Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Ποίηση

Του Πάθους και του μνημείου του κενού

 

Ποιητική υμνογραφια.

Ευγενική προσφορά στο site μας, της κυρίας Καίτης Χιωτέλλη.

 

1 Γολγοθάς
2 Δισταγμός
3 Η πορεία του Πάθους
4 Μόνος
5 Φως ιλαρό
6 Ούκ οίδα τον άνρθωπον
7 Καινούρια αρχή
8 Το χωράφι μας
9 Κοντά Σου
10 Προσμονή Αναστάσιμη
11 Μεγάλη Εβδομάδα
12 Εκ βαθέων
13 Ο Ανοιξιάτης άνεμος
14 Αναστάσιμο
15 Ανάσταση
16 Διάβαση

 

Γ Ο Λ Γ Ο Θ Α Σ

 

Ένας Σταυρός

εις τον Κρανίου τόπον

και πάνω του μια απεγνωσμένη ελπίδα,

Εσύ.

Του ήλιου η όψη κρύφτηκε η χρυσή.

Ξέσπασε καταιγίδα.

 

Να βλαστημάνε οι στρατιώτες

κι ο ληστής

σε μια στιγμή ν’ αγιάζει.

Μ’ άγριο να δέρνει ο ουρανός

τη γη χαλάζι.

Οι Φαρισαίοι κι οι Γραμματείς

 

μ’ οργή και τρόμο να κοιτάζουν του Ναού

το καταπέτασμα που εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω.

Nα λέει ο Εκατόνταρχος                                          

το αληθώς Θεού Υιός,

κι εκείνοι να ζητούν φρουρά για το μνημείο Σου

στον Πόντιο Πιλάτο.

 

Να Σου βιτσίζουν το γυμνό κορμί

μάνητες κι ανεμόβροχα

στης μοναξιάς Σου το χειμώνα.

Να  παίζουν κάτω από τα ματωμένα πόδια Σου

στα ζάρια οι φρουροί

τον άρραφο χιτώνα.

 

Να ξεκινάνε απ’ τα μνήματα

οι νεκροί

προς την Αγία Πόλη.

Να ‘χουν κρεμάσει οργισμένα

μαύρα σύννεφα

οι ουράνιοι θόλοι.

 

Κι ένας λαός

απελπισμένα αδάκρυτος να δέεται

σ’ όλη τη γη και σ’ όλους τους αιώνες,

να παίρνουν τις φωνές

και να τις στροβιλίζουνε

της καταιγίδας οι ανεμοκυκλώνες,

 

να Σου ζητούν,

στην πιο φρικτή στιγμή του πόνου Σου,

δύναμη την αγάπη Σου να κάνεις.

Να ορθώσεις το λαό Σου τον ανέλπιδο  

και τις πληγές της γης

Εσύ να γιάνεις.


Δ Ι Σ Τ Α Γ Μ Ο Σ

 

Έλεγα πως δε γίνεται να ξαναρθείς

και φέτος πάλι.

Έλεγα πως δε γίνεται ξανά να σταυρωθείς

και σαν νεκρός να ξαναγείρεις το κεφάλι.

 

Έλεγα: της συγγνώμης πια εκείνη η εποχή

θα ‘χει περάσει,

έτσι καθώς ανόρεχτα Σού ‘λεγα προσευχή

όπως σε κάποιον που μας έχει ολότελα ξεχάσει.

 

Κι έλεγα πως της ανοχής Σου θα ‘χει γεμιστεί

τ’ ολόχρυσο ποτήρι

και θ’ άφηνες του έρμου μας σκαριού την κουπαστή

χωρίς καραβοκύρη.

 

Κι έλεγα πια πως θα ‘χες βαρεθεί

ν’ ακούς τις άδειες υποκριτικές φωνές μας

να Σου μιλούν με σεβασμό τάχα βαθύ

και να ‘ναι ο νους μας στις φτωχές μικροχαρές μας.

