντί λόγου χάρη να σταθούν να ατενίσουν τη θάλασσα στήνοντας αυτί στο μέσα κυματισμό τους, τρέχουν να πάρουν κάποιο τηλέφωνο ή να σερφάρουν στα ρηχά του διαδικτύου.

Συγγραφέας: Ιωάννου Θωμάς
Περισσότερα...

«Απ’ όλες τις αναπηρίες και τις ήττες μου,

ω! κι ακόμα πιο πολύ,

από τις νίκες μου, που ’μοιαζε νά ’χα·
από τα ευφυολογήματα, που εξαπέλυα για χάρη Σου,

Συγγραφέας: Lewis C.S.
Περισσότερα...

 

Καθώς στον δρόμο βρίσκομαι προς τον ιερό εκείνο χώρο

Όπου μαζί με τον χορό Σου των αγίων για πάντα

Θα γίνω μουσική δική σου· καθώς φτάνω

Κουρντίζω το όργανο εδώ στη θύρα

Και συλλογιέμαι εδώ από πριν τι έχω χρέος να κάνω τότε[2].

Συγγραφέας: Donne John
Περισσότερα...

Ένα ποίημα του μεγάλου Άρη Αλεξάνδρου ως μνημόσυνο, του σαν σήμερα θανάτου του..... και εις διαρκή μας υπενθύμιση , ότι δεν θα υπάρχουμε χωρίς τον δικό μας χώρο... Και ο "χώρος" ειναι η πίστη, η ποιότητα, το ήθος, οι σχέσεις και ο θάνατος.

Περισσότερα...

Το κάθε ποίημά του μπορεί να τεθεί εύκολα ως θέμα διδακτορικής διατριβής. Για κάθε στίχο του υπάρχουν αμέτρητα σχόλια που μπορούν να τον περιγράψουν. Άλλοτε είναι εύκολος να τον κατανοήσεις και άλλοτε τόσο δύσκολος ώστε η κάθε του λέξη «χάνεται» μες στο μυαλό σου. Η δυναμική του προσωπικότητα φαίνεται στα περισσότερα από τα έργα του ενώ πολλά από αυτά φαίνονται να απευθύνονται στον εαυτό του.

Περισσότερα...

Ὁ καθένας μας ἔχει μιά νύχτα μπροστά του,

στή διάρκεια τῆς ὁποίας,

θά τοῦ προκαλέσουν φόβο,

τά ὅσα μέσα του ἄφησε ἀνεπεξέργαστα,

θά ᾿ρθοῦν κοντά του πιεστικά οἱ συμφορές,

ἀπ᾿ τίς ὁποῖες ἀποστρέφει το βλέμμα,

οἱ ὁφειλές πού δέν ἐξοφλεῖ,

ἡ θλίψη πού δέν παραδέχεται.

Μιά νύχτα

στή διάρκεια τῆς ὁποίας

θά γίνει περισσότερο παρά ποτέ

κτῆμα καί παιχνίδι τοῦ θανάτου του...

R. M. Rilke

Πετύχαμε μέσῳ τῶν ποιητῶν καί

τῶν λογοτεχνῶν νά πείσουμε τούς

ανθρώπους πώς ἡ ἐμπειρία πού

ἀποκαλοῦν ἔρωτα εἶναι ἡ μόνη

ἀξιοσέβαστη προϋπόθεση γιά νά

παντρευτεῖ κανείς.

   Τούς πείσαμε ὅτι ὁ γάμος μπορεῖ

καί ὀφείλει νά καθιστᾶ αὐτόν τόν

ἐνθουσιασμό μόνιμο!...

   Τούς πείσαμε ὅτι ἕνας γάμος

πού δέν τό ἐπιτυγχάνει αὐτό

δέν εἶναι πλέον δεσμευτικός...!!!

R. M. Rilke

Έψαχνα να βρώ το σπίτι μου... Γύρω

πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους

τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν

και είναι θαύμα πως δεν πέφταν πάνω μου.

Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,

και να, ξαφνικά βρέθηκα

μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη

όρθιο.

Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και

καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη

πόρτα του σαλονιού, είδα τον Χ ρ ι σ τ ό ,

μ έ σ α  σ ε  λ ά μ ψ η , με τα χέρια απλωμένα

στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.

Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,

έγειρα και έπεσα κάτω λοιπόθυμος.

 

Μίλτος Σαχτούρης

"Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια"

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Έχασα το δρόμο μου, βρέθηκα σε

μια ξένη γειτονιά που δε μου θύμιζε 

τίποτε από τη δική μου.

