Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης


Συγγραφέας: Eliot T. S.

Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά

του χειμώνα.Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,

έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε

τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια

κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά.Και οι αγωγιάτες έβριζαν,

γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.

Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη.Οι πόλεις εχθρικές και τα

χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρωμικα μας έκλεβαν στο νοίκι .

Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε

όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας

τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.

Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη

παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο

που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό

κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.

Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.

Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που

κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.

Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε

τον τόπο, και ήταν, θα `λεγε κανείς, επιτυχία.

Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα

ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω.Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα

ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να

ξεχωρίζω.Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.

Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σαν θάνατος.Σαν το

δικό μας θάνατο.

Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια

βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.

Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.





"A cold coming we had of it,

Just the worst time of the year

For a journey, and such a long journey:

The road was deep and the weather sharp,

The very dead of winter."

And the camels galled, sore footed, refractory,

Lying down in the melting snow.

There were times we regretted

The summer palaces on slopes, the terraces,

And the silken girls bringing sherbet.

Then the camel men cursing and grumbling

And running away, and wanting their liquor and women,

And the night fires gong out, and the lack of shelters,

And the cities hostile and the towns unfriendly

And the villages dirty, and charging high prices.:

A hard time we had of it.

At the end we preferred to travel all night,

Sleeping in snatches,

With the voices singing in our ears, saying

That this was all folly.


Then at dawn we came down to a temperate valley,

Wet, below the snow line, smelling of vegetation;

With a running stream and a water mill beating the darkness,

And three trees on the low sky,

And an old white horse galloped away in the meadow.

Then we came to a tavern with vine leaves over the lintel,

Six hands at an open door dicing for pieces of silver,

And feet kicking the empty wine skins.

But there was no information, and so we continued

And arrived at evening, not a moment too soon

Finding the place; it was (you may say) satisfactory.


All this was a long time ago, I remember,

And I would do it again, but set down

This set down

This: were we lead all that way for

Birth or Death; There was a Birth, certainly,

We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,

But had thought they were different; this Birth was

Hard and bitter agony for us, like Death, our death.

We returned to our places, these Kingdoms,

But no longer at ease here, in the old dispensation,

With an alien people clutching their gods.

I should be glad of another death.