Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Κήρυγμα Κυριακής

Κυριακή της Απόκρεω - Η μεγάλη συνάντηση

Τις παλιότερες εποχές οι δρόμοι ήταν «στα χάλια τους τα μαύρα». Και έφτασε και η ορισμένη ημέρα, και αφού ξημέρωσε (σχεδόν δεν είχε κοιμηθεί από την αγωνία της επισκέψεως), περίμενε κάποια στιγμή να χτυπήσει η πόρτα ή να ακούσει το μάνταλο της αυλόπορτας για να υποδεχθεί τον Χριστό.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, κάποιος θόρυβος ακούστηκε, και κείνη πετάχτηκε έξω από την αγωνία της και… συνάντησε μια γύφτισσα! «Βιάζομαι, βιάζομαι, τώρα έχω δουλειά, μη με ενοχλείς, σε ξέρω, θα τα βρούμε μια άλλη μέρα, θα τα πούμε, θα τα πούμε, φεύγα, φεύγα, προχώρα, προχώρα τώρα». Ξαναγύρισε μέσα και περίμενε. Πέρασαν καναδυό ώρες, κάποιος θόρυβος έγινε απ’ έξω και πετάχτηκε πάλι να δει τα πράγματα πώς έχουν. Και ήταν ένας άνθρωπος φτωχός, ο οποίος πουλούσε καλάθια, και της είπε: «Βοήθησέ με, γιατί μ’ αυτόν τον απλό τρόπο προσπαθώ να συντηρηθώ». «Τώρα δεν ευκαιρώ, έχω δαπανήσει τα χρήματά μου, άλλη μέρα αν έρθεις θα σε βοηθήσω».

Πέρασε κι ένας «χαζός» μετά από κάποιες ώρες. Εκείνον τον έδιωξε πιο εύκολα. Και πέρασε ολόκληρη η ημέρα χωρίς να έρθει ο Χριστός. Ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Κι όπως ήταν κουρασμένη από το άγχος της και την αγωνία και αϋπνία της προηγούμενης, εκεί που καθόταν, την πήρε ο ύπνος. Και ενώ κοιμόταν βλέπει τον Χριστό. Όταν τον είδε, Του είπε διαμαρτυρόμενη: «Μα, Χριστέ μου, σε περίμενα όλη μέρα»! Της λέει Εκείνος: «Ήρθα τέσσερεις φορές. Και τις τέσσερεις φορές και με έδιωξες κακήν-κακώς! Και τις τέσσερεις φορές αναγκάστηκα να φύγω».

Είναι μια ευσεβής ιστορία, που θέλει να περιγράψει αυτό που λέει το Ευαγγέλιο σήμερα: «Μα εμείς σε είδαμε γυμνό, ξένο, πεινασμένο, φυλακισμένο; Τι είναι αυτά που λες»; Λέει Εκείνος: «Εγώ ταυτίζω τον Εαυτό Μου με όλους αυτούς. Μπορείς να το δεις αυτό; Άμα δεν μπορείς να το δεις, δεν είναι η δυσκολία στο να το καταλάβεις, είναι η δυσκολία στο να αγαπήσεις. Αγαπάς Εμένα, επειδή με θεωρείς μέγεθος πελώριο. Αγαπάς εκείνον, που τον θεωρείς άχρηστο μέγεθος»; Είναι πολύ σημαντικό να αγαπάς τους άλλους. Να αγαπάς σωστά τον ίδιο σου τον εαυτό. Να αγαπάς τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ωραίο από το να ζεις με αγάπη, για την αγάπη.

Αδελφοί μου, σήμερα το Ευαγγέλιο περιγράφει τη συνάντησή μας με τον Χριστό. Την επίσκεψη σε μας του Χριστού. Είναι το 25 κεφάλαιο από το κατά Ματθαίον, και είναι καλό στο σπίτι μας να το ξαναδιαβάσουμε. Περιγράφει τη συνάντησή μας με τον Χριστό και λέει ότι όταν θαρθεί ο Χριστός τότε θα γίνει ό,τι γίνεται τα πρωινά, που βγαίνει ο ήλιος, και η ασάφεια του νυχτερινού σκοταδιού, μέσα στο οποίο δεν μπορούσες να γνωρίσεις ποιος είναι αυτός που περπατάει, ή αν είναι όμορφο ή άσχημο ένα σπίτι, ή αν είναι περιποιημένο ή ασυντήρητο, έρχεται ο ήλιος το πρωί και τα κάνει όλα σαφή και προφανή. Έτσι θα γίνει και όταν θα συναντήσουμε τον Χριστό. Θάρθει Αυτός και αυτά που τώρα είναι σε σύγχυση, τότε θα ξεκαθαριστούν με σαφήνεια. Τότε τα πράγματα θα βρουν το πραγματικό τους μέγεθος και την ουσιαστική τους οντότητα.