Ρώτησα μερικούς ανθρώπους αλλά

δεν ήξεραν τίποτε να μου πουν.

Όσο κι αν έψαχνα άλλους δρόμους

τόσο και σε πιο απόξενες τοποθεσίες

βρισκόμουν κι όταν έστριψα ακόμα

σ' ένα δρόμο η αγωνία μου κορυφώθηκε

στο τέρμα αυτού του δρόμου ήταν

μια απόκρημνη ακτή με μια

θάλασσα φουρτουνιασμένη.

Στη γειτονιά μου δεν βρίσκεται

καμιά θάλασσα. Έχασα το δρόμο μου.

Μίλτος Σαχτούρης

"Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια"

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Δεν έχει τίποτα τελειώσει στη ζωή μου.
 
Όλα ειν’ αρχές, αρχές
 
σαν ζωγραφιές
 
σε παιδικό τετράδιο:
 
ακέφαλα ανθρωπάκια,
 
σπίτια χωρίς παράθυρα
 
καράβια δίχως ξάρτια…
 
Κανένας κύκλος πουθενά
 
τετράγωνο ή τρίγωνο.
 
Μόνο γραμμές, γραμμές
 
μ’ αρχή και δίχως τέλος
 
σπάγγοι χαρταετού χωρίς αητό.
 
Δεν έχει τίποτα τελειώσει στη ζωή μου.
 
Όλα ειν’ αρχές, αρχές
 
σαν προσευχές
 
χωρίς αμήν
 
χωρίς απόκριση.
 
Και δρόμος, δρόμος
 
χωρίς τέρμα και σταθμό,
 
χωρίς πηγή να δροσιστείς,
 
χωρίς ανασασμό.
 
Δεν έχει τίποτα τελειώσει στη ζωή μου.
 
Για τούτο ακόμα ζω.


 

Η αυγή έδεσε με τ'αλαβάστρινο γεφύρι της

τη μέρα με τη νύχτα.

Δέσαν οι αχτίδες τοξωτές

με τη θερμή τους χειραψία

μια με την άλλη τις ψηλές βουνοκορφές.

 

Ανοίξτε τα παράθυρα,

να σκορπιστούν οι νυχτοπεταλούδες,

όνειρα στο φώς.

Ν'ανοίξουν οι καρδιές

μπροστά στον ήλιο της αγάπης.

 

Ανοίξτε τα παράθυρα

για να γενούν γεφύρια

ανάμεσα στα σπίτια

οι καλημέρες γελαστές.

 

Άνθρωπο μ'άνθρωπο να δέσουν

θάλασσα με στεριά

γή μ'ουρανό να δέσουν οι εωθινές

προσευχές των ανρώπων.

 

Ανοίξτε απ'τον ύπνο τα βαριά

του σπιτικού σας βλέφαρα

ανοίξτε του σπιτιού σας τα κλειστά

σφιχτομανταλωμένα φυλλοκάρδια,

πριν κουραστή το φως ευγενικά

να στέλνη πρόσκληση στο πανηγύρι της χαράς του,

πριν έρθει για να βασιλέψη ο μαρασμός

στο σκοτεινό σας σπίτι 

κι ο αργός θάνατος,

 

Άνθρωποι, φίλοι μου, αδερφοί

ανοίξτε τα παράθυρα.

 

 

Καίτης Χιωτέλλη

"Ανατολικοί δρόμοι

Εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ


 

Περισσότερα...

Σκέψου τους ήρωες των μυθιστορημάτων ! Τι καλά

πούναι κλεισμένοι στα δεμένα τους βιβλία.

Αν βγαίναν ήταν φόβος να χαθούν

μέσα στο πλήθος. Να χαθεί κι η ιστορία.

 

Βλέπεις η ζωή μας δεν μπορεί,

νάναι σαν το βιβλίο ή σαν το θέατρο

συμπυκνωμένη μες σε δυο ώρες μοναχά

ή σε μια πεντακοσαριά, το πιο πολύ, σελίδες.

 

Οι ήρωες εκεί κινούνται, αδικούνται, δικαιώνονται

μέσα σε χρήσιμα στο συγγραφέα περιστατικά

βαλμένα στη σειρά με νου και τάξη.

 

Δεν είναι βέβαια το ίδιο στη ζωή.

Αργά, τι αργά που ξετυλίγεται

εδώ η ιστορία.

 

Οι πιο πολλές μας ώρες είναι Θέατρο.

Μια θλιβερή κι ανόητη

σκηνοθεσία.

 

Κι είναι μονάχα κάτι πύρινες στιγμές, αληθινές

σκόρπιες μες στην υγρήν ακινησία

κείνες που της ζωής μας την παράξενη συνθέτουνε

συμπυκνωμένη από το θάνατο ιστορία.

