Επικήδειοι

Συγγραφέας: Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος

Αιωρείται μέσα στα κεφάλια όλων μας, αυτές τις ώρες που μάθαμε τον αιφνίδιο θάνατο του Δημήτρη, αλλά ακόμα και τώρα, εδώ στο ναό που όλοι μαζί, η μητέρα του, η σύζυγός του και τα παιδιά του, ο αδερφός του και όλοι οι συγγενείς και φίλοι, προσευχόμαστε γι’ αυτόν, επανέρχεται πάλι μέσα μας με οδυνηρή οξύτητα το ερώτημα! ΓΙΑΤΙ; Γιατί να πεθάνει πάνω στη μέση ηλικία του αιφνίδια και απαίσια; Γιατί να τον προδώσει η καρδιά του;

Κατ’ αρχάς ας ξεκαθαρίσουμε ότι θα πρέπει να εκφράζουμε τα ειλικρινή συναισθήματά μας, του πόνου, του θυμού, και της απώλειας. Δεν χωράνε, σ’ όλη την ανθρώπινη ζωή αλλά πολύ περισσότερο στο θάνατο, ψεύτικες συμπεριφορές και κοινωνικοί καθωσπρεπισμοί. Βέβαια σε τέτοιες ώρες πολλές φορές διστάζουμε να εκφράσουμε τον θυμό μας για τον Θεό, που στη λανθασμένη αντίληψη παντοδυναμίας Του, που έχουμε, τον θεωρούμε υπεύθυνο. Θυμώνουμε με τον Θεό, γιατί μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι όλα όσα γίνονται, γίνονται σύμφωνα με το θέλημά Του, και έτσι τον θεωρούμε υπεύθυνο για ό,τι συνέβη! Ή τουλάχιστον για το ότι δεν εμπόδισε το κακό!

Ο θυμός που νοιώθει κάποιος είναι φυσιολογικός και κατανοητός. Όταν πληγωνόμαστε, και ο θάνατος είναι η οδυνηρότερη πληγή, γεννιούνται αισθήματα θυμού. Δεν είναι απαραίτητα κακό να θυμώνεις με αυτούς που αγαπάς! Ο Θεός πάλι απ’ την πλευρά του μας αγαπάει ακόμα και όταν εμείς βρίσκουμε δύσκολο να αγαπάμε τον εαυτό μας! Μας αγαπάει γιατί αυτός είναι καλός, όχι επειδή είμαστε καλοί εμείς.

Τώρα για το οδυνηρό ΓΙΑΤΙ…

Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ξέρει γιατί πέθανε, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, ο Δημήτρης. Κανένας δεν μπορεί να απαντήσει στο γιατί. Εμείς οι χριστιανοί είμαστε (τουλάχιστον σ’ αυτό στοχεύουμε) απόλυτα πεπεισμένοι, περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, ότι ο Θεός δεν ήθελε τον θάνατό του. Όπως λέει η Γραφή: «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολομ. 1,13). Ο θάνατος πάντως δεν είναι το τέρμα. Είναι η αρχή της συνέχειας. Το ’χουμε ξαναπεί. Όταν το πλοίο χάνεται απ’ τα μάτια μας στη γραμμή του ορίζοντα, εκείνο συνεχίζει την πορεία του, απλώς εμείς δεν γίνεται να το παρακολουθήσουμε, λόγω της δικής μας βιολογοτεχνικής αδυναμίας.

Ο Δημήτρης τον οποίο γνώρισα εντελώς φευγαλέα, και μόνον απ’ τα λεγόμενα της μακαρίτισσας αδερφής του της Γεωργίας, ήταν ένας άνθρωπος της εποχής μας, αγωνιζόμενος να επιβιώσει σε μια ξένη χώρα, γεμάτος με αγωνίες για την πορεία της ζωής των παιδιών του. Καλός πατέρας, ειλικρινής άνθρωπος ακόμα και στα λάθη του.  

Η ζωή είναι μυστήριο μέσα στο οποίο υπάρχουμε όλοι. Άσχημα γεγονότα συμβαίνουν και σε καλούς ανθρώπους. Η ζωή είναι μια ρόδα που κυλάει, κι εμείς δεν είμαστε παρατηρητές της αλλά συμπορευόμενοι.

Πραγματική ζωή είναι μόνον ο Χριστός. Γι’ αυτό ήρθαμε όλοι (και εμείς και αυτός) στον ναό να προσευχηθούμε στον Χριστό για τον Δημήτρη, να τον συμπεριλάβει ο Χριστός στη Ζωή. Η αγάπη, που είναι προϋπόθεση μετοχής σ’ αυτή τη Ζωή, είναι το μοναδικό πράγμα που κανείς, ούτε και ο ίδιος ο Θεός, δεν μπορεί να διατάξει! Ήρθαμε να προσευχηθούμε για την αύξηση της αγάπης του Δημήτρη.

Δεν αγαπάμε τον Θεό επειδή είναι παντοδύναμος. Δεν τον αγαπάμε ως ασφαλιστική εταιρεία που ασφαλίζει και προστατεύει και εμποδίζει να μας συμβούν άσχημα πράγματα. Δεν τον αγαπάμε επειδή τον φοβόμαστε μη μας πληγώσει, αν του γυρίσουμε την πλάτη. Αγάπη δεν είναι ο θαυμασμός της τελειότητας. Τον αγαπάμε, γιατί είναι Δημιουργός όλης της ομορφιάς, που βρίσκεται γύρω μας (αυτήν απολάμβανε και ο Δημήτρης όταν τον βρήκε ο θάνατος ανεβαίνοντας στον Όλυμπο με τον γιό του) και γιατί είναι Πατέρας μας, πηγή ελπίδας και κουράγιου για μας στη ζωή μας.

Είμαστε εδώ λοιπόν για να παρακαλέσουμε τον Χριστό, να αναπαύσει κοντά Του (μαζί με την αδερφή του Γεωργία) και τον Δημήτρη, και να γεμίσει κουράγιο και γαλήνη, ελπίδα και δύναμη, τις καρδιές: της Θεοδώρας της μητέρας του, της συζύγου του και των παιδιών του, του Κωστή του αδελφού του και όλων των αγαπημένων του.

Μακάρι. Είθε. ΑΜΗΝ