Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ποίηση

Ωστόσο όλη η πλάση δεν θα μπορούσε να διεισδύσει

Πέρα από του ματιού του τον βυθό.

 

Μίλησε για την ομορφιά: πως ο ανόητος

Δεν έβλεπε στο γρασίδι ουσία θεϊκή,

Ζωή σε πέτρες νεκρές ή πνεύμα στον αέρα∙

Ύστερα κοιτάζοντας σαν να ‘χε έναν καθρέφτη,

Χάιδεψε το πιγούνι του, έστρωσε τα μαλλιά του

Και είπε όμορφη πως ήτανε η γη.

 

Μίλησε για την αρετή: πως ούτε οι θεοί

Άδολοι είναι, όταν επιθυμούν να σαγηνεύσουν

Την Παλλάδα και την Ήρα παράμερα που στέκουν∙

Και με μία κίνηση του χεριού σαρωτική,

Και μ’ ένα σκοτεινό, νεκρό γαλάζιο βλέμμα

Σάρωσε τις περασμένες του εποχές.

 

Περίτεχνα με προσοχή μεγάλη, ώρα την ώρα

Περιεργάστηκε τ’ ανθρώπινα μυστήρια

Και βάδισε απάνω σε μετάξι, σάμπως οι άνεμοι

Μέσα στα μάτια του έπνεαν εγκώμια δικά του,

Και στάθηκε απόμερα από άλλους λογισμούς

Στην ανικανότητα μιας δύναμης ανύπαρκτης.

 

Με χείλια αγέλαστα, πειθήνιος ως ήταν,

Τον εαυτό του πούλησε στον εαυτό του

Με τον εαυτό του τον εαυτό του τάισε

Σιωπηλός, απαθής και παγωμένος,

Και άλλος από τη δική του δοξασία,

Με σμιλευτά χαρακτηριστικά πρόδηλα και αβρά.

 

                         Alfred Tennyson

                  Μετάφραση: Γλυκερία Παπαγεωργίου

Συγγραφέας: Tennyson Alfred
Κατηγορία: /