 

Καίτη Χιωτέλη

 

Στο νάρθηκα ψηλά της εκκλησιάς

η κυρά-Λένη, η κόρη του μανάβη

κι η Μάρθα, η κυρά του παπουτσή

κι η Ρήνα, η γερόντισσα η κουτσή

κι όποια καλοκυρά της γειτονιάς

έρχεται τη συχώρεση να λάβη.

 

Πίσω από μια ξυλόπορτα κλειστή

είν' ο πνευματικός που περιμένει.

Κι αυτές όσο να μπούνε φλυαρούν

λένε το τι θα πουν και δε θα πουν

ώσπου ν' ανοίξη η πόρτα η σφαλιστή

κάποια να δουν να βγη, κάποια να μπαίνει.

 

Μέσα στην εκκλησιά τη θολωτή

φώλιασε η σκοτεινιά σαν αμαρτία.

Ένα κεράκι αδύναμο φωτά

και φεύγει ο φόβος πέρα και πετά.

Κάθε που ανοίγει η πόρτα η σφαλιστή

λάμπει και μια μορφή σαν οπτασία.

 

Όρθρος των Χριστουγέννων. Σκοτεινιά

ήρθεν η Λένη, η κόρη του μανάβη

κι η Μάρθα, η κυρά του παπουτσή

κι η Ρήνα, η γερόνιτσσα η κουτσή

της γειτονιάς κάθε γριά και νιά

χρονιάρα μέρα για να μεταλάβη.

 

Άκουγαν τους ψαλτάδες που συρτά

ψέλναν γιορταστικά "Χριστός Γεννάται"

κι αρχίσανε κι αυτές να ψαλμωδούν

απλά τη Θεία Γέννηση να πουν

ώσπου ξέχασαν πια τα "βιοτικά"

ως και τ' αβάφτιστο στο σπίτι που κοιμάται.

 

Κι όπως επήραν θέση στη σειρά

να κοινωνήσουν, ήρθε η Θεία Χάρη

και σκόρπισε και γέμισε χαρά

κάθε φτωχή κι ασήμαντη καρδιά,

τη Λένη, την Ειρήνη, τη Μηλιά

τη Μάρθα, τη γυναίκα του τσαγκάρη.

ή ο ποιητής της «διπλανής πόρτας»,

Θωμάς Ιωάννου

 

Είμαι παπάς και, όσο και αν για κάποιους δεν έχω αρμοδιότητα να ασχολούμαι με την ποίηση, γιατί κάτι τέτοιο θεωρείται άσχετο με την ιδιότητα μου, θα ’θελα να τους πω, ότι σφάλλουν βασίμως και ολοκληρωτικά. Όλοι αυτονόητα δικαιούνται να ασχολούνται με την ποίηση, και να τη θαυμάζουν, και να τη διαβάζουν. Για τον κάθε παπά ειδικώς, αυτό το αυτονόητο δικαίωμα, είναι καθημερινή ασχολία.

Περισσότερα...

Ρωμανού του Μελωδού

Κοντάκιον

Προοίμιον

Η Παναγία παρθένος γεννά τον υπερούσιο

και ο κόσμος στον απρόσιτο, μία σπηλιά προσφέρει,

μαζί με τους ποιμένες, δοξολογούν οι άγγελοι,

και με αστέρι οδηγό, οδοιπορούν ερχόμενοι, μάγοι σοφοί, που λένε:

για όλους εμάς γεννήθηκε και έγινε μικρό παιδί, ο άναρχος Θεός.

Περισσότερα...

Ο παλαιός ο ποιητής, (Ρωμανός ο Μελωδός) έγραψε ένα πανέμορφο θεολογικά αφήγημα της σχέσης του Χριστού με κάθε άνθρωπο, μέσω του Πέτρου.

Ο νέος ποιητής, (Τάσος Λειβαδίτης) όμορφα και λιγόλογα μας επανέλαβε, πανέμορφα επίσης, ότι για να μας συγχωρήσει έγινε άνθρωπος! Αρκεί να γείρουμε στον τοίχο και να κλάψουμε.

Ας τους αφουγκραστούμε με την σειρά ώστε να πάψουμε να φοβόμαστε πια και να ... γεμίσει ο χιτώνας μας._

Περισσότερα...