 

Κι ίσως ακόμα να ‘χες σιχαθεί

να ‘ρθεις στην άθλια ματωμένη γη μας

που λες κι ανώφελα παλεύει και μοχθεί

κι είν’ όλο πίκρα ως κι εκείνο το ψωμί μας.

 

Την κάθε μέρα αφού σταυρώνεσαι γιατί

να σταυρωθείς και τη Μεγάλη Εβδομάδα;

Εμείς τον πόνο Σου θαρρούμε για γιορτή

κι ειν’ η αγάπη μας μισόσβηστη λαμπάδα.

 

……………………………………………

 

Έλεγα μέσα μου πως δε θα ξαναρθείς

και φέτος πάλι.

Κι Εσύ είχες κιόλας πορευτεί να σταυρωθείς

κι είχες αγκάθια στο κεφάλι.

 

Κι έλεγα: της συγγνώμης πια εκείνη η εποχή

θα ‘χει  περάσει…

Κι Εσύ για μας απ’ το Σταυρό έλεγες προσευχή

κι ήμουν εγώ που σ’ είχα ολότελα ξεχάσει.


Η   Π Ο Ρ Ε Ι Α   Τ Ο Υ   Π Α Θ Ο Υ Σ

 

Φέτος του Πάθους η πορεία είναι σκληρή.

Φέτος που περισσέψανε οι γνώριμοι

και χάθηκαν οι φίλοι,

φέτος που έτσι πικρά, θανάσιμα μας πλήγωσε

η προδοσία με φθονερά, πύρινα χείλη.

 

Φέτος κι οι Δώδεκα θαρρείς φωνάζουν Σταυρωθήτω.

Σίμωνας Κυρηναίος στον ορίζοντα

δε φάνηκε κανείς.

Αιχμηρές πέτρες χάμω, η έχθρα γύρω

και γονατίσαμε μισοδρομίς.

 

Φέτος δεν ήρθε ούτε κι η παρηγοριά

απ’ της μετάνοιας του ληστή

τα συντριμμένα λόγια.

Θαρρείς πως ούτε της Παρθένας δεν ακούστηκαν

φέτος σπαραχτικά τα μοιρολόγια.

 

Μηδέ ουρανός μηδέ κι η γης

μηδέ και του Ναού το καταπέτασμα

δείξανε φέτος διαμαρτυρίας θαρρετό

κάποιο τρανό σημείο.

Φέτος απόμεινε η προδοσία μοναχή

ανίερος θριαμβευτής φρουρός

στο σιωπηλό Μνημείο.

 

Εκύλησε τον λίθον – την απόγνωση

κι έφραξε τη μοναδική μας διέξοδο: το θαύμα.

Ρωτάμε: θα ‘ρθει φέτος η Ανάσταση;

Κι ούτε μια απόκριση, είτε γέλιο είτε κλάμα.

 

Κι έτσι άπραγοι μπρος στο κλειστό Μνημείο σταθήκαμε

κι εδώ θαρρείς πως στάθηκε κι η Ιστορία.

Φέτος του Πάθους είναι ανείπωτα σκληρή

κι ατέρμονη κι ανέλπιδη η πορεία.


 Μ Ο Ν Ο Σ

 

Στον κήπο της Γεθσημανή ο Κύριος ήταν μόνος.

Εκεί πιο πέρα ησύχαζαν οι Μαθητές.

Και μόνος όταν έφτασε του μαρτυρίου ο πόνος

σαν ήρθαν οι πληγές.

 

Μόνος εστάθηκε μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο

κι ηχήσανε τα λόγια Του

καθάρια σαν τραγούδισμα νερού.

Μόνος κι όταν ελύγισε στο βάρος αποκάτω

του ασήκωτου Σταυρού.

 

Κι εκεί ψηλά στο Γολγοθά

σταυροί κι αν ήταν τρεις, τι τάχα;

Αν είχες μάτια για να δεις

θα ‘βλεπες το δικό Του το Σταυρό

αυτόν μονάχα.

