Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

...Για τα μέτρα του κόσμου ήταν ένας άνθρωπος ξεχωριστής ευφυΐας και μοναδικής παιδεύσεως. Με τα μέτρα της Βασιλείας του Θεού υπήρξε χριστιανός εγνωσμένης αγιότητας. Με τα μέτρα της στρατευόμενης Εκκλησίας, υπήρξε ποιμενάρχης πού αγωνίστηκε όσο ελάχιστοι σύγχρονοι του να σαρκώσει στο εδώ και τώρα το πρόσωπο του Χριστού. Δίχως επιπολαιότητα ή προπέτεια, μα και δίχως φόβο για τη διακινδύνευση, δίχως δειλία απέναντι στις δυσκολίες. Με πίστη, διακριτικότητα, ανυποχώρητη ευλάβεια, λεβεντιά και ήθος Χριστού. Αγωνίστηκε για τη σημερινότητα του ευαγγελικού κηρύγματος. Πάλεψε να γεννήσει στο πρόσωπό του το πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού, και να ανάψει στις ψυχές των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, τη φλόγα της αναζήτησής Του με τα μέτρα της συγχρονικότητάς μας. Δεν έκρυψε ποτέ τον πλούτο της εκκλησιαστικής παράδοσης, πού γνώριζε και πρόβαλλε όσο λίγοι. Μα και δεν κρύφτηκε ποτέ πίσω από αυτή, για να αρνηθεί το βαρύ χρέος του σήμερα, επαναπαυόμενος στις δάφνες του «δοξασμένου» παρελθόντος. Στις παλιές ερωτήσεις, έδινε νέες απαντήσεις. Στις νέες αναζητήσεις, αποκρινόταν με τη σοφία της παλιάς παραδόσεως. Όχι με ευκολίες, όχι ασύστολα. Με διάκριση και αγωνία. Με προσευχή και φόβο Θεού...

"ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ" ΦΕΤΟΣ.

ΗΤΑΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΙΑΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Βασίλης Αργυριάδης από το βιβλίο «ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ»

 Τον είχα γνωρίσει πριν είκοσι περίπου χρόνια. Ήμουν πρωτοετής φοιτητής θεολογίας, τότε. Συνεργαζόμουν με ένα χριστιανικό φοιτητικό περιοδικό. Με έστειλαν μαζί με κάποιο συνάδελφο μου φοιτητή θεολογίας να του πάρουμε συνέντευξη γύρω από το ζήτημα του θεολογικού διαλόγου μεταξύ ορθοδόξων και αντιχαλκηδονίων.

Ο Μητροπολίτης βρισκόταν για λίγες μέρες στην Αθήνα. Θα μας δεχόταν σε ένα μικρό διαμερισματάκι στο κέντρο της πόλης. Χτυπήσαμε την πόρτα και μετά από λίγο πρόβαλε μπροστά μας μια λιπόσαρκη φιγούρα ιερωμένου. Ήταν λευκασμένος, αλλά τις κινήσεις του τις χαρακτήριζε νεανική ευκινησία και ορμή. Το βλέμμα του εύστροφο και διεισδυτικό. Τα μάτια του φωτεινά. Η παρουσία του σε κέρδιζε αμέσως με την απλότητα και την καλοσύνη της. Μας δέχτηκε σε κάποιο μικροσκοπικό σαλονάκι με στοιχειώδη επίπλωση. Μας πρόσφερε ένα λιτό κέρασμα: ένα τυποποιημένο γλύκισμα, δυο ποτήρια νερό. Στις ερωτήσεις μας απαντούσε με μια ήρεμη, αργή φωνή. Καλλιεργημένος, βαθύς, γαλήνιος. Λόγος βαθιά θεολογικός. Έδειχνε άνθρωπος βαθύτατα ασκητικός, απέπνεε λεβεντιά και ήθος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω κάμποσες φορές. Κάθε φορά που έσκυβες να πάρεις την ευχή του -οποίος κι αν ήσουν- αγκάλιαζε με το δεξί του χέρι το σκυμμένο σου κεφάλι και το ακουμπούσε πατρικά στο στήθος του. Πλημμύριζες καλοσύνη και αγάπη Χριστού! Σου μιλούσε με τέτοια στοργή, που ένιωθες πως θα ήθελες να γίνεις καλύτερος για να την αξίζεις. Η κατάλευκη ασκητική μορφή του ήταν μια διαρκής αφορμή έμπνευσης. Στο πρόσωπο του βλέπαμε πάλλουσα την προσευχή, ζωντανή την Εκκλησία, την Εκκλησία πού καθιστά μέσα μας «καιόμενες» τις καρδιές μας (πρβλ. Λούκ. 24, 32).