John Donne (1572-1631)


Θάνατε, περήφανος μην είσαι,
έστω και αν μερικοί σε αποκαλούν
ισχυρό και τρομερό,
διότι εσύ δεν είσαι.
Γιατί εκείνοι που εσύ νομίζεις ότι κατατροπώνεις
δεν πεθαίνουν, φτωχέ Θάνατε,
ούτε πλέον μπορείς να με σκοτώσεις.
Από την ανάπαυση και τον ύπνο,
που ίσως δική σου εικόνα αποτελούν,
πολλή ευχαρίστηση γεννιέται·
τότε από εσένα πολύ περισσότερη πρέπει να προκύψει,
και σύντομα οι καλύτεροί μας άνδρες μαζί σου
θα έρθουν,
ανάπαυση για τα κόκαλά τους να εύρουν,
και παράδοση των ψυχών τους.
Εσύ είσαι ο σκλάβος της μοίρας, της τύχης, των βασιλιάδων,
και των απελπισμένων ανδρών,
και μαζί με το δηλητήριο, τον πόλεμο, και την αρρώστια
κατοικείς,
και το όπιο ή τα μάγια
μπορούν επίσης να μας κάνουν να κοιμόμαστε
και καλύτερα από το δικό σου χτύπημα·
γιατί έχεις έπαρση λοιπόν;
Ένας σύντομος ύπνος παρέρχεται,
και ξυπνάμε αιώνιοι
και ο θάνατος δε θα υπάρχει πια·
Θάνατε, πρόκειται να πεθάνεις.

Μια και μπήκαμε στην προετοιμασία για τα Χριστούγεννα, θεωρήσαμε ως ουσιαστική εισαγωγή, το ποίημα του μεγάλου Γ.Χ. Ώντεν, "Προσφυγικό Μπλουζ".

Ο Χριστός είναι ο Μεγάλος Πρόσφυγας, που ατυχώς για μας, δεν θέλουμε να "χωρέσει" κοντά μας και μαζί μας.

"Μα που να πάμε σήμερα, αγάπη, μα που να πάμε σήμερα"; Αυτή είναι η απορία Εκείνου. Για μας μένει (αν θέλουμε να γιορτάσουμε Χριστούγεννα) η Αποκαλυπτική απάντηση: "Έρχου, Κύριε Ιησού" (Αποκ. 22,20)

Ας το αφουγκραστούμε για να .. κανονίσουμε την απάντησή μας και τη στάση μας.


ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΜΠΛΟΥΖ

 

Έστω πως η πόλη αυτή έχει δέκα εκατομμύρια ψυχές,

Κάποιοι ζουν σε μέγαρα, κάποιοι σε καταπακτές:

Μα δεν υπάρχει τόπος για μας, αγάπη, μα δεν υπάρχει τόπος για μας.

 

Κάποτε είχαμε πατρίδα και τη νομίζαμε μοναδική,

Μες στο χάρτη όποιος κοιτάξει κάπου θα τη βρει:

Δεν μπορούμε να πάμε εκεί τώρα, αγάπη, δεν μπορούμε να πάμε εκεί τώρα.

 

Στο κοιμητήρι του χωριού ο γερο-ίταμος φυτρώνει,

Κάθε που μπαίνει η άνοιξη ανθεί και ξανανιώνει:

Τα παλιά διαβατήρια όμως όχι, αγάπη, τα παλιά διαβατήρια όμως όχι.

 

Είπε ο πρόξενος χτυπώντας το τραπέζι νευρικός:

«Αν δεν έχεις διαβατήριο, είσαι τυπικά νεκρός»:

Αλλά εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί, αγάπη, εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί.

 

Πήγα σε μια επιτροπή, μου προσφέραν να καθίσω·

Ευγενικά μου ζήτησαν του χρόνου νά ξαναγυρίσω:

Μα πού να πάμε σήμερα, αγάπη, μα πού να πάμε σήμερα;

 

Σε μια δημόσια συγκέντρωση πρόσεξα τον ομιλητή:

«Αν τούς αφήσουμε να μπουν, θα μας κλέψουν το ψωμί»·

Για σένα και για μένα μιλούσε, αγάπη, για σένα και για μένα μιλούσε.

 

Λες κι άκουσα το αστροπελέκι στα ύψη να βρυχιέται·

Πάνω απ' την Ευρώπη ο Χίτλερ, «Να πεθάνουν», καταριέται·

Εμάς είχε στο νου, αγάπη, εμάς είχε στο νου.

 

Είδα ένα κανίς, φόραε ζακέτα με καρφίτσα κουμπωμένη,

Είδα την πόρτα ανοιχτή και μια γάτα να μπαίνει:

Μα δεν ήσαν Γερμανοεβραίοι, αγάπη, δεν ήσαν Γερμανοεβραίοι.