  

Κι είναι από κείνο τον καιρό θαρρείς γραφτό

καθένας να υποφέρει πάντα μόνος.

Γιατί πώς είναι αλήθεια μπορετό

να νιώσει ο άλλος τι βαθύς

είν’ ο δικός σου πόνος.

 

Γι’ αυτό τράβα μονάχος. Κάποιος ξέρει

το πότε και για σένα η Μεγάλη

θα ‘ρθει Παρασκευή.

Και με το αίμα Του έχει ανεξίτηλα ορίσει

την ώρα που αναστάσιμη θα ηχήσει

καμπάνα την αυγή.         


  Φ Ω Σ   Ι Λ Α Ρ Ο

 

  Εσπερινός της Μεγάλης Παρασκευής

 

Φως ιλαρό

και στο Σταυρό

κρέμεται πάνω ακόμα

γυμνό στο φως το δειλινό

το πληγωμένο Σώμα.

 

Φως ιλαρό

 γύρω στ’ ωχρό                                               

θλιμμένο πρόσωπό Σου

πυρρές σταγόνες κέντησαν

το φωτοστέφανό Σου.

 

Φως ιλαρό

Πού ‘ναι, απορώ,

το φως και πού ιλαρότης.

Η νύχτα λες σου φόρεσε

θλιβό το σάβανό της.

 

Φως ιλαρό

κι ήταν πικρό

το που άδειασες ποτήρι.

Πολύπαθη έχει η κεφαλή

πάνω στο στήθος γείρει.

 

Φως ιλαρό

Κάποιον καιρό

Σ’ ακολουθούσαν πλήθη.

Τώρα κι οι Δώδεκα θαρρείς

κοιμήθηκαν στη λήθη.

 

Φως ιλαρό

Είναι σκληρό

να πάσχεις μοναχός Σου

κάτω από τ’ άστρα του Θεού

μόνος με το  Σταυρό Σου.

 

Κι όμως θαρρώ

φως ιλαρό

της δόξας της δικής Σου

ειν’ ο Σταυρός Σου, και για μας

η οδός του Παραδείσου.


Ο Υ Κ   Ο Ι Δ Α   Τ Ο Ν   Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Ν . . .

 

Στη στροφή του δρόμου σ’ αντίκρισα

της ανέχειας ν’ απλώνεις το χέρι

και με βιάση περνώντας

τον εαυτό μου ησύχασα

καθώς είπα:

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο…

 

Όταν κάποτε ο βόγγος σου έφτανε

σαν κραυγή απ’ τη μέσα σου οδύνη

και τα δυο μουσκεμένα σου μάγουλα

καρτερούσαν στοργικό ένα χάδι, εγώ,

ρίχνοντάς σου μονάχα με απόγνωση

και με φρίκη ένα βλέμμα

είπα στον εαυτό μου:

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο…

 

Στο κακό κατηφόρι σαν έπεσες

την παλιά περηφάνια πετώντας

την ντροπή ηδονικά όταν γεύτηκες

και δεν είχε πιο κάτω να πέσεις,

στης μετάνοιας το ξάγναντο γύρευες

να σε φέρει συντρόφου ένα χέρι. Κι εγώ,

αηδία και συμπόνια συνταιριάζοντας,

είπα στον εαυτό μου:

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο…

 

Έτσι έδωσα τις εξετάσεις μου

με λαμπρότατη επίδοση

στην αξιοπρέπεια και στο ήθος.

 

Δεν θα χρησίμευε σε τίποτα, λοιπόν,

να Σε ακολουθήσω στην αυλή του Αρχιερέα.

Γιατί κι εκεί θα Σ’ έβλεπα κατάδικο

φτυσμένο απ’ τους στρατιώτες και δαρμένο,

θα Σε λυπόμουν, φυσικά,

δε θ’ άντεχα στο θέαμα,

θα ‘στρεφα το κεφάλι αλλού με φρίκη

και θα ‘λεγα με φρόνηση:

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο…

 

Κι έτσι καλύτερα που έλειψα

απ’ την αυλή εκεί του Αρχιερέα.