Το κριτήριο, με το οποίο ο Χριστός θα κρίνει όλους εμάς τους ανθρώπους, δεν είναι κανένα άλλο παρά μόνο το κριτήριο της αγάπης. Μα υπάρχει κανένας άνθρωπος που δεν αγαπάει; Σαφώς όχι. Όλοι οι άνθρωποι αγαπούν. Δεν είναι εκεί όμως το θέμα. Το θέμα είναι ότι υπάρχουν δυο μορφές αγάπης. Μία μορφή φίλαυτης αγάπης, και μία μορφή ανιδιοτελούς αγάπης. Ό,τι επιθυμώ, το αγαπάω επειδή το επιθυμώ. Αυτό είναι φίλαυτη αγάπη. Ανιδιοτελής αγάπη είναι να αγαπώ κι εκείνο που δεν επιθυμώ, κι εκείνο που μ’ ενοχλεί, κι εκείνο που δεν το αξίζει.

Όλοι αυτοί, τους οποίους απαριθμεί ο Χριστός σαν σε κατάλογο, είναι άνθρωποι οι οποίοι τεχνικά, εξωτερικά, στην κοινωνική κρίση δεν αξίζουν. Όμως, ο Χριστός λέει ότι: «Εγώ ταυτίζω τον Εαυτό μου με αυτούς». Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει ένα μεγαλείο, που μας ξεπερνάει πολύ και οι περισσότεροι δεν το αντιλαμβανόμαστε. Ο Χριστός βλέπει στον καθέναν, εμένα, εσάς, στον καθέναν, αυτό που έφτιαξε· όχι αυτό που καταντήσαμε! Εκείνος, πίσω από τις αμαρτίες μου, πίσω απ’ το δύσμορφο πρόσωπό μου, πίσω απ’ την απαίσια ψυχή μου, συνεχίζει να βλέπει αυτό που έφτιαξε. Γι’ αυτό, το αγαπάει με ειλικρίνεια και θυσιάστηκε γι’ αυτό. Για να μπορέσει ο άνθρωπος, ο καθένας μας, να καθαριστεί απ’ αυτά τα οποία κόλλησαν επάνω του, αυτά τα οποία απόχτησε από τη λανθασμένη αντίληψη της αγάπης, από τον λάθος τρόπο ζωής. Διότι, βέβαια, όταν έχω μια φίλαυτη αγάπη, σκέφτομαι όλους τους υπολοίπους ανθρώπους σε σχέση μ’ εμένα, ως προς το τι μπορώ να «κερδίσω» απ’ αυτούς.

Πάντοτε έτσι συμβαίνει; Όχι. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με τον Θεό· και όμως μπορεί να κάνουν θυσίες, πολλές φορές μεγάλες. Υπάρχει πάντα μέσα μας, μια, από φυσικού, καλωσύνη, που αν δεν συρρικνωθεί από στραβές αντιλήψεις και εγωιστική αξιολόγηση των άλλων ανθρώπων, είναι δοτική και θεωρεί σωστό το να προσφέρει και να απασχολείται με τα κοινά. Είναι ο σπόρος που έβαλε μέσα μας ο Θεός. Σε όλους. Κινδυνεύει, βέβαια, όπως κάθε σπόρος να «φαγωθεί», να σαπίσει, να μείνει αχρησιμοποίητος, αλλά και να μπει στη λογική «ας μην υπερβάλλουμε»! Πάντοτε σε όλους μας, το περιεχόμενό μας και η όποια ποιότητά μας, ελέγχονται από τα διλήμματα! Η διάθεση προσφοράς καθώς και το μέτρο της, ελέγχεται από τους πειρασμούς. Κι εκεί μπαίνει ένα άλλο πελώριο ζητούμενο.

Ο Χριστός είναι απαιτητικός περίεργα. Γιατί δεν απαιτεί για τον Εαυτό Του, απαιτεί για εμάς. Άμα μάθω να αγαπάω ανιδιοτελώς, μετά θα με πάει ένα σκαλί ακόμα πάρα πάνω. Πιο extreme, θα λέγαμε. Θα μου πει: «Αφού έμαθες να αγαπάς, τώρα άντε άρχισε να αγαπάς και τον εχθρό σου». «Έ, όχι και τον εχθρό μου, Κύριε!!». Εδώ είναι που παίζονται όλα τα πράγματα. Κατά πόσον δηλαδή μπορεί κανείς να μπει σ’ αυτή την διαδρομή, της οποίας η κατάληξη είναι η τελειότητα· να μπορεί κανείς να μάθει να αγαπάει και τον εχθρό του.