 

Τράβηξα για το λιμάνι, στάθηκα στην προκυμαία,

Είδα τα ψάρια να κολυμπούν, ήσαν σαν πάντα ελεύθερα:

Μόνο τρία μέτρα μακριά μου, αγάπη, μόνο τρία μέτρα μακριά μου.

 

Περπάτησα στο δάσος, είδα στα δέντρα τα πουλιά·

Πολιτικούς δεν είχαν και κελαηδούσανε γλυκά:

Δεν ήταν η ανθρώπινη φυλή, αγάπη, δεν ήταν η ανθρώπινη φυλή.

 

Στ’ όνειρό μου είδα ένα κτίριο με χίλιους ορόφους,

Με πόρτες και παράθυρα για χιλιάδες ανθρώπους·

Τίποτα απ' όλα αυτά δικό μας, αγάπη, τίποτα απ' όλα αυτά δικό μας.

 

Στάθηκα σε μια πεδιάδα και γύρω έπεφτε χιόνι·

Έναν ολόκληρο στρατό έβλεπα να ζυγώνει:

Εμάς τους δυό ψάχναν, αγάπη, ψάχναν εμάς τους δυό.

 

Μάρτιος 1939

Γ.Χ. Ώντεν

«Πένθιμο Μπλούζ»

Εκδ. ΚΙΧΛΗ

μεταφρ. Ερρ. Σοφράς

 

Στίχοι: TS Eliot

 

Κρύο ταξίδι κάναμε.Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.

Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά

του χειμώνα.Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,

έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε

τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια

κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά.Και οι αγωγιάτες έβριζαν,

γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.

Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη.Οι πόλεις εχθρικές και τα

χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρωμικα μας έκλεβαν στο νοίκι .

Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε

όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας

τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.

Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη

παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο

που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό

κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.

Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.

Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που

κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.

Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε

τον τόπο, και ήταν, θα `λεγε κανείς, επιτυχία.

Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα

ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω.Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα

ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να

ξεχωρίζω.Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.

Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σαν θάνατος.Σαν το

δικό μας θάνατο.

Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια

βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.

Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.

 

 

 

 

"A cold coming we had of it,

Just the worst time of the year

For a journey, and such a long journey:

The road was deep and the weather sharp,

The very dead of winter."

And the camels galled, sore footed, refractory,

Lying down in the melting snow.

There were times we regretted

The summer palaces on slopes, the terraces,

And the silken girls bringing sherbet.

Then the camel men cursing and grumbling

And running away, and wanting their liquor and women,

And the night fires gong out, and the lack of shelters,

And the cities hostile and the towns unfriendly

And the villages dirty, and charging high prices.:

A hard time we had of it.

At the end we preferred to travel all night,

Sleeping in snatches,

With the voices singing in our ears, saying

That this was all folly.

 

Then at dawn we came down to a temperate valley,

Wet, below the snow line, smelling of vegetation;

With a running stream and a water mill beating the darkness,

And three trees on the low sky,

And an old white horse galloped away in the meadow.

Then we came to a tavern with vine leaves over the lintel,

Six hands at an open door dicing for pieces of silver,

And feet kicking the empty wine skins.

But there was no information, and so we continued

And arrived at evening, not a moment too soon

Finding the place; it was (you may say) satisfactory.

 

All this was a long time ago, I remember,

And I would do it again, but set down

This set down

This: were we lead all that way for

Birth or Death; There was a Birth, certainly,

We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,

But had thought they were different; this Birth was

Hard and bitter agony for us, like Death, our death.

We returned to our places, these Kingdoms,

But no longer at ease here, in the old dispensation,

With an alien people clutching their gods.

I should be glad of another death.

Στον τάφο μας

θα έπρεπε να γράψουν

μια επιγραφή:

Εδώ σ΄αυτό το μνήμα

κείται κάποιος

που ο φόβος

οι άλλοι τι θα πουν

και η ματαιοδοξία

να αρέσει

τόσο του έκλεψαν

ό,τι είχε πιο δικό του

που σχεδόν

δεν κείται εδώ κανείς.

Γ. Σαραντάρης

 

 

Αμήχανοι εκ γενετής

 

Δεν ξέρουμε

Τι να κάνουμε

Το στόμα και τα χέρια μας

Και καπνίζουμε τον ένα φόβο

Πάνω στον άλλο

 

Δεν ξέρουμε

Να μιλάμε και να γράφουμε

Και χρησιμοποιούμε την ποίηση

Αυτή τη διάλεκτο των νεκρών

Κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά

 

Δεν ξέρουμε

Να φιλάμε και ν' αγγίζουμε

Κι έγινε η αγάπη

Στάχτη που τίναξε

Απ' τα ρούχα του ο Θεός

 

Θωμάς Ιωάννου

Ιπποκρατους 15 , 

εκδ. Σαιξπηρικον -2011

Έβρεχε όλη νύχτα στη Μονμάρτη...