Γιατί ποιος ξέρει, αλήθεια, ως πού θα ‘φτανα

αν δε λαλούσε και για μένα κάποιο ορνίθι.


Κ Α Ι Ν Ο Υ Ρ Γ Ι Α   Α Ρ Χ Η

 

Σβήσε μ’ ένα αιμάτινο Σφουγγάρι τα παλιά

και χάραξε μ’ ένα Καρφί

στον χωματένιο δρόμο

τα επιτελικά Σου σχέδια.

 

Την πανοπλία μας ζωσμένοι τη γερή

και λιγοστές προμήθειες

προσμένουμε την τελική Σου προσταγή.

Τα σχέδιά Σου θα εκτελεστούν

ως την ελάχιστή τους λεπτομέρεια.

 

Μονάχα δώσε για ραβδί

στο χέρι να κρατούμε

ένα κομμάτι ξύλο απ’ το Σταυρό.

 

Κι αν δεις και στην πορεία κουραστούμε

κι αναζητούμε κάποιο πόστο σκιερό,

δέσε στη Λόγχη Σου κλωνάρι Αγκαθωτό

και στείλε μας τ’ οδυνηρό Σου μήνυμα

στο δρόμο μη χαθούμε.

 

Κι αν οι προμήθειες οι λιγοστές σωθούν,

κι είναι μακρύ ακόμα κι άσωστο το σχέδιο,

κι ο δρόμος έρημος, στεγνός,

δώσε το Σώμα το δικό Σου για τροφή μας

το Αίμα Σου πιοτό.

 

Και να που έτοιμους και πάλι θα μας δεις

να πούμε το ‘παρών’.

Τα σχέδιά Σου θα εκτελεστούν

ως την ελάχιστή τους λεπτομέρεια.

 

Τα σχέδια που χάραξες μ’ ένα Καρφί

στου Μαρτυρίου το Δρόμο,

τώρα που έσβησες μ’ αιμάτινο Σφουγγάρι τα παλιά.


Τ Ο   Χ Ω Ρ Α Φ Ι   Μ Α Σ

 

Φύτρωνε  έναν καιρό εκεί σιτάρι και κριθάρι.

Κάποιες ελιές αργοκουνούσανε στο αγέρι

το ασημωτό τους φύλλωμα.

Παλιές ιστορίες…

 

Τώρα η Άνοιξη προσεκτικά το προσπερνάει,

να μην τ’ αγγίξει ο πράσινος μανδύας της,

στο χώμα του μην ξαποστάσουνε

τ’ αποδημητικά πουλιά.

 

Το Θέρος δε βρίσκει σ’ αυτό καρπό για να μεστώσει

και του Φθινόπωρου οι βροχές

δεν το δροσολογίζουνε

τη φλόγα του να πάρουν.

 

Μονάχα ο Χειμώνας με το λευκό το πέπλο του

πατρικά το σκεπάζει

για να του κρύψει τη ντροπή, να ξεχαστεί η Προδοσία,

το Αίμα να λευκάνει.

 

Μα εκείνο μένει πάντα του έτσι άκαρπο,

χωράφι της κατάρας,

που λες πως ούτε σπίτι δε θα στέριωνε

στο αρρωστημένο χώμα.

 

Αυτά τα θλιβερά συμβαίνουν στον αγρό μας,

στον ‘αγρό του αίματος’.

Στον αγρό που μας στοίχισε

τριάκοντα αργύρια.


Κ Ο Ν Τ Α   Σ Ο Υ . . .

 

Θέλω

το σταυρό μου μαζί Σου να πάρω.

Κι αν ο δρόμος με φέρει

προς τα μέρη

του φρικτού Γολγοθά,

να σταθώ

εκεί κάπου κοντά Σου.

 

Μη θαρρείς πως μπορώ

σαν τον Σίμωνα, Θεέ μου, σ’ Εσένα

βοήθεια να δώσω.