Επαναλαμβάνουμε τη φράση «να μάθει να αγαπάει», γιατί η αγάπη είναι κάτι που το μαθαίνουμε, δεν είναι κάτι που το έχουμε σαν συναισθήματα. Τα συναισθήματα πάνε πάνω-κάτω, γυρίζουν ανάποδα, φεύγουν, εξαφανίζονται, χάνονται για πάντα πολλές φορές· και επανέρχονται επίσης κάποιες φορές, ίσως τα πιο ζωντανά και τα πιο ακμαία. Η αγάπη πάντως δεν είναι μονάχα συναισθήματα. Περνάει πέρα από τα συναισθήματα. Αρχίζει να μαθαίνει να αγαπάει, όχι φίλαυτα αλλά ανιδιοτελώς, προχωράει ακόμα περισσότερο και κάνει όλους τους ανθρώπους φίλους. Όταν αγαπάς έτσι, δεν υπάρχουν εχθροί. Όλοι τότε οι άνθρωποι έχουνε, με την καλή έννοια, ομογενοποιηθεί και έχουν γίνει φίλοι. Όταν λοιπόν μαθαίνω να αγαπάω, τότε είμαι μαζί με τον Χριστό. Δεν είμαι μόνος μου.

Κόλαση είναι να είσαι μόνος σου. Δεν εννοούμε τεχνικά, εξωτερικά, σαν μοναξιά συνθηκών. Κόλαση είναι να μη μπορείς να αγαπάς κανέναν, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι, και να κλείνεσαι μέσα στον εαυτό σου, ο οποίος σιγά-σιγά γίνεται φίλαυτα αδιάφορος (ενώ ξεκινάμε με την αντίληψη να εξασφαλιστούμε) και τελικά «χτίζεται» μια πέτρινη καρδιά, η οποία δεν μπορεί να αγαπήσει και κατ’ επέκταση ούτε να αγαπηθεί. Κανένας δεν μπορεί να χαϊδέψει ένα σκαντζόχοιρο. Δεν φταίει μόνον αυτός, που δεν τον χαϊδεύει. Φταίει, πολύ περισσότερο και ουσιαστικά, ο σκαντζόχοιρος, που είναι γεμάτος αγκάθια. Αν κι εγώ είμαι γεμάτος αγκάθια, πώς μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί μου; Πώς μπορεί να με πλησιάσει; Πώς μπορεί να με χαϊδέψει; Πώς μπορεί να με κάνει φίλο του; Αφού κάθε πλησίασμα θα είναι πόνος. Εμείς φανταζόμαστε τον εγωισμό μας ασφάλειά μας, ενώ τελικά γίνεται καταδίκη μας και φυλακή μας.

Έρχεται ο Χριστός σήμερα και μας λέει: «Όλα αυτά, αν πήγες να δεις έναν άρρωστο, αν πήγες επίσκεψη στη φυλακή, αν έδωσες ψωμί σε κάποιον, αν έναν άνθρωπο τον βλέπεις παραπάνω απ’ αυτήν την κατάντια την οποία πολλές φορές μπορεί να έχει, όλα αυτά είναι ένας κόπος και μια προσπάθεια: Να μη μείνουμε στον εαυτό μας. Να βγούμε από τον εαυτό μας. Να μάθουμε να αγαπάμε και κάτι άλλο εκτός από τον αγαπημένο μας εαυτό».

Να αγαπάμε όλα αυτά τα πρόσωπα με τα οποία ο Χριστός ταυτίζει τον εαυτό Του. Μπορεί εμείς να περιμένουμε Εκείνον να δούμε. Αυτός όμως μας λέει ότι δεν είναι στην εικόνα την ζωγραφισμένη, ούτε στα όνειρα και στις επιθυμίες μας, αλλά είναι στα πρόσωπα των ζητιάνων, των αναπήρων, των μεταναστών, των χαζών, των οποιωνδήποτε. Του καθένα από μας.

Άμα δεν δούμε στο πρόσωπο του καθενός το πρόσωπο του Χριστού, δεν θα καταλάβουμε γιατί γίναμε χριστιανοί.

 

Συγγραφέας: Μαρτζούχος π.Θεοδόσιος