Ποίηση

Συγγραφέας: Ανωνύμου τινός Χριστιανού

Δεν αγαπάς…

Και φαίνεται!

Δεν αγαπάς κανέναν! Ούτε τον εαυτό σου…!

Ίσως και… «δι’ αὐτό» δεν αγαπάς κανέναν.

Αναπηρία άραγε εκ γενετής;

Ποδοκνημική ατροφία από την μήτρα;

Δεν αποκλείεται να φταίει η μήτρα. Ίσως ανεπιμέλητος, γι’ αγάπης περπατήματα, και ακόμα πιο χειρότερα, σαν τον ανάπηρο του Καρκαβίτσα, «ἐξ ὧν οὐκ ὤφελε» συ να κουτσάθηκες, από ανάπηρες και άρρωστες διδασκαλίες.

Έλλειψη τελικά που εμποδίζει το περπάτημα, ώστε να βγεις να συναντήσεις και να γνωρίσεις μέσα στους άλλους, τον όντως εαυτό σου.

Τώρα, μ’ ένα μυαλό ξουράφι, και με δυο πόδια ανάπηρα, αντί συνάντησης μπουρδούκλωμα εγωιστικό, να ανακυκλώνεις την «θυμόσοφη» απορία: Τι θέλω εγώ μ’ αυτούς; Αυτοί χαζοί είναι και κακόμοιροι, γιατί μαζί τους να περάσω τον καιρό μου;

Αυτά παραληρείς και γίνεσαι… παράλυτος για να συμπορευθείς με… Ό(ο)ποιον.

Δεν αποχτιέται, φίλε, αγάπη χωρίς έξοδα. Χρόνου τουλάχιστον. Κι αυτή η δαπάνη, νάσαι σίγουρος, είναι επένδυση κι αποταμίευση ζωής.

Να ξέρεις ότι όλα όσα έχουν αξία ακριβά αγοράζονται, και τώρα εμείς εδώ για την απ’ όλες μεγαλύτερη αξία συζητάμε.

Λοιπόν δεν πρόκειται να γίνεις πλούσιος χωρίς να δαπανήσεις.

Αν, όπως είσαι μείνεις, χωρίς να αφεθείς στα χέρια «του Πληγωμένου Χειρουργού» «στην κοφτερή συμπόνια της τέχνης του θεραπευτή», δεν πρόκειται ποτέ για σένα «να λυθεί το αίνιγμα του πυρετικού διαγράμματός σου ετούτου».

Αν όπως είσαι μείνεις… διπλάσια απ’ τα τριανταοχτώ, σαν τον παράλυτο της Βηθεσδά, μάταια επαναλαμβάνοντας διηνεκώς: «Δεν έχω άνθρωπο», θα κλαψουρίζεις.