Τον δικό μου σταυρό

δεν μπορώ να σηκώσω.

 

Μόνο θέλω μαζί Σου να ‘ρθω,

να μου δίνει κουράγιο

η φωνή Σου.

Να πονέσω μαζί Σου

και κοντά Σου να πιω

το πικρό του θανάτου ποτήρι.

 

Σαν το σπόρο που λιώνει

για ν’ αρχίσει καινούργια ζωή,

ας χαθεί

το παλιό μου κορμί του θανάτου.

 

Κι η Ανάσταση να ‘ρθει καθώς

θα πετιέσαι απ’ το μνήμα όλο φως

τη νυχτιά του Σαββάτου.


Π Ρ Ο Σ Μ Ο Ν Η   Α Ν Α Σ Τ Α Σ Ι Μ Η

 

Πως θ’ ανθίζαν βιολέτες το ξέραμε,

πως πουλιά θα γυρίζαν ξανά

και στ’ ανέφελα ουράνια θα σκόρπιζαν

ανοιξιάτικα, αιθέρια ωσαννά.

 

Πως η γη το χορτάρι θα βλάσταινε

ποιος δεν το ‘ξερε κι ακόμα πως

στα ξερόκλαδα πάνω θ’ ανοίγανε

τα μπουμπούκια σαν μάτια στο φως;

 

Ως κι εκείνα της δύσης τα χρώματα

τα προσμέναμε τόσο χρυσά

και τον ψίθυρο μες στα φυλλώματα

που τ’ αγέρι ξυπνά σαν φυσά.

 

Κι οι καρδιές, παγωμένες, δε νιώσανε

τις βιολέτες που ανθίσαν ξανά,

τα πουλιά, τα μπουμπούκια που ανοίξανε,

τα χρυσά, ρουμπινιά δειλινά…

 

Κι καρδιές, πονεμένες, δε νιώσανε

όλες τούτες τις χάρες της γης.

Αγρυπνούν σαν τ’ αστέρια που λιώσανε

να προσμένουν το φως της αυγής.

 

Γιατί ξέρουν, η ελπίδα δε σβήνεται,

πως ο πόνος κι αν είναι φριχτός,

κάποια μέρα, ως προσμένουν, θ’ ακούσουνε,

τι χαρά! πως Ανέστη ο Χριστός. 


Μ Ε Γ Α Λ Η   Ε Β Δ Ο Μ Α Δ Α

 

Βράδια μεγαλοβδομαδιάτικα περίλυπα

μες στις πενθοφορούσες εκκλησίες,

με τις μελωδικές και τις αργόσυρτες

και τις λυπητερές ακολουθίες…

 

Την Κυριακή το βράδυ, πρώτο σήμαντρο

για την ακολουθία του Νυμφίου.

‘Την απαρχή Παθών’ διάβασε ο γέροντας

μες στις σελίδες του παλιού βιβλίου.

 

Βράδυ Δευτέρας. Για τις πέντε φρόνιμες

και για τις πέντε ανόητες παρθένες.

Κι έγειραν ως κι οι εικόνες οι αμίλητες

κι άκουγαν σκεφτικές και λυπημένες.

 

Τρίτη το βράδυ. Ως πέρα μοσκοβόλησε

‘της αλειψάσης γυναικός’ το μύρο.

Της Κασσιανής γλυκόφωνο τροπάριο

και ‘μετανοίας στεναγμοί’ τριγύρω.

 

Τετάρτη βράδυ. Δείπνος Μυστικός

Κι η θεϊκή ταπεινοσύνη στον Νιπτήρα.

( Κι έχουμε συνηθίσει απλά να ψάλλουμε

κι εμείς τα Πάθη στη φτωχή μας λύρα.)*

 

Μεγάλη Πέμπτη. Δώδεκα Ευαγγέλια.

Η προδοσία του μαθητή και φίλου,

ο Πέτρος, ο Πιλάτος, το πραιτώριο

και ‘Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…’

 

Παρασκευή το βράδυ ο Επιτάφιος.

Πλήθος κεριά μες στη γλυκιάν εσπέρα.

Κι όλος ο κόσμος, ψάλτες κι εξαπτέρυγα

να σιγολέν το ‘ω γλυκύ μου έαρ…’

 

Βράδια Μεγαλοβδομαδιάτικα περίλυπα…

Κι όπως θλιμμένα ανιστορούν τα Πάθη

μ’ ελπίδες χρυσαφένιες ετοιμάζουνε

το βράδυ της Ανάστασης που θα ‘ρθει.

 

 

*Πρόκειται για τον λογοτεχνικό Κύκλο των εκδόσεων ‘Δαμασκός’ που αφιέρωνε τη βραδιά της  Μ. Τετάρτης στα Άγια Πάθη.


 Ε Κ   Β Α Θ Ε Ω Ν

 

Κύριε, σκύψε, Σε παρακαλώ,

ακόμα μια φορά πάνω απ’ τη γη μας.

Να δεις και να μην οργιστείς

να δεις και να μην απορήσεις

να δεις και να μη σιχαθείς

και στρέψεις μ’ αηδία το πρόσωπο

και σβήσουν τ’ αστέρια κι ο ήλιος.

 

Να δεις και μοναχά ν’ αναστενάξεις.

Να πνεύσει αγέρας άγριος, σεισμικός

να δονηθούν τα πεθαμένα κόκαλα

να πάρουν πνεύμα οι σάρκινες υπάρξεις

να ξεχωρίσουν μες στο χάος

μια μια οι αληθινές μορφές.

 

Κύριε,

συντόμεψε το χρόνο που λογάριασες

να περιφέρεσαι ‘επί των υδάτων’.

Μην περιμένεις πιότερο να ‘ρθει

το πλήρωμα του χρόνου

και βάλε αρχή

για την καινούργια δημιουργία Σου.

 

Σκύψε και δες πάλι το χάος και την άβυσσο,

το ‘σκότος υπεράνω της αβύσσου’

κι αναστέναξε, Κύριε.


Ο  Α Ν Ο Ι Ξ Ι Α Τ Η Σ  Ο  Α Ν Ε Μ Ο Σ

 

Ο ανοιξιάτης ο άνεμος

ο φουσκοδεντριάτης

ο μνημεγέρτης των ανθών

ανάκουστων κελαηδισμών

και των ερώτων όλων,

ο ήπιος κι ο βίαιος,

αβρός κι αναμαλλιάρης.

 

Αύρα κοράσι ολόδροσο

και Ζέφυρος λεβεντονιός,

Ζέφυρος και ζαφείρια

να κουβαλάει στο ηλιόγερμα

και μόσκους από τις πλαγιές

κι ευωδιαστές ανάσες

από το πιο φτωχό κλαρί

απ’ τ’ άπραγο αγριολούλουδο

να παίζει μες στα δάχτυλα

της θάλασσας την κόμη

κι ωχ στεναγμοί κι ωχ βάσανα

της άστατης αγάπης.

 

Ο ανοιξιάτης ο άνεμος

ο χαιρετισματάρης

παίρνει καμπαναριών αχούς

και ψαλμουδιές απόκοσμες

«…ιδού θυσία μυστική

και τετελειωμένη…»

μπαίνει κι ασπάζεται σεμνά

την Κεχαριτωμένη

και προσκυνά τον Πρόδρομο

«φιλέρημο τρυγόνι».

 

Κι ώσπου να μπει κι ώσπου να βγει

ο ανοιξιάτης ο άνεμος

μεγαλοβδομαδιάτης

πενθοφορεί τον ουρανό

διπλώνει τα φτερά του

και σμίγει το ψιλόβροχο

στης Παναγιάς τα δάκρυα.

 

Το Μέγα Σάββατο σιγά

ως «πάσα σαρξ βροτεία»

του αναπεσόντα ως λέοντα

τον ύπνο μην ταράξει

«τις εγερεί σε, βασιλεύ;»

 

Άνεμος κι αναδεύεται

πνοή και δεν κρατιέται.