Στη Μητρόπολή του, οι άνθρωποι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν απεριόριστα. Οι ιερείς του τον λάτρευαν για την αγάπη του και το πατρικό του ήθος. Ζούσε με απλότητα. Λιτός και απέριττος σε όλα του. Χωρίς επιδείξεις, φανφαρονισμούς και λόγια παχιά.

Κάθε φορά που συνερχόταν στην Αθήνα η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκείνος προσερχόταν μοναχικός και σιωπηλός –ασυνόδευτος από οδηγούς, διάκους και παρατρεχάμενους. Έλαμπε αθόρυβα στους διαδρόμους του συνοδικού μεγάρου. Μια ασκητική, μετρημένη φιγούρα μέσα στο πλήθος με τα φαρδομάνικα, αμέτοχος εξεζητημένων διαχύσεων. Έλεγε λίγα. Απέφευγε την «ευσεβή» επιτήδευση. Καταδεκτικός και εύχαρις με τους λίγους σοβαρούς συνεπισκόπους του. Τυπικά ευγενής με τους υπολοίπους. Αδιαπέραστος από ελαφρότητες και ακκισμούς.

Είχε μεγάλη καλλιέργεια. Όχι μόνο θεολογική. Ήταν πολύγλωσσος. Διάβαζε λογοτεχνία και θέατρο από τα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ρωσικά. Κι από θεολογική σπουδή ήταν άφταστος ανάμεσα στους συνεπισκόπους του. Βαθύς γνώστης των έργων των Πατέρων και της διδασκαλίας τους.

Για τα μέτρα του κόσμου ήταν ένας άνθρωπος ξεχωριστής ευφυΐας και μοναδικής παιδεύσεως. Με τα μέτρα της Βασιλείας του Θεού υπήρξε χριστιανός εγνωσμένης αγιότητας. Με τα μέτρα της στρατευόμενης Εκκλησίας, υπήρξε ποιμενάρχης πού αγωνίστηκε όσο ελάχιστοι σύγχρονοι του να σαρκώσει στο εδώ και τώρα το πρόσωπο του Χριστού. Δίχως επιπολαιότητα ή προπέτεια, μα και δίχως φόβο για τη διακινδύνευση, δίχως δειλία απέναντι στις δυσκολίες. Με πίστη, διακριτικότητα, ανυποχώρητη ευλάβεια, λεβεντιά και ήθος Χριστού. Αγωνίστηκε για τη σημερινότητα του ευαγγελικού κηρύγματος. Πάλεψε να γεννήσει στο πρόσωπό του το πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού, και να ανάψει στις ψυχές των ανθρώπων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, τη φλόγα της αναζήτησής Του με τα μέτρα της συγχρονικότητάς μας. Δεν έκρυψε ποτέ τον πλούτο της εκκλησιαστικής παράδοσης, πού γνώριζε και πρόβαλλε όσο λίγοι. Μα και δεν κρύφτηκε ποτέ πίσω από αυτή, για να αρνηθεί το βαρύ χρέος του σήμερα, επαναπαυόμενος στις δάφνες του «δοξασμένου» παρελθόντος. Στις παλιές ερωτήσεις, έδινε νέες απαντήσεις. Στις νέες αναζητήσεις, αποκρινόταν με τη σοφία της παλιάς παραδόσεως. Όχι με ευκολίες, όχι ασύστολα. Με διάκριση και αγωνία. Με προσευχή και φόβο Θεού.

Παραδειγμάτισε με την τόλμη του. Χάραξε δρόμους ευθύνης. Άφησε πίσω του παράδειγμα σπάνιο...

Κοιμήθηκε εν Κυρίω τό 2012. Και σε τούτο το Μικρό Γεροντικό, δεν είναι απλά ένας κάποιος «ανώνυμος» επίσκοπος κάποιας «άγνωστης» επαρχίας. Είναι ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαράς...