Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Προσευχές

Επίμετρο αναγκαίο

Απαραίτητες διευκρινίσεις

για το θέμα της μορφής της γλώσσας

Προσευχή είναι η πιο συνηθισμένη και κοι­νή θρησκευτική λέξη και ενέργεια. Αφορά χριστιανούς αλλά και ειδωλολάτρες. Αφορά συνειδητοποιημένους πιστούς αλλά και εξ έθους θρησκευομένους.

Για την Εκκλησία του Χριστού προσευχή είναι η αναστροφή του ενδιαφέροντος και της προσοχής του ανθρώπου από τον εαυτό του προς τον Χριστό. Η προσπάθεια ελευ­θερίας από την εγωιστική αυτοαναφορικό­τητα στην ελευθερία της αγάπης.

Το μέγεθος και το βάρος της εγωιστικής φίλαυτης αγάπης κάνει κατ᾿ αναλογίαν δύ­σκολη την προσευχή. Ενώ όλες οι θρησκευ­τικές εκφράσεις και εκδηλώσεις συνηθίζο­νται, για την προσευχή ισχύει ὅτι «ἕως τή στερνή μας πνοή, χρειάζεται ἀγῶνα» (ἀββᾶς Ἀγάθων Θ΄, Εἶπε Γέρων, ἐκδ. Ἀστέρος, 1996).

Η προσευχή των χριστιανών έχει δύο μορφές. Την προσωπική ή οικογενειακή, στο «ταμιεῖον» (Ματθ. 6,6), όπως λέει το Ευαγ­γέλιο, και την από κοινού με τους αδελφούς στις λατρευτικές συνάξεις και την Ευχαρι­στία. Η Εκκλησία με την κοινή προσευχή ως σώμα και «οικογένεια» Χριστού προ­σπαθεί, με την μουσική επένδυση των λό­γων της κοινής λατρείας και προσευχής, να διευκολύνει τα μέλη της στο να προσεύχο­νται. Όμως πλέον είμαστε σε εποχή που η εκ «φύσεως» δυσκολία αυξήθηκε και από την έλλειψη κατανοήσεως της γλώσσας. Η μετάφραση είναι πλέον αδήριτος ανάγκη. Την επιβάλλει η πραγματικότητα.

Το θέμα είναι μεγάλο και οι ενστάσεις πολλές. Ας δούμε τις βασικότερες.

Πρώτη ένσταση είναι ότι χάνεται (με την μετάφραση) η ομορφιά και η ακριβολογία της αρχαίας γλώσσας. Αυτό το “επιχείρημα” μοιάζει με την ένσταση των αρχαίων εκεί­νων αιρετικών που θεωρούσαν τον τρόπο γέννησης του Χριστού διά της φυσικής αν­θρώπινης οδού, ως πράγμα “ακαλλές”! Κατ᾿ αναλογίαν, κάποιοι, θεωρούν την χρήση της καθημερινής γλώσσας απαράδεκτη για την ομορφιά της Θ. Λειτουργίας, ξεχνώντας ότι “πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρός τοῦ Βασιλέως ἔσωθεν” (Ψαλμ. 44,14).

Δεν είναι η γλωσσική μορφή το ουσιώδες, η γλώσσα είναι το περιτύλιγμα. Άραγε δεν θα ειδωλολατρεί η Εκκλησία του Χριστού “θεοποιώντας” ένα γλωσσικό σχήμα, αφού στην δική μας Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ δι­δασκαλία για ιερές γλώσσες ή γλώσσες του Σταυρού; (ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, στην επιγραφή του Πιλάτου στον Σταυρό!).

Δεν είναι το κάλλος της γλώσσης ο λόγος που χρησιμοποιήθηκαν τα ελληνικά, αλλά η διάδοσή τους σχεδόν “ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον” του τότε μεσογειακού κόσμου. Αν άλλη γλώσσα μιλιόταν, θα γινόταν χρήση εκείνης, ως επικρατούσης γλώσσας.

Η ποιητική δυναμική και η ακριβολογία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι με­γάλα και σπουδαία θέματα και όποιος τα αγνοεί λαθεύει. Αλλ᾿ όμως δεν μπορεί να είναι προαπαιτούμενα για την σχέση με τον Χριστό και την Εκκλησία. Μακάρι να γινό­ταν να συνδυαστούν. Σήμερα όμως, σε μια εποχή “φασιστικής” απλοποίησης των πά­ντων, είναι εξωπραγματικό να πιστεύουμε ότι μπορούν να συνδυαστούν, και τελικώς να κλείνουμε τον δρόμο προς τον Χριστό στους περισσότερους, “διά τήν παράδοσιν ἡμῶν”.

Δεύτερη ένσταση είναι ότι η γλώσσα εί­ναι πλέον καθιερωμένη παράδοση της Εκ­κλησίας και δεν επιτρέπεται αλλαγή, αφού εξαγιάστηκε από την χρήση αιώνων. Όμως είναι θεολογική τραγωδία να μην έχουμε ξεκάθαρο μέσα μας το ότι παράδοση είναι ο Χριστός και η διδασκαλία της σωτηρίας των ανθρώπων και όχι τα καιρικά σχήμα­τα. Αποκάλυψη είναι ο Χριστός, και συ­νεπώς τα βιβλικά κείμενα έχουν αξία (σε όποια γλώσσα) επειδή είναι Λόγος για την Αποκάλυψη-Χριστό! Καθετί που εμποδί­ζει την γνωριμία με τον Χριστό πρέπει να “αἴρεται”, για να γίνεται εύκολος και καθα­ρός από εμπόδια ο δρόμος προς τον Χριστό. Άλλωστε ο Χριστός δεν ήρθε να εξαγιάσει πολιτιστικά εκδηλώματα, και αυτό μας το έδειξε με την στάση Του για τις παραδόσεις των Εβραίων (Μάρκ. 7, 8-9) και την γλώσσα τους (Μάρκ. 7, 6-7). Και όπως διασαφηνίζει για δική μας χρήση ένας σύγχρονος άγιος, ο όσιος Σιλουανός: “Και αν υποτεθεί πως για την α΄ ή β΄ αιτία η Εκκλησία θα έχανε όλα τα βιβλία της, δηλαδή την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τα έργα των Πατέρων και τα Λειτουργικά βιβλία, τότε η παράδοση θα αποκαθιστούσε την αγία Γραφή, έστω όχι με τις ίδιες λέξεις, έστω σε άλλη “γλώσσα”, αλλά πάντως θα την αποκαθιστούσε” Γέρ. Σιλουανός σελ. 92. Για να μη θυμίσουμε εν προκειμένω την επισήμανση του αγίου Ιερομάρτυρα Κυπριανού, επισκόπου Καρ­χηδόνος (258 μ.Χ.) ότι “η επίκληση της αρ­χαιότητος μιας παραδόσεως δεν είναι απα­ραιτήτως τεκμήριο γνησιότητος, μπορεί να είναι χρονία πλάνη”!

Η ένσταση για το ότι την εποχή της Τουρκοκρατίας (που ήταν εποχή άγνοιας και σκοταδιού) δεν χρειάστηκε αλλαγή της γλώσσας και συνεπώς ούτε και σήμερα, εί­ναι απλώς εξωπραγματική. Η Τουρκοκρα­τία έχει τα δικά της δεδομένα και οι κοι­νότητες των Ρωμιών τότε είναι κολεκτιβι­στικές. Έχουν το σχήμα κοινότητας, αλλά ουσιαστικά τα πρόσωπα υπάρχουν μόνο ως υπηρέτες της συντήρησης της κολεκτιβιστι­κής κοινότητας. Έξω από το μαντρί το πρό­βατο το έτρωγε ο λύκος! Η Εκκλησία του Χριστού όμως δεν φιλοδοξεί να είναι... μα­ντρί! Τότε, ίσως χρειαζόταν να είναι, τώρα, και να θέλει, δεν γίνεται. Τότε οι άνθρωποι υπήρχαν επειδή υπήρχε η κοινότητα, σήμε­ρα είμαστε στο εντελώς αντίθετο σχήμα της αυτονομίας, ούτε καν της συνειδητής ενορι­ακής σχέσεως. Τότε ο άνθρωπος είχε μόνο υποχρεώσεις. Σήμερα έχει μόνο δικαιώμα­τα. Το “τώρα” είναι άθλιο κατά την γνώμη κάποιων, αλλά και το “τότε” δεν πρέπει να γοητεύει την Εκκλησία του Χριστού!

Η ελευθερία να πραγματοποιήσει κανείς είτε το καλό είτε το κακό, είναι όρος απα­ράβατος και προϋπόθεση ανυπέρθετη για την συμμετοχή στην Εκκλησία... “ὅστις θέ­λει...”.

Για τους τότε χριστιανούς δεν υπήρχε θέμα γλώσσας, όχι επειδή καταλάβαιναν τα λεγόμενα και τα τελούμενα, αλλά για­τί εμπιστευόντουσαν τον παπά και τον δε­σπότη. Σήμερα οι άνθρωποι ούτε θέλουν να εμπιστευθούν ούτε... μπορούν, αφού οι ίδι­οι οι κληρικοί ζουν με τρόπο αναξιόπιστο, και στα κηρύγματα ακόμα “πιπιλίζουν” την γνωστή καραμέλα, ότι τα Μυστήρια τελού­νται από τον Χριστό. Φυσικά από τον Χρι­στό τελούνται, αλλά δια των ιερέων. Αν ο κληρικός δεν “παίζει” ρόλο, τότε έφτασε η εποχή χειροτονίας ρομπότ για διπλή εξα­σφάλιση: και παροχή υπηρεσιών και έλλει­ψη προβλημάτων.

Είναι προφανές λοιπόν ότι δεν υπάρχει αναλογία δεδομένων. Το επιχείρημα είναι εξωπραγματικό. Πρέπει να δούμε και να αντιμετωπίσουμε τα τωρινά δεδομένα, σή­μερα. Οι πρόγονοί μας αντιμετώπισαν τα θέματα που είχαν, όπως τότε αυτοί έκριναν, και τώρα πλέον αυτοί βρίσκονται στην κρί­ση του Θεού. Για μας είναι υπεκφυγή να αναζητούμε στο παρελθόν μοτίβα λύσεων των προβλημάτων του “τώρα”.