Το κορίτσι που ετοιμάζει τα πρωινά

γελάει συγκρατημένα.

Η μαντήλα την ωριμάζει

αν και δεν είναι ούτε τριάντα.

Στην Τσετσενία ήταν όμορφη η βροχή...

Εργάζεσαι πολύ, της είπαμε σε σπασμένα Γαλλικά,

αφού μετά τα πρωινά τη βρήκαμε να καθαρίζει τα δωμάτια.

Ναι. Ήμουν δασκάλα μαθηματικών...

Μιλάει λίγο

και τα μάτια της προδίδουν μιαν επανάσταση που έμεινε στη μέση...

Μεθυσμένοι τουρίστες στο πεζοδρόμιο, σκλάβοι μιας ελευθερίας δεδομένης.

 

Βραδιάζει στη Μονμάρτη.

Στην Τσετσενία πάντα ήταν σαν μέρα.

Λάμπει ακόμα στο μυαλό

όπως λάμπουν

όλες οι πατρίδες που αφήνεις...

Συνάδελφοι, ψελλίσαμε προσφέροντας αδέξια τη λέξη,

κι όχι γιατί μας έφταιγε η γλώσσα,

μα η εκ του ασφαλούς συμπαράσταση στους εξόριστους αδελφούς μας,

όπου γης

 

Νόνη Σταματέλου

(Απόσπασμα)

Ν. Καρούζος, Τα Ποιήματα, Τεύχος Α', Εκδόσεις Ίκαρος

 

Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας

ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες

γελαστός άγγελος του δρυμού

μεγάλος ιδοκτήτης

ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα

ιερέας των ήχων απ' τη βροχή νεότερος

αγιόκλημα φυτρωμένο στ' όργανο της εκκλησίας

η θαλπωρή μέσ' στην ανάγκη του θεού μεγάλη.

Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα

πέρ' από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους

δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ' αμπέλια

ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς

 

Τζεράρντ Μάνλεϋ Χόπκινς
     1844-1889
  ______________________                               
Θεέ μου, κι αν σε μάχομαι, ξέρω πως είσαι δίκιος·
Μα, Κύριε, κι αυτά που εκλιπαρώ δίκαια είναι.
Γιατί ευτυχούνε των αμαρτωλών οι τρόποι, και γιατί
η απογοήτευση τους κόπους μου όλους τρέφει;
Κι εχθρός μου να 'σουνα, ώ φίλε μου μεγάλε,
πως συ χειρότερα θα μπόραες να με βλάψεις;
Ω, οι ηλίθιοι κι οι λάγνοι σ' ώρες λίγες
πιότερη ευτυχία βρίσκουν από με
που τη ζωή μου ολάκερη στη δούλεψή σου είχα.
Τις όχθες, κοίταξε, τις πυκνοφυλλωμένες,
ζωσμένες με μαιάνδρους χορταριών -
δροσάτο αγέρι τις κινεί · και τα πουλιά τριγύρω
χτίζουν αδιάκοπα· εγώ όμως όχι·
μον ζώ μέσα στην ένταση, του χρόνου τον ευνούχο,
και δεν γεννώ ούτ' ένα έργο π' αφυπνίζει.
Κύριε, βροχή στις ρίζες μου, σε ικετεύω, στείλε.

 

Ντυμένος τον εσπιλωμένο της σαρκός χιτώνα

τον αναβαλλόμενο το φως ώσπερ ιμάτιο

προσπαθώ να παραστήσω· θέατρο σκιών.

Παλκοσένικο την έδρα έχω του δασκάλου

και μπερντέ το μαυροπίνακα, τα λόγια Του να γράφω.

Έκπληκτα με κοιτούν τ’ αθώα μάτια των παιδιών,

απορούν στις παντομίμες, στις κινήσεις των χεριών

κι άκακα γελούν στου Καραγκιόζη τις φιγούρες.

Ελ. Μάϊνας

 

 

Μανώλη Αναγνωστάκη

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που όρίζουν οι
          υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη:
          Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατο στους
          προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα
          γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις
          λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή
          καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτήν που λέμε "ποιητική": στιλπνή, παρθενική,
          ιδεατώς ωραία.
Γράφω ποιήματα που δεν στρέφονται κατά της
          καθεστηκυίας τάξεως

Ένα σπασμένο, Κύριε, ΘΥΣΙΑΣΤΉΡΙΟ, ο δούλος σου υψώνει,

φτιαγμένο από μια καρδιά, και που με δάκρυα το στεριώνει·

που είναι τα μέρη του όπως το χέρι σου τα ’χει προσαρμοσμένα·

κανενός μάστορα τα σύνεργα δεν τα ’χουν με τον ίδιο τρόπο αγγιγμένα.