Σκορπάει τ’ ανέσπερο το φως

βροντάει «άρατε πύλας»

και τρέχει τρέχει να το πει

πως ο Χριστός ανέστη.


 Α Ν Α Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο

 

Φέτος το Πάσχα καλώς όρισες, Χριστέ,

κι έλα να γιοματίσουμε μαζί ψωμί και ψάρι.

Θα πλημμυρίζουν μύρα γύρω οι πασχαλιές

και θα σου ψάλω το αναστάσιμο τροπάρι.

 

Στης Τιβεριάδας την ακρολιμνιά θα ‘ρθεις

τ’ απεγνωσμένα μου τα δίχτυα να γεμίσεις.

Θα με ρωτήσεις τρεις φορές «συ με φιλείς;»

την άρνησή μου μεγαλόψυχα να σβήσεις.

 

Θα πορευτούμε δειλινό προς Εμμαούς

και θα με μάθεις τις γραφές πώς να ξανοίγω.

Στις τρύπες που έσταξαν ζωαρχικούς κρουνούς

της πίστης θα στεριώσεις μου τον πύργο.

 

Φέτος το Πάσχα τρείς κι αμέτρητες φορές

καλώς να ‘ρθεις, Χριστέ, καλώς και να δεχτώ σε.

Στα χνάρια που άφησαν οι μέρες οι πικρές

της αναστάσιμης χαράς λούλουδα στρώσε,

 

κι απλός και πράος σαν αγέρι ορθρινό

διάβα και πες εδώ που αλώνισεν ο πόνος:

«Την πάσα μέρα μεθ’ ημών ιδού εγώ

έως της συντελείας του αιώνος…»


 Α Ν Α Σ Τ Α Σ Η

 

Θ’ αναστηθείς μια μέρα! Ναι, θ’ αναστηθείς!

Ο πόνος τούτος κάποια μέρα θα περάσει.

Θα ‘ρθουν τα ρόδα του Μαγιού στα κέρινά σου μάγουλα

κι ορθός σαν νίκης τρόπαιο και πάλι θα στηθείς.

 

Θ’ αναστηθείς μια μέρα! Ναι, μην το ξεχνάς!

Κι αν τώρα πάσχεις και φριχτά πονάς

κι αν βλέπεις όλα γύρω να πενθούνε,

τ’ αστέρια να δακρύζουνε και τ’ άνθη να μαδούνε,

 

κι αν τώρα νεκρική σιγή απλώνεται βαθιά στη γη

στους κόσμους των μνημάτων,

γρήγορα θα ‘ρθει δεν αργεί, ρόδινη λαμπροφόρα αυγή,

η μία των Σαββάτων.


Δ Ι Α Β Α Σ Η

 

Ζει Κύριος

και ζει η ψυχή μου.

Ανατρεμίζει η σπίθα μες στις στάχτες

εφτάχρωμες κορδέλες αναδύονται

στα νέφη των δακρύων

μπουμπούκιασαν οι κλώνοι την ελπίδα

πάνω στο χιονισμένο κορμί

της καρδιάς.

 

Ζει Κύριος

και ζει η ψυχή μου.

Αν έλεγες πως πέθανα

μη ρίξεις βιαστική μομφή

σ’ αυτή την αναπάντεχη

ανάσταση.

 

Άσε ν’ ανθοβολήσει

μια Άνοιξη δίχως τύψη

μια θαλασσοδρομή δίχως σκόπελο.

 

Μη μου καταλογίσεις το αμάρτημα να ζω

κι από του τάφου μου ύστερα

το σφράγισμα.

Η κουστωδία στάθηκε ανίσχυρη

μπρος στον πανάρχαιο λόγο.

 

Μέσα στο πρωτογεννημένο φως

σάλεψε η καινούργια ύπαρξή μου.

Αληθινά ζει Κύριος

και ξαναζεί η ψυχή μου.