Η βασική αρχή της «υπ’ ουρανόν» Εκ­κλησίας να μη επιβάλλει μια γλώσσα, αλλά η προσευχή να γίνεται στις τοπικές γλώσσες και τα ιδιώματα, είναι καθοδηγητική και για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.

Και στις δύο μορφές προσευχής που προα­ναφέραμε επιδιώκεται το ίδιο σκοπούμενο. Να αγαπήσουμε τον Χριστό βαθύτερα και ουσιαστικότερα και να Τον βλέπουμε στο πρόσωπο κάθε αδελφού. Να προσευχόμα­στε με αμεσότητα. Η γνώση και η συνείδηση των λεγομένων είναι απαραίτητη προϋπό­θεση σχέσεως. Και οπωσδήποτε, απαιτείται «θράσος» να ζητάμε να μας ακούσει, ενώ εμείς δεν καταλάβαμε τί Του είπαμε!!!

Η ανάγκη και το σωστό είναι, ο χριστι­ανός, «συναγόμενος» στην Ευχαριστία ή στις ακολουθίες, να μπορεί να προσεύχε­ται μαζί με τον ιερέα, και όχι να πρέπει να σκέφτεται τι λέει ο ιερέας, ακόμη και αν είναι κατανοητή η γλώσσα. Πολύ περισ­σότερο όταν ο χριστιανός βρίσκεται στην κατάσταση που επισημαίνει ο απόστολος Παύλος (Α΄ Κορ. 14,16), δηλαδή να μη μπο­ρεί να πει το αμήν, αφού τίποτε δεν κατά­λαβε από τα λεγόμενα!

Τα Μυστήρια της εκκλησίας και εξηγού­νται και κατανοούνται, όσον αφορά στην προσευχή και τα τελούμενα.

Άγνωστο-Μυστήριο είναι ο τρόπος πα­ρέμβασης του Χριστού δια του Αγίου Πνεύ­ματος, στην μεταβολή των Δώρων της Ευχα­ριστίας ή του Ευχελαίου ή της καθιέρωσης των χειροτονιών ή του Αγιασμού και γενικώς των όποιων Μυστηρίων ή πράξεων.

Ο Χριστός και οι ενέργειές Του είναι υπέρ λόγον. Τα τελούμενα από μας και δι᾿ ημών είναι και πρέπει να είναι στο χώρο της λογι­κής και της κατανόησης. Αλλιώς είναι στον χώρο της μαγείας. Και ο ιερέας, αντί διά­κονος της σωτηρίας των αδελφών, καταντά «ο μάγος της φυλής». Χωρίς τουλάχιστον γνώση-κατανόηση των λεγομένων στην Θ. Ευχαριστία ή τα Μυστήρια, ο δρόμος εί­ναι επικινδύνως ολισθηρός για ένα “μαγι­κό” προσανατολισμό στον οποίον, από μεν τους κληρικούς, θα ισχύει το “ἡ ἰσχύς ἐν τῇ ἀσαφείᾳ”, από δε τους πιστούς, μια αφα­σιακή “συμμετοχή” σε λεγόμενα και τελού­μενα που δεν ζητούν την δική τους μετοχή, παρά μόνον σωματικά, και από των οποί­ων την τελετουργία αναμένεται η σωτηρία! (Γαλάτας 5, 2)

Δεχθείτε λοιπόν αδελφοί τον ατελή κόπο αυτής της προσπάθειας σαν μια έκφραση αγωνίας να στηριχθεί ο λαός του Θεού στην συνειδητότητα ότι η Εκκλησία είναι ο οί­κος του Πατρός του (Πάτερ ημών), μέσα στον οποίο είναι αυτονόητη η απαίτηση να κατανοεί τουλάχιστον τα λεγόμενα, σ’ όποια πνευματική ηλικία και αν ευρίσκεται. Άλλωστε ο κόπος αυτός στόχο και σκοπό έχει, όχι το να γίνει “ιεραποστολικό τρύκ” ή “επικοινωνιακό εφέ”, αλλά υποδομή και συνθήκη καρποφορίας για τους χριστια­νούς που βρίσκονται ήδη μέσα στην Εκ­κλησία . Δεν αυταπατόμαστε ότι με τέτοιες προσπάθειες θα συνάξουμε τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα, αυτό είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, αλλά προσπαθούμε να υπάρξουν συνθήκες “γῆς ἀγαθῆς” (Λουκ. 8,8) ώστε, όσοι θέλουν, να κάνουν “καρπόν, ὅ μέν ἑκατόν, ὅ δέ ἑξήκοντα, ὅ δέ τριάκο­ντα” (Ματθ. 13,8). ΑΜΗΝ

Ας ευχόμεθα, όλοι υπέρ όλων.

Κατηγορία: /