                Μια ΚΑΡΔΙΑ μόνο γίνεται

                σε μια τέτοια πέτρα να μοιάσει

                που τίποτα άλλο εκτός

                απ’ τη δική σου δύναμη να μην μπορεί να κομματιάσει.

                Για τούτο και κάθε κομμάτι

                της σκληρυμένης μου καρδιάς

                σ’ αυτήν εδώ έρχεται τη συναρμογή

                το όνομά σου να δοξολογεί.

Γιατί αν συμβεί εγώ να παραμένω ατάραχος,

αυτές οι πέτρες ίσως δεν θα πάψουνε να σε δοξολογούν.

Ω, ας γινότανε να ’ναι δική μου η ΘΥΣΙΑ σου η ευλογημένη,

κι αγίασε αυτό εδώ το ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ ώστε δικό σου να μένει.

George Herbert. 1593-1633


George Herbert 1593-1633

Η Αγάπη προσφέρθηκε και με υποδέχτηκε, όμως η ψυχή μου
αποτραβήχτηκε,
Ένοχη από σκόνη και αμαρτία.
Αλλά η Αγάπη άμεσα, παρατηρώντας ότι δίσταζα,
από την πρώτη είσοδό μου,με πλησίασε,
ρωτώντας με γλυκά, εάν κάτι μου έλειπε.

Ένας καλεσμένος, απάντησα, που να αξίζει να βρίσκεται εδώ!
Αγάπη είπε,  Εσύ θα είσαι αυτός!
Εγώ, ο αγενής, ο αγνώμων;
Αχ, Αγαπητέ μου, δεν μπορώ να σε αντικρίσω!
Η Αγάπη κράτησε το χέρι μου, και απάντησε χαμογελώντας:
Ποιος έφτιαξε τα μάτια παρά εγώ;

Αλήθεια, Κύριε, αλλά τα αμαύρωσα· άφησε την ντροπή μου να πάει εκεί
που της αξίζει...
Και μήπως δεν γνωρίζεις, λέει η Αγάπη, ποιος βάσταξε την ευθύνη;
Αγαπητέ μου, τότε εγώ θα υπηρετήσω...! Πρέπει να καθίσεις, λέει η
αγάπη, και να γευτείς τη σάρκα μου!!
Και έτσι κάθισα και έφαγα....

John Updike (1932-2009)

 

Μην κάνεις λάθος: εάν πράγματι αναστήθηκε ήταν ακριβώς όπως το σώμα· εάν η διάλυση των κυττάρων δεν αντιστράφηκε, το μόριο δεν επανασυνδέθηκε τα αμινοξέα δεν αναζωπυρώθηκαν, τότε η Εκκλησία θα πέσει.

Δεν ήταν όπως τα λουλούδια, που κάθε απαλή άνοιξη ξανανθίζουν· Δεν ήταν σαν το Πνεύμα Του στα στόματα και τα μπερδεμένα μάτια των έντεκα αποστόλων· ήταν όπως η σάρκα Του· η δική μας.

Το ίδιο απέκτησε αντίχειρες και δάχτυλα, το ίδιο είχε καρδιά. Αυτό -το τρυπημένο σώμα- πέθανε, μαράθηκε, έπαψε, και μετά επανενσωματώθηκε, ένεκα της αιώνιας Δύναμης νέα δύναμη αποκάλυψε. Ας μην περιπαίζουμε τον Θεό με τη μεταφορά, την αναλογία, την αποφυγή, την υπέρβαση, μετατρέποντας το γεγονός σε παραβολή, σε ένα σημάδι ζωγραφισμένο στην ξεθωριασμένη ευπιστία παλαιότερων εποχών: Ας «εἰσέλθωμεν διά τῆς θυρίδος».

Ο λίθος κύλησε προς τα πίσω, δεν ήταν κανένα πεπιεσμένο χαρτί, ένας λίθος σε μια ιστορία, αλλά ο τεράστιος βράχος της υλιστικής πραγματικότητας που, στο αργό σύρσιμο του Χρόνου, θα επισκιάσει τον καθένα από εμάς

 

T.S. Eliot (μετάφραση Γ. Σεφέρης)

 
"Κύριο Κουρτς – πέθανε"
Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάη

Ι

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ'άχερα γεμάτα. Αλίμονο!
Οι σ τ ε γ ν έ ς μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.



Μορφή χωρίς σχήμα,
Σ κ ι ά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη
Γνέψιμο χωρίς κίνηση˙

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ί σ ι ε ς μ α τ ι έ ς ,
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —α! θυμούνται—
όχι σα να'μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κ ο ύ φ ι ο ι ανθρώποι
Οι π α ρ α γ ε μ ι σ μ έ ν ο ι ανθρώποι.

ΙΙ

Μ ά τ ι α που δεν μπορώ
ν' αντικρίσω στα ό ν ε ι ρ α
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Α υ τ ά δεν φανερώνονται:

Εκεί, τα μ ά τ ι α είναι
Η λ ι ο ς σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ'άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ' ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα—

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία

ΙΙΙ

Τούτη είναι η π ε θ α μ έ ν η χ ώ ρ α
Τούτη είναι του κ ά κ τ ο υ η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χέριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

IV

Δεν είναι εδώ τα μ ά τ ι α
Εδώ δεν είναι μ ά τ ι α
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κ ο ύ φ ι ο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών
απ'τις χαμένες βασιλείες μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη
του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μ ά τ ι α
Σαν τ'άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ε λ π ί δ α μόνο
Άδειων ανθρώπων.

V

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή

Ανάμεσα στην ι δ έ α
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σ κ ι ά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ανάμεσα στη Σύλληψη
Και της δημιουργίας
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σ κ ι ά πέφτει

Η ζωή είναι μακριά πολύ

Ανάμεσα στον πόθο
και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σ κ ι ά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η..

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν β ρ ό ν τ ο
μα μ'ένα λ υ γ μ ό
 
 

 

Ένα ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη 


 

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν


Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις  - αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς


Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι


Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ


Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε


Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας - αποδέξου το)


Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι - από 'κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε


Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις


Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη


Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο


Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω - δεν τους το χρωτάς
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου


Μην πιστεύεις αυτά που λένε - η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει


Να μην συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους


Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση την σχέση την κοροϊδία κοροϊδία
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό

κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλυφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο


Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες


Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι' αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ' αυτά

(Επιφανειακή βαφή)

 

Γύφτε,

η ώρα που φοβόμαστε θαρρώ πως έχει φτάσει.

Ατσάλωσε μου την καρδιά, μ' όσα θωρεί, μη σπάσει.

Βάνω φωτιά, παρ' το σφυρί, ετοίμασε τ' αμόνι,

πιάσ' την καρδιά και χτύπα την, να φύγει το αφιόνι.

Κατόπιν βάλτη στη φωτιά ν' αναψοκοκκινίσει,

και δούλευε το φυσερό να χρυσοκιτρινίσει.

Και τότε χτύπα τη γλυκά, να κελαηδήσει αηδόνι 

κι' αμέσως ρίξτη στο νερό, γιατ' έτσι ατσαλώνει.

Απ' έξω γίνεται σκληρή κανείς δεν τη χαράζει 

μα μέσα μένει μαλακή τον κόσμο ν' αγκαλιάζει.



Γιώργος Αγγελάκης, μαθηματικός

"Εἰ δούλου μορφῆς..."

Μαρία Σκομπτσόβα

 

Έψαξα για τραγουδιστές και για προφήτες

που περιμένουν κοντά στην κλίμακα

που ανεβάζει στους ουρανούς.

Βλέπουν σημάδια του μυστηριακού τέλους,

Τραγουδούν ασύλληπτα για μας τραγούδια…!

Περισσότερα...

Μπήκε Δεκέμβρης.

Απ’ το πρωί μετράμε τα τζάκια
τις σόμπες, τις ντάνες τα ξύλα.
Η πραγματικότητα απέχει πολύ
από τις φαντασιώσεις μας.

Καίμε σάπιες σανίδες
κάτι παμπάλαια έπιπλα
καρεκλοπόδαρα, σπασμένες τάβλες.
Είναι περίεργο.
Ξηλώνω όπως-όπως ένα ζευγάρι
παλιά πατζούρια.
Τα πετώ στη φωτιά
       κι αναθαρρούμε.

Στην πόλη, μυρίζει θάνατο.
Στους δρόμους, μπουκάλια βενζίνη.
Απόψε, θα κάψω το κρεβάτι μου.
Αύριο, το σπίτι μου.
Ίσως ζητήσω ν’ αποτεφρωθώ.

Να προσέχετε τις ντάνες τα ξύλα μου.
Μαύρα Χριστούγεννα θα κάνουμε…

 

Παν. Σαμπαζιώτης